
'Τα Γόμμορα είναι η Ουτοπία της Πόλης της Βίας.
Οι γυμνοί νέοι ξεχύνονται άτακτα στους δρόμους — καταλαμβάνουν τις πλατείες. Βρίσκουν γυναίκες —τις κακοποιούν— τις βιάζουν επί τόπου —στη μέση του δρόμου— μέσα στα ίδια τους τα σπίτια — μπροστά στα μάτια των παιδιών τους.
Έπειτα βγαίνουν έξω—ληστεύουν τα καταστήματα όπλων— εφορμούν στις τράπεζες —αρπάζουν χρήματα— μπαίνουν στα σούπερ μάρκετ —τα λεηλατούν— τα ερημώνουν. Βγαίνουν —αλλά δεν είναι πλέον γυμνοί, φορούν την τελευταία λέξη της μόδας— και συνεχίζουν με νέα περιβολή να επιφέρουν το χάος μέσα στην πόλη.
Η σεκάνς είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και περικλείει όλα όσα συνηθίζουν να κάνουν οι νέοι της καινούργιας γενιάς·είναι το σύμβολο και η σύνθεση των «αυθεντικών» τους ημερών.
Άγχος, τυφλότητα, αγριότητα, νεύρωση, αλαζονεία, αυθαιρεσία, κομφορμισμός, μίσος: από όλα αυτά είναι φτιαγμένο το «αμόκ» που τους παρασύρει να ερημώσουν την πόλη και να την καταλάβουν. Και δεν έχει σημασία αν το βλέμμα που τους παρατηρεί είναι του Εντουάρντο, ένα βλέμμα «κωμικό». Η φοβερή πραγματικότητα τους παραμένει. Όταν αυτός ο στρατός νέων φτάσει την κορύφωση της βαρβαρικής του βιαιότητας —που όμως δεν της λείπει κάποια μοντέρνα καταναλωτική φινέτσα— ο ανταποκριτής της τηλεόρασης (μέσα στην οθόνη της οποίας θα έχουμε μπει και θα έχουμε δει τα πάντα «αντικειμενικά») ανακοινώνει πως η γιορτή θα ολοκληρωθεί με την εκτέλεση της θανατικής ποινής δυο προσώπων που έχουν παραβεί τον κανόνα των Γομόρρων· που έχουν, δηλαδή, σπιλωθεί με το τρομακτικό, ακατονόμαστο αδίκημα της ομοφυλοφιλικής επαφής.
Η εκτέλεση θα διεξαχθεί στην Πλατεία Ντουόμο. Ακούγοντας την ανακοίνωση, ο Εντουάρντο και ο Νινέττο γυρίζουν την πλάτη τους στην τηλεόραση και τρέχουν να κολλήσουν τις μύτες τους στα τζάμια των παραθύρων.
Από αυτή τη στιγμή κι έπειτα ό,τι συμβαίνει είναι, εν μέρει, εξιστορημένο «όπως το βλέπουν» ο Εντουάρντο κι ο Νινέττο από το παράθυρο του ξενοδοχείου τους και, εν μέρει, εξιστορημένο «αντικειμενικά», πάντα μέσω της τηλεόρασης, έτσι ώστε οι οπτικές γωνίες να είναι δύο και το θέαμα να είναι, ταυτοχρόνως, «διηρημένο» και «ολικό».
Η Πλατεία του Μιλάνου ιδωμένη στο σύνολό της από τον Εντουάρντο και τον Νινέττο —και ιδωμένη στις λεπτομέρειές της στην οθόνη της τηλεόρασης— γεμίζει αμέσως: την πλημμυρίζουν αλαλάζοντας οι συμμορίες από τσογλάνια, από βανδαλιστές, από εξτρεμιστές (που δεν καταλαβαίνει κανείς, όπως άλλωστε και στην πραγματικότητα, αν είναι φασίστες ή κομμουνιστές): ό,τι χειρότερο τέλος πάντων διαθέτουν οι νέοι της τελευταίας γενιάς. Ακολουθούμενοι από τις γυναίκες που οι ίδιοι είχαν βιάσει, αλλά που αμέσως έχουν μετατραπεί σε συνενόχους τους —από τα πλήθη των ηλικιωμένων που καλοπιάνουν τους νέους και κατεβαίνουν στο επίπεδό τους— συρρέουν θριαμβευτικά, ως κυρίαρχοι, στην Πλατεία. Που αμέσως γεμίζει ολοκληρωτικά από ένα πλήθος φρικτό, αποκρουστικό, βάρβαρο κατ’ ουσίαν —επαναλαμβάνω— λόγω της «πολιτισμικής» τραχύτητας του νεοκαπιταλισμού. Και ξεκινά η εκτέλεση.'
Πιερ Πάολο Παζολίνι, Πορνό-Τεό-Κολοσάλλ, μτφρ. Μιχαήλα Παπλιά, εκδ. Μωβ Σκίουρος
