προγραφές

Εξώφυλλο: Ιμάνουελ Καντ, Παρατηρήσεις Πάνω στο Αίσθημα του Ωραίου και του Υπέροχου

'Η όψη των χιονισμένων κορυφών μιας οροσειράς που υψώνονται πάνω από τα σύννεφα, η περιγραφή ενός κυκλώνα ή του βασιλείου της κολάσεως (Milton) μας παρέχουν μια απόλαυση ανάμεικτη με τρόμο. Η θέα των ανθισμένων λιβαδιών, οι ελικώσεις των ποταμών και τα βοσκοτόπια, η περιγραφή των Ηλυσίων ή η ομηρική αναπαράσταση του κεστού της Αφροδίτης μάς προξενούν επίσης ευχάριστα συναισθήματα, που δεν αποπνέουν όμως παρά μόνο ιλαρότητα και χαρμονή. Για να μπορεί κανείς να προσοικοιωθεί σ’ όλη της την ισχύ την πρώτη εντύπωση, πρέπει να διαθέτει το αίσθημα του υπέροχου, για να μπορεί να απολαύσει τη δεύτερη, το αίσθημα του ωραίου. Οι πελώριες βελανιδιές και οι μοναχικές βαθύσκιωτες φυλλωσιές σ’ ένα παρθένο δάσος είναι υπέροχες· τα ανθοτόπια, οι μικροί φράχτες, οι ομοιόσχημα κλαδεμένες δενδροσειρές είναι ωραία. Η νύχτα είναι υπέροχη, η ημέρα είναι ωραία. Αυτοί που διαθέτουν το αίσθημα του υπέροχου οδηγούνται στα υψηλά αισθήματα της φιλίας, της αιωνιότητας, της περιφρόνησης του κόσμου, μέσα στη γαλήνια σιωπή μιας καλοκαιρινής νύχτας, όταν η τρεμάμενη λάμψη των άστρων διατρέχει τη μελανόχρομη νύχτα και το φεγγάρι εμφανίζεται μοναχικό στο στερέωμα. Το φέγγος της μέρας γεννά, μαζί με το ζήλο για εργασία, ένα αίσθημα χαράς. Το υπέροχο ταράσσει, το ωραίο γοητεύει. Το πρόσωπο αυτού που διαπερνάται από το αίσθημα του υπέροχου αποπνέει την αυστηρότητα και, συχνά, την έκπληξη, το ζωηρό αίσθημα του ωραίου αναγγέλεται από το φωτεινό βλέμμα, το χαμόγελο και, συχνά, από τη θορυβώδη επιθυμία. Το υπέροχο παρουσιάζεται με διάφορες μορφές. Άλλοτε συνοδεύεται από βαρυθυμία ή τρόμο, άλλοτε από σιωπηλό θαυμασμό, και άλλοτε συνδυάζεται με το αίσθημα μιας σεβάσμιας ευμορφίας. Αποκαλώ υπέροχο-τρομακτικό το πρώτο είδος υπέροχου, υπέροχο-ευγενές το δεύτερο, υπέροχο-μεγαλοπρεπές το τρίτο. Μια βαθιά μοναξιά είναι υπέροχη, αλλά εμπνέει τρόμο.'

'Η καταγωγή και οι τίτλοι ευγενείας προεξοφλούν το σεβασμό. Ο πλούτος, ακόμη και όταν έχει αποκτηθεί με άνομο τρόπο, εκθειάζεται αφιλοκερδώς, πιθανά γιατί ενέχει τη δυνατότητα μεγαλεπήβολων στόχων. Αλλά η εκτίμηση αυτή μπορεί να βρει αποδέκτη κάποιον κατεργάρη, ο οποίος δεν θα έχει την παραμικρή ιδέα για εκείνο το ευγενές αίσθημα που μπορεί να προσδώσει κάποια αξιοπρέπεια στα πλούτη. Αυτό που μεγαλώνει τα δεινά της φτώχειας, είναι η περιφρόνησή της, την οποία θα μπορούσε να αντισταθμίσει εν μέρει η αυταξία της, τουλάχιστον στα μάτια του πλήθους, αν η κοινωνική θέση και οι τίτλοι ευγενείας δεν ξεγελούσαν αυτό το σκαιό αίσθημα, τρόπον τινά προς όφελός του.'

Ιμάνουελ Καντ, Παρατηρήσεις Πάνω στο Αίσθημα του Ωραίου και του Υπέροχου, μτφρ. Χάρης Τασάκος, εκδ. Printa

Εξώφυλλο: Γιεβγκένι Πασουκάνις, Μαρξισμός και Δίκαιο

Ἔτσι, [...] οἱ τρεῖς ἀρχές τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ὑπέρτατης ἀξίας τοῦ προσώπου, εἶναι στενά δεμένες μεταξύ τους καί στήν ὁλότητά τους φανερώνουν τήν ὀρθολογική ἔκφραση τῆς ἴδιας τῆς κοινωνικῆς σχέσης. Τό ἐγωιστικό ὑποκείμενο, τό ὑποκείμενο δικαίου καί τό ἠθικό πρόσωπο εἶναι οἱ τρεῖς κύριες μάσκες κάτω ἀπό τίς ὁποίες ἐμφανίζεται ὁ ἄνθρωπος στήν κοινωνία τῆς ἐμπορευματικῆς παραγωγῆς. Ἡ οἰκονομία πού στήν κοινωνία πού βασίζεται στίς ἀξιακές σχέσεις μᾶς δίνει τό κλειδί γιά νά κατανοήσουμε τή νομική καί ἠθική δομή, ὄχι μέ τήν ἔννοια τού συγκεκριμένου περιεχομένου τοῦ νομικοῦ ἤ ἠθικοῦ κανόνα, ἀλλὰ μέ τὴν ἔννοια τῆς ἴδιας τῆς μορφῆς τοῦ δικαίου καί τῆς ἠθικῆς. Ἡ ἰδέα τῆς ὑπέρτατης ἀξίας καί τῆς ἰσοτιμίας τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου ἔχει μακρά ἱστορία: ἀπὸ τὴ φιλοσοφία τῶν στωικῶν πέρασε στὴν ἐπιστημονική χρήση τῶν ρωμαίων νομικῶν, στά δόγματα τῆς χριστιανικῆς ἐκκλησίας καί, στή συνέχεια, στή διδασκαλία τοῦ φυσικού δικαίου. Τό ὅτι στήν ἀρχαία Ρώμη ὑπῆρχε ὁ θεσμός τῆς δουλείας δέν ἐμπόδισε τό Σενέκα νά ἐκφράζει τήν πεποίθηση ὅτι «ἄν τό σῶμα μπορεῖ νά μήν εἶναι ἐλεύθερο καί μπορεῖ νά ἀνήκει σέ κάποιο κύριο, ὅμως ἡ ψυχή μένει πάντα sui juris». Ὁ Κάντ, κατά βάθος, δέν ἔκανε κανένα μεγάλο βῆμα μπροστά σέ σύγκριση μέ τούτη τή φόρμουλα· κατ’ αὐτόν ἐπίσης ἡ πρωταρχική αὐτονομία τοῦ προσώπου συμφιλιώνεται πολύ καλά μέ τίς καθαρά φεουδαρχικές ἀπόψεις πάνω στή σχέση κυρίων - δούλων. Ἀλλά, ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ μορφή πού μπόρεσε νά πάρει τούτη ἠ ἱδέα, δέν εἶναι δυνατό νά μή διακρίνουμε τήν ἔκφραση ἑνός γεγονότος: τήν ἀναγωγή τῶν διαφόρων τύπων κοινωνικά ὠφέλιμης συγκεκριμένης ἐργασίας σέ ἐργασία γενικά, ἀπό τή στιγμή πού τά προϊόντα τῆς ἐργασίας ἀρχίζουν νά κυκλοφοροῦν σάν ἐμπορεύματα. Σέ ὅλες τίς ἄλλες σχέσεις, ἡ ἀνισότητα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων (ἀνισότητα φύλου, τάξης, κλπ.) χτυπάει στό μάτι, στό ξετύλιγμα τῆς ἱστορίας, τόσο φανερά πού δέν μπορεῖ νά μήν ἐκπλαγεῖ κανείς ἀπό τόν τεράστιο ἀριθμό τῶν ἐπιχειρημάτων πού προτάθηκαν στό χῶρο αύτό ἐνάντια στή θεωρία τῆς φυσικῆς ἰσότητας τῶν ἀνθρώπων ἀπό τούς διάφορους ἀντιπάλους της, ἀλλά ἐκπλήσσεται ἀκόμη περισσότερο ἀπό τό γεγονός ὅτι κανείς πρίν καί ἐκτός ἀπό τό Μάρξ δέν διερωτήθηκε γιά τά ἱστορικά αἴτια πού εὐνόησαν τἠ δημιουργία αὐτῆς τῆς προκατάληψης, κατά τοῦ φυσικού δικαίου. Γιατί ἄν ἡ ἀνθρώπινη σκέψη στό πέρασμα τῶν αἰώνων κατέληγε κάθε φορά τόσο ἐπίμονα στή θέση τῆς ἰσότητας τῶν ἀνθρώπων, καί τήν ἐπεξεργάστηκε μέ χίλιους τρόπους, θά πρέπει νά ὑπήρχε ἐκεῖ, πίσω ἀπ’ αὐτή τή θέση, μιά συγκεκριμένη ἀντικειμενική σχέση. Ἀναμφίβολα, ἡ ἕννοια τοῦ ἠθικοῦ ἤ τοῦ ἰσότιμου προσώπου εἶναι ἕνα ἰδεολογικό οἰκοδόμημα καί, σάν τέτιο, ἀνεπαρκές γιά τήν πραγματικότητα. Ἡ ἔννοια τοῦ ἐγωιστικοῦ ὑποκειμένου εἶναι ἐπίσης μιά ἐξίσου σοβαρή ἰδεολογική παραμόρφωση τῆς πραγματικότητας. Ἀλλά οἱ δύο τοῦτοι ὁρισμοί ἀναφέρονται σέ μιά εἰδική κοινωνική σχέση, μολονότι τήν ἐκφράζουν μόνο ἀφηρημένα καί συνεπῶς μονόπλευρα. Εἶχαμε ἤδη τήν εὐκαιρία νά δείξουμε ὅτι γενικά ἡ ἔννοια τῆς «ἰδεολογίας» — αὐτῆς τῆς λεξούλας — δέν ἔπρεπε νά μᾶς ἐμποδίσει σέ μεγάλο βαθμό τό καθῆκον μας ἄν ἱκανοποιούμαστε ἀπό τήν ἐξήγηση σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ἔννοια τοῦ ἀνρθώπου σάν ἴσου μέ κάθε ἄλλον εἶναι ἀκριβῶς τό προϊόν τῆς ἰδεολογίας. Οἱ ἔννοιες «πάνω» καί «κάτω» εἶναι ἔννοιες πού δέν ἐκφράζουν παρά τή «γήινη» ἰδεολογία μας· ἐντούτοις, θεμελιώνονται στήν ἀντικειμενική, ἀδιαμφισβήτητη πραγματικότητα τῆς βαρύτητας. Ἀκριβῶς γι’ αὐτό, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀνακάλυψε τήν πραγματική αἰτία πού τόν ἀνάγκαζε νά διακρίνει τό «πάνω» ἀπό τό «κάτω», γνώρισε δηλαδή τή δύναμη τῆς βαρύτητας πού κατευθύνεται πρός τό κέντρο τῆς γῆς, κατάλαβε ταυτόχρονα τίς συνέπειες αὐτῶν τῶν ὁρισμῶν καί τά ὅρια πού τίς ἐμποδίζουν νά εἶναι ἐφαρμόσιμες σέ ὅλη τήν κοσμική πραγματικότητα. Ἔτσι ὁ ἐντοπισμός τῆς ἰδεολογικῆς φύσης μιᾶς ἀντίληψης δέν ἥταν παρά μιά ἄλλη πλευρά τῆς ἀλήθειας τῶν ἐννοιῶν.
Ἄν τό ἠθικό πρόσωπο δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τό ὑποκείμενο τῆς ἐμπορευματικῆς κοινωνίας, τότε ὁ ἡθικός πρέπει νἀ προσλάβει τά χαρακτηριστικά ἑνός κανόνα διασύνδεσης τῶν ἐμπορευματοπαραγωγῶν. Αὐτό δίνει ἀναπότρεπτα στον ἠθικό νόμο ἀντινομικό χαρακτήρα. Ἀπό τή μία, πρέπει ὁ νόμος αὐτός να εἶναι κοινωνικός κι ἔτσι να βρίσκεται πάνω ἀπό τό μεμονωμένο ἄτομο, ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ἐμπορευματοκάτοχος εἶναι ἀπό τή φύση του φορέας μιᾶς ἐλευθερίας (τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀγοραπωλησίας) κατά τρόπο πού ὁ κανόνας πού ορίζει τίς σχέσεις μεταξύ τῶν ἐμπορευματοκατόχων πρέπει νά μπεῖ στην ψυχή κάθε ἐμπορευματοκατόχου, να γίνει ἐσωτερικός του νόμος. Ἡ κατηγορική προσταγή τοῦ Κάντ ἑνώνει τίς ἀντιφατικές αὐτές ἀπαιτήσεις. Εἶναι ὑπερατομική γιατί δέν ἔχει τίποτε τό κοινό με τίς φυσικές παρορμήσεις (φόβο, συμπάθεια, οἶκτο, αἴσθημα ἀνθρώπινης ἀλληλεγγύης, κλπ.) και πραγματικά—σύμφωνα με τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Καντ — δέν φοβίζει, δέν πείθει, δέν κολακεύει. Βρίσκεται ἔξω ἀπό κάθε ἐμπειρικό, δηλαδή ἀπλά ἀνθρώπινο κίνητρο. Ταυτόχρονα ἐκδηλώνεται ἀνεξάρτητα ἀπό κάθε ἐξωτερκή πίεση, με τήν ἄμεση και ὡμή ἔννοια τῆς λέξης. Δρᾶ ἀποκλειστικά με τή συνείδηση τῆς καθολικότητάς της. Ἡ καντιανή ἠθική εἶναι: ἡ τυπική ἠθική τῆς ἐμπορευματικῆς οἰκονομίας, ἀλλά εἶναι και ἡ καθαρότερη και πληρέστερη μορφή τῆς ἠθικής γενικά. Στον Κάντ ἀνήκει ὁ ἔπαινος ὅτι ἔδωσε λογική πληρότητα στη μορφή αὐτή πού ἡ ἀτομιστική ἀστική κοινωνία εἴχε προσπαθήσει να πραγματοποιήσει, ἐλευθερώνοντας τό πρόσωπο ἀπό τούς ἰστορικούς ὀργανικούς δεσμούς τῆς πατριαρχικῆς και φεουδαρχικῆς κοινωνίας. Ἔτσι οἱ θεμελιακές ἔννοιες τῆς ἠθικῆς χάνουν τή σημασία τους ὅταν τίς χωρίζουμε ἀπό τήν ἐμπορευματική κοινωνία καί προσπαθοῦμε νά τίς ἐφαρμόσουμε σέ μια διαφορετική κοινωνική δομή. Σέ καμιά περίπτωση ἡ κατηγορική προσταγή δέν εἶναι κοινωνικό ἔνστικτο, γιατί ὁ οὐσιαστικός της προορισμός εἶναι να δρᾶ ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει θέση γιά ἕνα ὁποιοδήποτε φυσικό, ὀργανικό, ὑπερατομιό κίνητρο. Ὅπου ὑπάρχει ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους ἰσχυρός συγκινησιακός σύνδεσμος πού σβήνει τά ὅρια τοῦ ἀτομικοῦ «Ἐγώ» δέν βρίσκει θέση τό φαινόμενο τῆς ἠθικῆς ὑποχρέωσης. Ἄν θέλουμε νά κατανοήσουμε τούτη τήν κατηγορία δέν πρέπει να ξεκινάμε ἀπό τον ὀργανικό σύνδεσμο μεταξύ λ.χ. τοῦ θηλυκοῦ και τοῦ μικροῦ του ἤ τῆς οἰκογένειας καί καθενός ἀπό τά μέλη της, ἀλλά ἀπό μια κατάσταση ἀποσύνδεσης. Τό ἠθικό εἶναι ἀποτελεῖ ἀπαραίτητο συμπλήρωμα τοῦ νομικοῦ εἶναι και τά δυό μαζί ἀποτελοὖν ὄργανα σύνδεσης τῶν ἐμπορευματοπαραγωγῶν. Ὅλο τό πάθος τῆς καντιανῆς κατηγορικῆς προσταγῆς ὁδηγεῖται σέ τοῦτο: ὅτι ὁ ἄνθρωπος κάνει «ἐλεύθερα», δηλαδή ὅταν ἔχει φτάσει στό ἐπίπεδο τῆς ἐσωτερικῆς πεποίθησης, ὅ,τι θά ανγκαζόταν να κάνει στη σφαίρα τοῦ δικαίου. Αὐτά τά παραδείγματα πού ἀναφέρει ὁ Κάντ γιά νά ἐξηγήσει τή σκέψη του εἶναι πολύ χαρακτηριστικά, δεδομένου ὅτι περιορίζονται ἐξολοκλήρου σἐ ἐκδηλώσεις ἀστικῆς εὐπρέπειας. Ὁ ἠρωισμός και τά ἀνδραγαθήματα δέν βρίσκουν θέση στα πλαίσια τῆς καντιανῆς κατηγορικῆς προσταγῆς. Δέν ὑπάρχει καθόλου ἀνάγκη νά θυσιαστοῦμε ἐνῶ δέν ἀπαιτοῦμε ἀπό ἄλλους μιά τέτια θυσία. Οἱ «παράλογες» πράξεις αὐταπάρνησης και τῆς παραίτησης ἀπό τά ἀτομικά μας συμφέροντα στό ὄνομα τῆς ἐκπλήρωσης τῆς ἱστορικῆς μας προαίρεσης, τῆς κοινωνικῆς μας λειτουργίας, πράξεις στις ὁποῖες ἐκδηλώνεται ἡ ψηλότερη τάση τοῦ κοινωνικοῦ ἐνστίκτου, βρίσκονται ἔξω ἀπό τήν ἠθική μέ τή στενή ἔννοια τοῦ ὅρου.

Γιεβγκένι Πασουκάνις, Μαρξισμός και Δίκαιο, μτφρ. Αντρέας Χριστόπουλος & Μυρσίνη Ζορμπά, εκδ. Οδυσσέας

Vladimir Kramnik vs Peter Leko

1. e4 e5 2. Nf3 Nc6 3. Bb5 a6 4. Ba4 Nf6 5. O-O Be7 6. Re1 b5 7. Bb3 O-O 8. c3 d5 9. exd5 Nxd5 10. Nxe5 Nxe5 11. Rxe5 c6 12. d4 Bd6 13. Re1 Qh4 14. g3 Qh3 15. Re4 g5 16. Qf1 Qh5 17. Nd2 Bf5 18. f3 Nf6 19. Re1 Rae8 20. Rxe8 Rxe8 21. a4 Qg6 22. axb5 Bd3 23. Qf2 Re2 24. Qxe2 Bxe2 25. bxa6 Qd3 26. Kf2 Bxf3 27. Nxf3 Ne4+ 28. Ke1 Nxc3 29. bxc3 Qxc3+ 30. Kf2 Qxa1 31. a7 h6 32. h4 g4

Robert James Fischer vs Boris Spassky

Fischer - Spassky World Championship Match (1972), Reykjavik ISL, rd 6, Jul-23 Queen’s Gambit Declined: Tartakower Defense. Exchange Variation (D59) · 1-0

1. c4 e6 2. Nf3 d5 3. d4 Nf6 4. Nc3 Be7 5. Bg5 O-O 6. e3 h6 7. Bh4 b6 8. cd5 Nd5 9. Be7 Qe7 10. Nd5 ed5 11. Rc1 Be6 12. Qa4 c5 13. Qa3 Rc8 14. Bb5 a6 15. dc5 bc5 16. O-O Ra7 17. Be2 Nd7 18. Nd4 Qf8 19. Ne6 fe6 20. e4 d4 21. f4 Qe7 22. e5 Rb8 23. Bc4 Kh8 24. Qh3 Nf8 25. b3 a5 26. f5 ef5 27. Rf5 Nh7 28. Rcf1 Qd8 29. Qg3 Re7 30. h4 Rbb7 31. e6 Rbc7 32. Qe5 Qe8 33. a4 Qd8 34. R1f2 Qe8 35. R2f3 Qd8 36. Bd3 Qe8 37. Qe4 Nf6 38. Rf6 gf6 39. Rf6 Kg8 40. Bc4 Kh8 41. Qf4

Εξώφυλλο: Ντάγκλας Κέλνερ, Ζαν Μποντριγιάρ: Πρόκληση & Αμφισβήτηση

'Ο Μποντριγιάρ δεν έχει ποτέ τόση επιρροή στη Γαλλία όση στον αγγλόφωνο κόσμο και αλλού. Είναι ένα παράδειγμα του «παγκόσμια δημοφιλούς», ένας στοχαστής που έχει οπαδούς και αναγνώστες σ’ όλο τον κόσμο, αν και μέχρι τώρα καμία «σχολή Μποντριγιάρ» δεν εμφανίστηκε. Η επιρροή του σημειώθηκε ως επί το πλείστον στα περιθώρια διαφόρων επιστημονικών, που κυμαίνονται από την κοινωνική θεωρία και τη φιλοσοφία έως την ιστορία της τέχνης. Έτσι, είναι δύσκολο να σταθμιστεί η επιρροή του στο κύριο ρεύμα οποιουδήποτε ειδικού ακαδημαϊκού κλάδου. Ίσως είναι πιο σημαντικός ως μέρος της μετανεωτερικής στροφής εναντίον της σύγχρονης κοινωνίας και των ακαδημαϊκών κλάδων της. Το έργο του Μποντριγιάρ περνά διαγωνίως από τους κλάδους αυτούς και προάγει τη διεπιστημονική σκέψη. Προκαλεί την αποδεδειγμένη γνώση και θέτει υπό ερώτηση καθιερωμένα δόγματα και μεθόδους. Ενώ το πρώιμο έργο του πάνω στην καταναλωτική κοινωνία, την πολιτική οικονομία του σημείου, την προσομοίωση και τα ομοιώματα, καθώς και την κατάρρευση και ένωση φαινομένων που ήταν μέχρι τότε χωριστά μπορεί να ενταχθεί στην κριτική φιλοσοφία και κοινωνική θεωρία, ένα μεγάλο μέρος από το μετά το 1980 έργο του πηγαίνει, εντελώς ενσυνείδητα, πέρα από την κλασική παράδοση. Στις περισσότερες συνεντεύξεις του της περασμένης δεκαετίας ο Μποντριγιάρ αποστασιοποιείται από την κριτική φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία, ισχυριζόμενος ότι η ενέργεια της κριτικής έχει εξαντληθεί.
Έτσι, ο Μποντριγιάρ εμφανίζεται εκ των υστέρων ως διεπιστημονικός θεωρητικός του τέλους της νεωτερικότητας, ο οποίος παράγει οδοδείκτες για τη νέα εποχή της μετανεωτερικότητας και είναι σημαντικός, αν και όχι απόλυτα αξιόπιστος, οδηγός για τη νέα εποχή. Κατά τη γνώμη μου, ο Μποντριγιάρ εξογκώνει τη ρήξη ανάμεσα στο νεωτερικό και το μετανεωτερικό, παίρνει μελλοντικές δυνατότητες σαν υπαρκτές πραγματικότητες και παρέχει μια φουτουριστική προοπτική για το παρόν, πολύ όμοια με την παράδοση της δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας, που εκτείνεται από τον Άλντους Χάλξεϋ μέχρι το κυβερνοπάνκ. Πράγματι, προτιμώ να διαβάζω το μετά τη δεκαετία του 1970 έργο του Μποντριγιάρ σαν επιστημονική φαντασία που προεξοφλεί το μέλλον διογκώνοντας παρούσες τάσεις, κι έτσι προειδοποιεί από νωρίς για το τι μπορεί να συμβεί αν εξακολουθήσουν να υπάρχουν οι τάσεις αυτές. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Μποντριγιάρ είναι μανιώδης λάτρης της επιστημονικής φαντασίας, στοχαστής που επηρέασε πολλούς σημερινούς συγγραφείς και κινηματογραφιστές έργων επιστημονικής φαντασίας, συμπεριλαμβανομένου του φιλμ Μάτριξ, όπου παρατίθεται το έργο του.
Πάντως, αν ληφθεί υπόψη το ότι εξόγκωσε τη ρήξη με τη νεωτερικότητα, δεν μπορούμε να αποφασίσουμε αν το έργο του των δύο τελευταίων δεκαετιών διαβάζεται καλύτερα σαν επιστημονική φαντασία ή σαν θεωρία. Προφανώς, ο ίδιος θέλει και τα δύο, με τους κοινωνικούς θεωρητικούς να σκέφτονται ότι παρέχει εξέχουσες προοπτικές πάνω στις σημερινές κοινωνικές πραγματικότητες, ότι αποκαλύπτει αυτό που συμβαίνει πραγματικά, ότι λέει τα πράγματα όπως είναι. Επιπλέον, πιο κυνικοί αντικοινωνιολόγοι ενθαρύνονται να απολαύσουν τις φανταστικές ιστορίες του, τον πειραματικό του λόγου και τα παιχνίδια του. Παρόμοια, ενθαρρύνει μερικές φορές τους πολιτισμικούς μεταφυσικούς να διαβάσουν το έργο του σαν σοβαρούς στοχασμούς πάνω στις πραγματικότητες του καιρού μας, αφήνοντας συγχρόνως κάποιες παταφυσικές νύξεις για όλους όσοι αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τέτοια εγχειρήματα. Και τα φιλοσοφικά κείμενα του Μποντριγιάρ προκαλούν τους φιλοσόφους να υπερασπιστούν τις θέσεις τους απέναντι στις δικές του και να ξανασκεφτούν ορισμένα παραδοσιακά ερωτήματα κάτω από το φως σημερινών πραγματικοτήτων.
Έτσι, δεν μπορούμε να αποφασίσουμε αν ο Μποντριγιάρ διαβάζεται καλύτερα σαν επιστημονική φαντασία και παταφυσική, ή σαν φιλοσοφία, κοινωνική θεωρία και πολιτισμική μεταφυσική, και αν το έργο του μετά τη δεκαετία του 1970 πρέπει να διαβάζεται κάτω από την ταμπέλα της αλήθειας ή της φανταστικής ιστορίας. Οπωσδήποτε, οι πρώτες κριτικές εξερευνήσεις του στο σύστημα των αντικειμένων και στην καταναλωτική κοινωνία περιέχουν κάποιες από τις σπουδαιότερες συμβολές του στη σημερινή κοινωνική θεωρία. Η ανάλυσή του, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, της δραματικής αλλαγής που συνέβη μέσα στις σημερινές κοινωνίες και της έλευσης ενός καινούργιου τρόπου προσομοίωσης, η οποία σκιαγραφούσε τα αποτελέσματα των μέσων μαζικής επικοινωνίας και της πληροφόρησης πάνω στην κοινωνία ως σύνολο, είναι επίσης πρωτότυπη και σημαντική. Σ’ αυτό όμως το στάδιο του έργου του, ο Μποντριγιάρ πέφτει θύμα ενός τεχνολογικού ντετερμινισμού και σημειολογικού ιδεαλισμού που θέτει μια αυτόνομη τεχνολογία και ένα παιχνίδι των σημείων, τα οποία γεννούν μια κοινωνία προσομοίωσης· αυτή δημιουργεί μια μετανεωτερική ρήξη και τον πολλαπλασιασμό των σημείων, των θεαμάτων και των ομοιωμάτων. Ο Μποντριγιάρ σβήνει τις αυτόνομες και τις διαφοροποιημένες σφαίρες της οικονομίας, της πολιτικής, της κοινωνίας και της κουλτούρας που έθετε η κλασική κοινωνική θεωρία υπέρ μιας ενδορρηκτικής θεωρίας, που επίσης διασχίζει διαγωνίως τα σύνορα μεταξύ επιστημονικών κλάδων, κι έτσι διαλύει τη φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία μέσα σε μια ευρύτερη μορφή κοινωνικής διάγνωσης και φιλοσοφικού παιχνιδιού.
Σε τελική ανάλυση, ο Μποντριγιάρ ίσως είναι πιο χρήσιμος σαν προβοκάτορας που προκαλεί και θέτει υπό ερώτηση την παράδοση της κλασικής φιλοσοφίας και κοινωνίας παρά σαν κάποιος που παρέχει έννοιες και μεθόδους εφαρμόσιμες στη φιλοσοφική, κοινωνική ή πολιτισμική ανάλυση. Ισχυρίζεται ότι το αντικείμενο της κλασικής κοινωνικής θεωρίας –η νεωτερικότητα– ξεπεράστηκε από μια καινούργια μετανεωτερικότητα και ότι, συνεπώς, είναι απαραίτητες εναλλακτικές θεωρητικές στρατηγικές, τρόποι γραφής και μορφές θεωρίας. Ενώ το έργο του πάνω στην προσομοίωση και τη μετανεωτερική ρήξη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 μέχρι τη δεκαετία του 1980 παρέχει μια υποδειγματική μετανεωτερική θεωρία και ανάλυση της μετανεωτερικότητας, η οποία είχε σοβαρό αντίκτυπο και συνεχίζει, παρά τις υπερβολές της, να είναι σε χρήση στην ερμηνεία των παρουσών κοινωνικών τάσεων, το ύστερο έργο του είναι πιο λογοτεχνικό και φιλοσοφικό παρά κοινωνιολογικό. Έτσι, ο Μποντριγιάρ τελικά πηγαίνει πέρα από την κοινωνική θεωρία, σε μια καινούργια σφαίρα και τρόπο γραφής που παρέχει διοράσεις των τωρινών κοινωνικών φαινομένων και προκλητικές κριτικές της σύγχρονης και της κλασικής φιλοσοφίας και κοινωνικής θεωρίας· δεν παρέχει όμως μια επαρκή θεωρία της παρούσας εποχής και φιλοσοφίας.'

Ντάγκλας Κέλνερ, Ζαν Μποντριγιάρ: Πρόκληση & Αμφισβήτηση, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, εκδ. Πανοπτικόν

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑