
'Μοναξιά. Τί ξέρεις ἐσὺ ἀπὸ μοναξιά; Ξέρεις τὴ μοναξιὰ τῶν ποιητῶν καὶ τῶν ἀνίκανων. Χμ! Μοναξιά; Μὰ ποιά; Ἄ! Ἐσὺ δὲν μπορεῖς νὰ καταλάβεις ὅτι δὲν εἶσαι μόνος ποτέ! Κι’ ὅτι παντοῦ σὲ συνοδεύει ἡ ἴδια βαρειὰ θλίψη τοῦ μέλλοντος καὶ τοῦ παρελθόντος! Αύτοὶ ποὺ σκοτώθηκαν εἶναι μαζί μας. Καὶ γι’ αύτοὺς θἄταν κάπως εὔκολο. Ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ ἀγαπήσαμε, αὐτοὶ ποὺ δὲν ἀγαπήσαμε ἀλλὰ μᾶς ἀγάπησαν, οἱ λύπες, οἱ ἐπιθυμίες, ἡ θλίψη καὶ ἡ γαλήνη, οἱ πόρνες κι’ ὅλο τὸ σινάφι τῶν θεῶν. [...] Μόνος! Ὤ! ἄν τουλάχιστον στὴ θέση αύτὴ τῆς δηλητηριασμένης μοναξιᾶς, ὅπως εἶναι ἡ δικιά μου, μποροῦσα νὰ γευτῶ τὴν ἀληθινὴ σιωπὴ καὶ τὸ θρόϊσμα ἑνὸς δέντρου! [...] Μοναξιά! Ἀλλὰ ὄχι, Σκιπίωνα. Ἀυτὴ ἡ μοναξιὰ εἶναι γεμάτη ἀπὸ τριξίματα δοντιῶν κι’ ἀντηχεῖ ὁλάκερη ἀπὸ θορύβους καὶ πνιγμένες κραυγές. Κι’ ὅταν νυχτώνει καὶ κοντὰ στὶς γυναῖκες ποὺ ἀγκαλιάζω πιστεύω πὼς μὲ χορτασμένη πιὰ τὴ σάρκα μου θ’ ἀδράξω ἐπιτέλους ἕνα κομματάκι τοῦ ἑαυτοῦ μου ἀνάμεσα στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο, ὁλόκληρη ἡ μοναξιά μου γεμίζει ἡδονὴ μὲ τὴν ξυνισμένη μυρωδιὰ ἀπὸ τὶς μασχάλες τῆς γυναίκας ποὺ μοιάζει σὰ σκιὰ ἀκόμα στὸ πλάϊ μου.'
Αλμπέρ Καμί, Καλιγούλας, μτφρ. Μαρία Γ. Πορτολομαίου, εκδ. Δωδώνη
