
'Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να στραφεί κανείς στη Βίβλο. Μπορεί να αναζητήσει εκεί είτε μια λογοτεχνικό-καλλιτεχνική αξία είτε ιστοριογραφικές ενδείξεις για την αναπαράσταση της πολιτικής κοινωνικής ζωής εκείνης της εποχής είτε ηθικά διδάγματα είτε θεολογικά επιχειρήματα. Εδώ, αντιθέτως, μιας ενδιαφέρει η παραδειγματική αξία εκείνης της αφήγησης.
Σπανίως εμφανίζεται στα Ευαγγέλια μια τέτοια ποικιλία εκδοχών, διαφορών, μέχρι και αντιφάσεων όσο στη διήγηση της δίκης και του πάθους του Ιησού. Δεν πρέπει καθόλου να ξαφνιαζόμαστε. Η καταδίκη του Ιησού, ο θάνατος και η ανάστασή του, είναι ζητήματα κρίσιμης σημασίας για το χριστιανικό μήνυμα. Κάθε λεπτομέρεια που έχει να κάνει με αυτές τις ιστορίες έχει επανειλημμένως ξαναζήσει και γίνει αντικείμενο σκέψης των πιστών, ενώ πάμπολλες φορές έχει συζητηθεί και έχει μεταφερθεί στο εκάστοτε παρόν. Κάθε φορά, το αρχικό περιεχόμενο τυγχάνει μιας νέας επεξεργασίας, ενώ παράγονται και διαφορετικές εκδοχές της αρχικής ιστορίας, για την οποία, άλλωστε, λείπουν οι άμεσες μαρτυρίες.
Το ίδιο συνεχίζει να συμβαίνει και σήμερα, λίγο πολύ μέσω νέων ερμηνειών, συχνά ιδιαιτέρως καινοτόμων, ενός κειμένου τώρα πια παγιωμένου με τη μορφή ενός οριστικού κανόνα. Άλλωστε τα Ευαγγέλια δεν ήταν κείμενα που επεδίωκαν να εκπληρώσουν κάποιους ιστοριογραφικούς σκοπούς, αλλά ήθελαν να αποτελούν συγκεκριμένα τεκμήρια πίστης. Ακόμη κι αν ο ιστορικός, αδιαφιλονίκητος πυρήνας τους, περιοριζόταν σε ότι είχε σκιαγραφήσει εν συντομία ο Τάκιτος στην προσπάθειά του να εξηγήσει τη λέξη «χριστιανός» –και δηλαδή την ύπαρξη στην εποχή του Τιβέριου ενός ανθρώπου με το όνομα Ιησούς και το παρατσούκλι Χριστός, ο οποίος θανατώθηκε στην Παλαιστίνη από τη διακυβέρνηση του έπαρχου Πόντιου Πιλάτου– θα παραμένει πάντοτε το γεγονός μιας αφήγησης που εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια ερεθίζει το ανθρώπινο πνεύμα. Και μάλιστα, αν όλα συγκροτήθηκαν βάσει αυτού του μοναδικού αρχικού πυρήνα, η ευαγγελική αφήγηση αποδεικνύεται ακόμη πιο εκπληκτικά προικισμένη με μια εύγλωττη σημασία.
Ολόκληρη η ιστορία είναι σκανδαλώδης και συμβολική, πολύ περισσότερο αν δεχτούμε ότι κανείς από τους πρωταγωνιστές εκείνου του δράματος δεν κινήθηκε από κακές προθέσεις και ότι, απεναντίας, ο καθένας έκανε αυτό που απαιτούσε το καθήκον του. Αν δεχτούμε ότι εκείνοι που πρωταγωνίστησαν στο έργο της δίκης του Ιησού το έκαναν αθέλητα και ασυνείδητα, αν δηλαδή τους αποδοθεί μια «ασυνείδητη ενοχή», τότε τα γεγονότα στερούνται κάθε υποκειμενικής έννοιας ώστε να μπορούν να έχουν την αξία ενός παραδείγματος.
Αυτό που συνέβη ήταν μια σύγκρουση μεταξύ του Πιλάτου, ρωμαίου έπαρχου της Ιουδαίας, και του Συνεδρίου, της ανώτατης εβραϊκής αρχής. Το διακύβευμα ήταν η ζωή του Ιησού. Για να δώσει μια λύση, ο Πιλάτος απευθύνθηκε στον λαό. Μεταξύ της επιβολής του Ιησού με μια αυτοκρατορική πράξη (κάτι που επιτρεπόταν σαφώς στον έπαρχο της Ρώμης) και της λήψης της απόφασης από τους έγκριτους του Συνεδρίου, ο Πιλάτος επέλεξε μια άλλη δυνατότητα: ξεκίνησε μια «δημοκρατική» διαδικασία, απευθυνόμενος στον λαό. Η τελική απόφαση πάρθηκε εν μέσω ενός εντυπωσιακού κρεσέντου φανατισμού που ο Μάρκος, απ’ όλους τους ευαγγελιστές, αφηγείται με τον πλέον ζωντανό τρόπο: «Το πλήθος, ουρλιάζοντας, άρχισε να τον ρωτάει αν θα έκανε ότι συνήθως [μια νύξη στο υποτιθέμενε έθιμο της απελευθέρωσης ενός καταδικασμένου σε θάνατο την περίοδο του Πάσχα, το λεγόμενο paschal privilegium του έπαρχου σ.τ.σ.] και ο Πιλάτος απάντησε λέγοντας: “Θέλετε εσείς να απελευθερώσω τον βασιλιά των Ιουδαίων;” Γνώριζε, δηλαδή, ότι οι αρχιερείς του τον είχαν παραδώσει να ζητήσει την απελευθέρωση του Βαραββά. Και ο Πιλάτος, απατώντας, τους είπε και πάλι: “Συνεπώς τι θέλετε να κάνω με αυτόν που αποκαλείτε βασιλιά των Ιουδαίων;” Και αυτοί ούρλιαξαν και πάλι: “Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!” Και ο Πιλάτος τους είπε: “Γιατί θέλετε τον θάνατό του; Τι κακό έκανε;” Και αυτοί ούρλιαξαν ακόμη πιο δυνατά: “Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!”».
Τι μπορούμε να δούμε σε αυτή την κραυγή του πλήθους; Εκ πρώτης όψεως ένα επιχείρημα ενάντια στη δημοκρατία. Για να ξορκίσουμε το σκάνδαλο αυτής της κραυγής, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι αρνηθούμε το αξιακό περιεχόμενο του διλήμματος που μας παρουσιάζει η ευαγγελική αφήγηση. Εν συντομία, οφείλουμε να θεωρήσουμε ισοδύναμους τον Ιησού και τον Βαραββά, άσχετα με τη ζωή του ενός ή του άλλου. Είναι αυτό που έκανε ο Χανς Κέλσεν στο πλαίσιο του δικού του στοχασμού περί δημοκρατίας. Σε μια σύντομη παράγραφο του κεφαλαίου με τίτλο «Ο Ιησούς και η δημοκρατία», που κλείνει το περίφημο δοκίμιο για την Ουσία και την αξία της δημοκρατίας, βλέπει σε αυτό το συμβάν μια συνάντηση μεταξύ της αλήθειας, προσωποποιημένης στον Πιλάτο, και παίρνοντας θέση, λέει τα εξής: «Για εκείνους που πιστεύουν τον Υιό του Θεού και τον βασιλιά των Ιουδαίων ως μάρτυρα της απόλυτης Αλήθειας, αυτό το δημοψήφισμα είναι σαφώς είναι σοβαρό επιχείρημα ενάντια στη δημοκρατία. Εμείς, ως πολιτικοί επιστήμονες, οφείλουμε να δεχτούμε αυτό το επιχείρημα, υπό έναν μόνο όρο. Να είμαστε τόσο σίγουροι για τη δική μας πολιτική αλήθεια ώστε να την επιβάλλουμε, εφόσον καταστεί αναγκαίο, με δάκρυα και αίμα, δηλαδή να είμαστε τόσο σίγουρη για τη δική μας αλήθεια όσο σίγουρος ήταν, για τη δική του αλήθεια, ο Υιός του Θεού». Εν συντομία, η καταδίκη του Ιησού μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα μόνο για όποιον είναι τόσο σίγουρος για την αλήθεια του, ώστε να είναι διατεθειμένος να την επιβάλλει με οποιοδήποτε κόστος. Σε αυτή την περίπτωση θα συνιστούσε την πλέον εύγλωττη επαλήθευση της αφροσύνης να επαφίεται στους αριθμούς και τις γνώμες η απόφαση για το τι είναι αληθές και τι ψευδές. Διαφορετικά θα επρόκειτο μόνο για ένα ψευδο-επιχείρημα, που δεν αποδεικνύει τίποτα, ούτε υπέρ ούτε κατά της δημοκρατίας.
Με αυτόν τον όρο καταλήγουμε να κινούμαστε ανάμεσα σε δυο άκρα, από το δόγμα στη σκέψη, από το απόλυτο στο σχετικό. Η δημοκρατία –απαράδεκτη για το δογματικό πνεύμα, καθώς υπόκειται σε αμφιταλαντεύσεις και παίρνει αποφάσεις βάσει των αριθμών–, θα δικαιολογούνταν μόνο σε ένα σκεπτικιστικό πνευματικό πλαίσιο. Έτσι, δημοκρατία και σκεπτικισμός θα συνδέονταν στενά, με την πρώτη να αποτελεί συνέπεια του δεύτερου.
Πρόκειται για ένα συμπέρασμα που δεν θεωρώ αποδεκτό. Η θέση που νομίζω πως μπορεί να υποστηριχθεί, ξεκινώντας από την ευαγγελική αφήγηση, είναι κάτι το διαφορετικό. Ότι, δηλαδή, τόσο το δόγμα όσο και η σκέψη μπορούν να συμβιώσουν με τη δημοκρατία. Όμως μόνο όταν αμφότερα την εργαλειοποιούν. Τόσο ο δογματικός όσο και ο σκεπτικιστής μπορούν να εμφανίζονται ως φίλοι της δημοκρατίας, όμως πρόκειται μόνο για ψεύτικους φίλους, καθώς αμφότεροι τη χρησιμοποιούν για τους δικούς τους σκοπούς. Ο δογματικός, μπορεί να αποδεχτεί τη δημοκρατία εφόσον αυτή υπηρετεί την αλήθεια. Ο σκεπτικιστής, με τη σειρά του, μολονότι δεν πιστεύει σε τίποτα, μπορεί να την αποδεχτεί ενώ την ίδια στιγμή την αρνείται. Από άποψη αρχής, εφόσον είναι πραγματικά σκεπτικιστής, δεν θα βρει κάποιον λόγο για να προτιμήσει τη δημοκρατία από την αυταρχία. Θα βρει, αντιθέτως, έναν τέτοιο λόγο όταν δει την πίστη όχι ως γενική αρχή αλλά σε σχέση με μια ιδιαίτερη περίπτωση. Αυτός μπορεί να είναι δημοκράτης, στον βαθμό που είναι τέτοιος, όχι ένεκα ιδεαλισμού αλλά ένεκα πραγματισμού.'
Γκουστάβο Ζαγκρεμπέλσκι, Η Δημοκρατία του Βαραββά, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα
