προγραφές

Εξώφυλλο: Μαξ Φρις, Ανδόρρα

'Σε λίγο καιρό όλα καταστρέφονται, δεν ωφελεί καμία αφοσίωση και κανένας όρκος. Θα ’θελα να γινόταν σύντομα αυτό. Έχω γεράσει. Οι βεβαιότητες που είχα χάθηκαν η μία μετά την άλλη σαν δόντια που πέφτουν. Κάποτε ήμουν χαρούμενος, ο ήλιος έλαμπε πράσινος στα δέντρα, πετούσα στον αέρα τ’ όνομά μου σαν σκούφο, που ανήκε σε μένα αποκλειστικά, και ξαφνικά πέφτει μια πέτρα και με σκοτώνει. Πάντοτε είχα άδικο, όμως αλλιώτικο απ’ αυτό που πίστευαν. Ήθελα να έχω δίκιο και να χαίρομαι τη ζωή. Αλλά οι εχθροί μου ήταν αυτοί που είχαν δίκιο, ακόμη κι όταν δεν είχαν δικαίωμα να έχουν, γιατί στο κάτω κάτω δεν μπορεί κανείς να δώσει μόνος του δίκιο στον εαυτό του. Τώρα δεν τους χρειάζομαι άλλο τους εχθρούς, η αλήθεια μου αρκεί. Τρομάζω κάθε φορά που αρχίζω να ελπίζω. Η ελπίδα δεν μου ταιριάζει εμένα. Τρομάζω όταν γελώ και δεν μπορώ να κλάψω. Το πένθος μου με εξυψώνει πάνω απ’ όλους σας και από εκεί θα πέσω και θα τσακιστώ. Τα μάτια μου μεγάλωσαν απ' τον πόνο, τώρα τα ξέρω όλα κι εύχομαι να ήμουν νεκρός. Όμως κι ο θάνατος με τρομάζει. Δεν υπάρχει έλεος...'

Μαξ Φρις, Ανδόρρα, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Μελάνι

Εξώφυλλο: Eric Rohmer, Το Γόνατο της Κλαίρης

'— Σε αναστατώνει; Πώς; Με το κορμί της;
— Εάν θέλεις: απ’ τον τρόπο που είναι φυσική, αφού γνωρίζω μόνο αυτόν. Με λίγα λόγια, δεν μιλήσαμε ποτέ οι δυο μας. Θα δυσκολευόμουν πολύ εξάλλου να της μιλήσω
— Κοίτα που σε φοβίζει!
— Ναι, αισθάνομαι τελείως αδύναμος με κορίτσια σαν κι αυτήν. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;
— Ορισμένα αγόρια πολύ όμορφα μ’ έκαναν να αισθάνομαι έτσι. Με διασκεδάζεις που μου ομολογείς τις αναστολές σου.
— Μα είμαι πολύ ντροπαλός! Γενικά με απαλλάσσουν απ’ το να κάνω τα πρώτα βήματα. Δεν ακολούθησα ποτέ μια γυναίκα χωρίς να νιώθω επιθυμητός απ’ την αρχή.
— Κι αυτή;
— Άκου είναι πολύ παράξενο. Μου προξενεί μια συγκεκριμένη επιθυμία, αλλά χωρίς σκοπό και μια και δεν έχει σκοπό είναι ολοένα και πιο δυνατή.
— Μια καθαρή επιθυμία, μια επιθυμία του «τίποτα». Δεν θέλω να κάνω τίποτα αλλά το να εξωτερικεύσω αυτή την επιθυμία με ενοχλεί: δεν πίστευα πια ότι θα βρω καμία γυναίκα επιθυμητή. Κι ύστερα δεν την θέλω. Θα έπεφτε στην αγκαλιά μου κι εγώ θα την απωθούσα.
— Ζήλεια;
— Όχι. Κι όμως αν και δεν τη θέλω, έχω την εντύπωση ότι έχω κάποιο δικαίωμα επάνω της: ένα δικαίωμα που γεννιέται απ’ την ίδια τη δύναμη της επιθυμίας μου. Πείστηκα ότι το αξίζω καλύτερα από οποιοδήποτε άλλον. Χθες π.χ. στο τένις, κοιτούσα τους ερωτευμένους και έλεγα στον εαυτό μου ότι σε κάθε γυναίκα υπάρχει ένα σημείο ευάλωτο. Σε κάποιες είναι η βάση του λαιμού, η κορμοστασιά, τα χέρια της. Της Κλαίρης σ’ αυτή τη θέση, μ’ αυτό το φως, ήταν το γόνατο. Βλέπεις, ήταν σαν μαγνητικός πόλος της επιθυμίας μου, το ακριβές σημείο όπου, εάν μου επιτρέπονταν να ακολουθήσω αυτή την επιθυμία και μόνον αυτή, θα είχα απ’ την αρχή βάλει το χέρι μου. Εκεί το έβαλε ο φιλαράκος της, τελείως αθώα και ηλίθια. Αυτό το χέρι ήταν πάνω απ’ όλα, κουτό και με σε σόκαρε.
— Λοιπόν, είναι εύκολο: βάλε εσύ το χέρι στο γόνατο. Ένας καλός εξορκισμός!
— Κάνεις λάθος. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Ένα χάδι πρέπει να είναι ευπρόσδεκτο. Αλλιώς, πιο ανώδυνο θα ‘ταν να την αποπλανήσω.'

Έρικ Ρομέρ, Το Γόνατο της Κλαίρης, μτφρ. Αρετή Καράμπελα, εκδ. Αιγόκερως

Εξώφυλλο: Αισχύλος, Αγαμέμνων

'παλαίφατος δ᾿ ἐν βροτοῖς γέρων λόγος
τέτυκται, μέγαν τελε-
σθέντα φωτὸς ὄλβον
τεκνοῦσθαι μηδ᾿ ἄπαιδα θνᾴσκειν,
ἐκ δ᾿ ἀγαθᾶς τύχας γένει
βλαστάνειν ἀκόρεστον οἰζύν.
δίχα δ᾿ ἄλλων μονόφρων εἰ-
μι· τὸ δυσσεβὲς γὰρ ἔργον
μετὰ μὲν πλείονα τίκτει,
σφετέρᾳ δ᾿ εἰκότα γέννᾳ.
οἴκων γὰρ εὐθυδίκων
καλλίπαις πότμος αἰεί.

φιλεῖ δὲ τίκτειν Ὕβρις
μὲν παλαιὰ νεά-
ζουσαν ἐν κακοῖς βροτῶν
Ὕβριν τότ᾿ ἢ τόθ᾿, ὅτε τὸ κύριον μόλῃ
φάος τόκου, δαίμονά τ᾿ ἔταν,
ἄμαχον ἀπόλεμον ἀνίερον,
Θράσος μελαίνα μελάθροισιν Ἄτα,
εἰδομένα τοκεῦσιν.

Δίκα δὲ λάμπει μὲν ἐν
δυσκάπνοις δώμασιν,
τὸν τ᾿ ἐναίσιμον τίει βίον.
τὰ χρυσόπαστα δ᾿ ἔδεθλα σὺν πίνῳ χερῶν
παλιντρόποις ὄμμασι λιποῦσ᾿,
ὄσια προσέβατο δύναμιν οὐ
σέβουσα πλούτου παράσημον αἴνῳ·
πᾶν δ᾿ ἐπὶ τέρμα νωμᾷ.'

*

'Ένας αρχαίος υπάρχει λόγος
που απ᾿ τον παλιό καιρό τον λέει ο κόσμος,
πως όταν η ευτυχία φουντώσει
τρανή του ανθρώπου, τότε
γεννοβολά και δεν πεθαίνει στείρα
κι απ᾿ την καλή τη μοίρα στη γενιά
βλασταίνει αχόρταγο κακό. Μα εγώ
ξέχωρη απ᾿ τους άλλους έχω γνώμη,
πως η ασέβεια γεννά πολλά παιδιά
μ᾿ αυτήν παρόμοια. Όμως στα δίκαια σπίτια
τέκνα καλά χαρίζει πάντα η τύχη.

Έτσι η συνήθεια το ᾿χει στων θνητών
τα πάθη να γεννά η παλιά ανομία
καινούριαν Ύβρη, αργά ή νωρίς,
όταν θα᾿ ρθεί η μοιρόγραφτη ώρα
κι αντάμα ο δαίμονας ο αδάμαστος,
ακίνητος, ανίερος, το θράσος,
η μαύρη στα παλάτια Τύφλωση,
που μοιάζει με τα γονικά της.

Μα η Δίκη μες στα καπνισμένα
φτωχόσπιτα λαμπάζει και την τίμια
ζωή ανταμείβει. Φεύγει απ᾿ τα παλάτια
που τη γέμισαν με χρυσάφι άνομα χέρια
και τη ματιά αποστρέφοντας πηγαίνει
στ᾿ αγνά καλύβια, μη λογιάζοντας του πλούτου
τη φουσκωμένη από τη φήμη ψεύτρα
δύναμη, κι όλα τα οδηγάει σ᾿ ένα τέρμα.'

Αισχύλος, Αγαμέμνων, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

Εξώφυλλο: Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Τόμος 1: Σόλων - Ποπλικόλας

'ἐχούσης γάρ τι τῆς ψυχῆς ἀγαπητικὸν ἐν ἑαυτῇ, καὶ πεφυκυίας, ὥσπερ αἰσθάνεσθαι καὶ διανοεῖσθαι καὶ μνημονεύειν, οὕτω καὶ φιλεῖν, ἐνδύεταί τι τούτῳ καὶ προσφύεται τῶν ἐκτὸς οἷς οἰκεῖον οὐδέν ἐστιν, καὶ καθάπερ οἶκον ἢ χώραν γνησίων ἔρημον διαδόχων τὸ φιλόστοργον ἀλλότριοι καὶ νόθοι παῖδες ἢ θεράποντες εἰσοικισάμενοι καὶ καταλαβόντες, ἅμα τῷ φιλεῖν τὸ φροντίζειν καὶ δεδιέναι περὶ αὐτῶν ἐνεποίησαν. ὥστ’ ἴδοις ἂν ἀνθρώπους στεῤῥοτέρα τῇ φύσει περὶ γάμου καὶ γενέσεως παίδων διαλεγομένους, εἶτα τοὺς αὐτοὺς ἐπὶ παισὶν οἰκοτρίβων ἢ θρέμμασι παλλακῶν νοσοῦσι καὶ θνήσκουσι παρατεινομένους πόθῳ καὶ φωνὰς ἀγεννεῖς ἀφιέντας. ἔνιοι δὲ καὶ κυνῶν θανάτῳ καὶ ἵππων αἰσχρῶς καὶ ἀβιώτως ὑπὸ λύπης διετέθησαν. ἀλλ’ ἕτεροί γε παῖδας ἀγαθοὺς ἀποβαλόντες οὐδὲν ἔπαθον δεινὸν οὐδ’ ἐποίησαν αἰσχρόν, ἀλλὰ καὶ χρώμενοι τῷ λοιπῷ βίῳ κατὰ λόγον διετέλεσαν. ἀσθένεια γάρ, οὐκ εὔνοια, λύπας ἀπεράντους ἐπάγεται καὶ φόβους ἀνθρώποις ἀνασκήτοις ὑπὸ λόγου πρὸς τύχην, οἷς οὐδ’ ἀπόλαυσις ἐγγίνεται τοῦ ποθουμένου παρόντος, τοῦ μέλλοντος ὠδῖνας ἀεὶ καὶ τρόμους καὶ ἀγωνίας, εἰ στερήσονται, παρέχοντος αὐτοῖς. δεῖ δὲ μήτε πενίᾳ πρὸς χρημάτων πεφράχθαι στέρησιν, μήτ’ ἀφιλίᾳ πρὸς φίλων ἀποβολὴν, μήτ’ ἀπαιδίᾳ πρὸς τέκνων θάνατον, ἀλλὰ τῷ λογισμῷ πρὸς πάντα.'

*

'Γιατί η ψυχή μας έχει μέσα της κάτι το αγαπητικό και είναι πλασμένη, όπως αισθάνεται και διανοείται και θυμάται, έτσι και ναι να αγαπάει· γι’ αυτό μπαίνει μέσα της και φυτρώνει στο έδαφος της αγάπης της κάτι απέξω, όταν οι άνθρωποι δεν έχουν κάτι δικό τους να αγαπήσουν, και καθώς ένα σπίτι ή μια γη δίχως απογόνους, έτσι και την αχρησιμοποίητη στοργή την κυριεύουν και την κατοικούν ξένοι και νόθοι και υπηρέτες, που κατάφεραν να κάμουν τους προστάτες τους να τους αγαπούν, να τους φροντίζουν και να φοβούνται, μην τους χάσουν. Γι’ αυτό μπορείς να δεις ανθρώπους να πολεμούν πεισματικά το γάμο και τα παιδιά, κι ύστερα αυτούς τους ίδιους για παιδιά δούλων και θρέμματα εταίρων, που πέθαναν ή αρρώστησαν, να λιώνουν απ’ τον πόνο και να ξεφωνίζουν δίχως μέτρο. Μερικοί μάλιστα και για το θάνατο σκυλιών ή αλόγων δοκίμασαν μια χυδαία και αξεπέραστη λύπη. Απεναντίας άλλοι, κι όταν έχασαν καλά παιδιά, δεν δοκίμασαν τόση δυστυχία, ούτε έκαμαν τίποτε άθλιο, αλλά συνέχισαν τη ζωή τους μέσα στα μέτρα του ορθού λόγου. Γιατί είναι η αδυναμία και όχι η αγάπη που προκαλεί τις απέραντες λύπες και τους φόβους στους ανθρώπους εκείνους που ο ορθός λόγος δεν τους έμαθε να αντιμετωπίζουν σωστά τη μοίρα και δεν μπορούν να χαρούν ό,τι πόθησαν ούτε και όταν είναι παρόν, γιατί το μέλλον τους γεμίζει οδύνες, τρόμους και αγωνίες, μήπως το χάσουν. Αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ενδεχόμενη στέρηση χρημάτων με τη φτώχεια, ούτε το χάσιμο των φίλων με την απομόνωση, ούτε το θάνατο των παιδιών με την ατεκνία, αλλά με τον ορθό λόγο τα πάντα.'

Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Τόμος 1: Σόλων - Ποπλικόλας, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

Εξώφυλλο: Ουίλιαμ Σέξπιρ, Άμλετ

'Νᾶ ζεῖς ἤ νὰ μὴ ζεῖς, νά τὸ ἐρώτημα∙
ποῦ βρίσκεται ἡ εὐγένεια τοῦ ἀνθρώπου:
νὰ τὸν χτυπᾶ, νὰ τὸν ἐξευτελίζει
μοίρα ἀλλοπρόσαλλη καὶ νὰ ὑπομένει;
ἤ νὰ ξεσηκωθεῖ, νὰ πάρει τὰ ὅπλα,

ἐνάντια σ’ ἕνα πέλαγος δεινὰ
καὶ νὰ πολεμήσει ὤς τὸ τέλος;

Πεθαίνεις καὶ κοιμᾶσαι, τίποτ’ ἄλλο:
καὶ μ’ ἕναν ὕπνο λὲς ὅτι γλιτώνεις
τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς καὶ τὶς χιλιάδες
πληγὲς ποὺ εἶναι πλασμένες μὲ τὴ σάρκα:
εἶναι κι αὐτὸ ἕνα τέλος, μιὰ τελείωση,
νὰ τὴν ποθεῖς εὐλαβικά. Πεθαίνεις
καὶ κοιμάσαι∙ κοιμᾶσαι καὶ μπορεῖ

νὰ ὁνειρευτεῖς — νά τος, ἐδῶ εἴναι ὁ κόμπος:
γιατὶ σ’ αὐτὸν τὸν ὕπνο τοῦ θανάτου
τί ὄνειρα θὰ ἔρθουν ὅταν πιὰ
θά ’χουμε ἀποτινάξει ἀπὸ πάνω μας
τὸ θλιβερὸ κουβάρι τῆς θνητότητας;
Νά τί μᾶς σταματᾶ. Κι ἡ σκέψη αὐτὴ
χαρίζει μιὰ ζωὴ στὴ δυστυχία:
Ποιός θ’ ἄντεχε τὶς πίκρες καὶ τὴ χλεύη,
τὸν καταποντισμὸ τῆς ἡλικίας;
Ποιός θὰ υπέφερε τὴν ἀδικία
τοῦ ἰσχυροῦ, τὸ θράσος τοῦ ἐπηρμένου,
τοὺς πόνους τοῦ ἀναπόδοτου ἔρωτα,
τὴ χαύνωση τοῦ νόμου, τὴν ἀναίδεια
καὶ τὴν αὐθάδεια τῆς ἐξουσίας;
Ποιός ἄξιος, γεμάτος καρτερία,
θ’ ἄντεχε νὰ τὸν φτύνει κάθε ἀνάξιος,
ὅταν μποροῦσε ὁ ἴδιος νὰ ἐξοφλήσει
τὸν κόσμο αὐτὸν μὲ μιὰ γυμνὴ λεπίδα;
Ποιός θὰ τὸ σήκωνε τέτοιο φορτίο,
νὰ ἱδρώνει, νὰ βογκάει κάτω ἀπὸ
τὸ βάρος μιᾶς ζωῆς βαριεστημένης,
ἐὰν αὐτὸς ὁ τρόμος γιὰ ἐκεῖνο
τὸ πέραν τοῦ θανάτου, τὸ μετὰ
(τὴ χώρα τὴν ἀνεύρετη ἀπ’ ὅπου
κανένας ταξιδιώτης δὲν γυρίζει),
δὲν γίνονταν φραγμός στὴ βούλησή μας
καὶ δὲν μᾶς ἔκανε νὰ προτιμᾶμε
τὰ τωρινά μας βάσανα παρὰ
νὰ φύγουμε πρὸς ἄλλα, ἄγνωστά μας.
Κι ἔτσι ἡ συνείδηση μᾶς κάνει ὅλους
δειλούς, κι ἔτσι τὴ φυσικὴ χροιά,
τὴ λάμψη τῆς ἀπόφασης, σκεπάζει
ἡ νοσηρὴ σκιὰ τοῦ στοχασμοῦ,
κι ἔργα ὑψηλά, μεγάλα καὶ σπουδαῖα,
ὅταν βρεθοῦν μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴ σκέψη
ἀναχαιτίζονται καὶ χάνουν τὴν ὁρμὴ τους
χωρὶς νὰ βαπτιστοῦν μέσα στὴν πράξη.'

Ουίλιαμ Σέξπιρ, Άμλετ, μτφρ. Διονύσης Καψάλης, εκδ. Gutenberg

Εξώφυλλο: Ουίλιαμ Σέξπιρ, Το Χειμωνιάτικο Παραμύθι

'ΚΑΜΙΛΛΟΣ: Η ρότα σου αυτή σου τάζει πιο πολλά, παρ’ άγρια
να ’χεις ριχτεί σε απάτητα νερά, σ’ αφάνταστες
αχτές, και μόνον βέβαιος για κακά σωρό·χωρίς ελπίδα βοηθό, παρά ν’ αφήνεις
τη μία για να πιαστείς από άλλη· σιγουριά
καμιάν, έξω απ’ τις άγκυρές σου, που η καλύτερη
υπηρεσία τους θα ’ναι να μπορούν να σε κρατάν
εκεί που δε σ’ αρέσει να ’σαι. Ξέρεις άλλωστε
πως μόνον η ευτυχία δίνει την αγάπη,
που και τα δυο, νεαρό της μούτρο και ψυχή της
τ’ αλλάζει η θλίψη.
ΠΕΡΝΤΙΤΑ: Το ’να απ’ αυτά ειν’ αλήθεια:
η θλίψη ίσως μπορεί τα μάγουλα να βλάψει,
μα ως την ψυχή δε φτάνει.'

Ουίλιαμ Σέξπιρ, Το Χειμωνιάτικο Παραμύθι, μτφρ. Βασίλης Ρώτας, εκδ. Επικαιρότητα

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑