'Η όψη των χιονισμένων κορυφών μιας οροσειράς που υψώνονται πάνω από τα σύννεφα, η περιγραφή ενός κυκλώνα ή του βασιλείου της κολάσεως (Milton) μας παρέχουν μια απόλαυση ανάμεικτη με τρόμο. Η θέα των ανθισμένων λιβαδιών, οι ελικώσεις των ποταμών και τα βοσκοτόπια, η περιγραφή των Ηλυσίων ή η ομηρική αναπαράσταση του κεστού της Αφροδίτης μάς προξενούν επίσης ευχάριστα συναισθήματα, που δεν αποπνέουν όμως παρά μόνο ιλαρότητα και χαρμονή. Για να μπορεί κανείς να προσοικοιωθεί σ’ όλη της την ισχύ την πρώτη εντύπωση, πρέπει να διαθέτει το αίσθημα του υπέροχου, για να μπορεί να απολαύσει τη δεύτερη, το αίσθημα του ωραίου. Οι πελώριες βελανιδιές και οι μοναχικές βαθύσκιωτες φυλλωσιές σ’ ένα παρθένο δάσος είναι υπέροχες· τα ανθοτόπια, οι μικροί φράχτες, οι ομοιόσχημα κλαδεμένες δενδροσειρές είναι ωραία. Η νύχτα είναι υπέροχη, η ημέρα είναι ωραία. Αυτοί που διαθέτουν το αίσθημα του υπέροχου οδηγούνται στα υψηλά αισθήματα της φιλίας, της αιωνιότητας, της περιφρόνησης του κόσμου, μέσα στη γαλήνια σιωπή μιας καλοκαιρινής νύχτας, όταν η τρεμάμενη λάμψη των άστρων διατρέχει τη μελανόχρομη νύχτα και το φεγγάρι εμφανίζεται μοναχικό στο στερέωμα. Το φέγγος της μέρας γεννά, μαζί με το ζήλο για εργασία, ένα αίσθημα χαράς. Το υπέροχο ταράσσει, το ωραίο γοητεύει. Το πρόσωπο αυτού που διαπερνάται από το αίσθημα του υπέροχου αποπνέει την αυστηρότητα και, συχνά, την έκπληξη, το ζωηρό αίσθημα του ωραίου αναγγέλεται από το φωτεινό βλέμμα, το χαμόγελο και, συχνά, από τη θορυβώδη επιθυμία. Το υπέροχο παρουσιάζεται με διάφορες μορφές. Άλλοτε συνοδεύεται από βαρυθυμία ή τρόμο, άλλοτε από σιωπηλό θαυμασμό, και άλλοτε συνδυάζεται με το αίσθημα μιας σεβάσμιας ευμορφίας. Αποκαλώ υπέροχο-τρομακτικό το πρώτο είδος υπέροχου, υπέροχο-ευγενές το δεύτερο, υπέροχο-μεγαλοπρεπές το τρίτο. Μια βαθιά μοναξιά είναι υπέροχη, αλλά εμπνέει τρόμο.'
'Η καταγωγή και οι τίτλοι ευγενείας προεξοφλούν το σεβασμό. Ο πλούτος, ακόμη και όταν έχει αποκτηθεί με άνομο τρόπο, εκθειάζεται αφιλοκερδώς, πιθανά γιατί ενέχει τη δυνατότητα μεγαλεπήβολων στόχων. Αλλά η εκτίμηση αυτή μπορεί να βρει αποδέκτη κάποιον κατεργάρη, ο οποίος δεν θα έχει την παραμικρή ιδέα για εκείνο το ευγενές αίσθημα που μπορεί να προσδώσει κάποια αξιοπρέπεια στα πλούτη. Αυτό που μεγαλώνει τα δεινά της φτώχειας, είναι η περιφρόνησή της, την οποία θα μπορούσε να αντισταθμίσει εν μέρει η αυταξία της, τουλάχιστον στα μάτια του πλήθους, αν η κοινωνική θέση και οι τίτλοι ευγενείας δεν ξεγελούσαν αυτό το σκαιό αίσθημα, τρόπον τινά προς όφελός του.'
Ιμάνουελ Καντ, Παρατηρήσεις Πάνω στο Αίσθημα του Ωραίου και του Υπέροχου, μτφρ. Χάρης Τασάκος, εκδ. Printa
'Ο Μποντριγιάρ δεν έχει ποτέ τόση επιρροή στη Γαλλία όση στον αγγλόφωνο κόσμο και αλλού. Είναι ένα παράδειγμα του «παγκόσμια δημοφιλούς», ένας στοχαστής που έχει οπαδούς και αναγνώστες σ’ όλο τον κόσμο, αν και μέχρι τώρα καμία «σχολή Μποντριγιάρ» δεν εμφανίστηκε. Η επιρροή του σημειώθηκε ως επί το πλείστον στα περιθώρια διαφόρων επιστημονικών, που κυμαίνονται από την κοινωνική θεωρία και τη φιλοσοφία έως την ιστορία της τέχνης. Έτσι, είναι δύσκολο να σταθμιστεί η επιρροή του στο κύριο ρεύμα οποιουδήποτε ειδικού ακαδημαϊκού κλάδου. Ίσως είναι πιο σημαντικός ως μέρος της μετανεωτερικής στροφής εναντίον της σύγχρονης κοινωνίας και των ακαδημαϊκών κλάδων της. Το έργο του Μποντριγιάρ περνά διαγωνίως από τους κλάδους αυτούς και προάγει τη διεπιστημονική σκέψη. Προκαλεί την αποδεδειγμένη γνώση και θέτει υπό ερώτηση καθιερωμένα δόγματα και μεθόδους. Ενώ το πρώιμο έργο του πάνω στην καταναλωτική κοινωνία, την πολιτική οικονομία του σημείου, την προσομοίωση και τα ομοιώματα, καθώς και την κατάρρευση και ένωση φαινομένων που ήταν μέχρι τότε χωριστά μπορεί να ενταχθεί στην κριτική φιλοσοφία και κοινωνική θεωρία, ένα μεγάλο μέρος από το μετά το 1980 έργο του πηγαίνει, εντελώς ενσυνείδητα, πέρα από την κλασική παράδοση. Στις περισσότερες συνεντεύξεις του της περασμένης δεκαετίας ο Μποντριγιάρ αποστασιοποιείται από την κριτική φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία, ισχυριζόμενος ότι η ενέργεια της κριτικής έχει εξαντληθεί. Έτσι, ο Μποντριγιάρ εμφανίζεται εκ των υστέρων ως διεπιστημονικός θεωρητικός του τέλους της νεωτερικότητας, ο οποίος παράγει οδοδείκτες για τη νέα εποχή της μετανεωτερικότητας και είναι σημαντικός, αν και όχι απόλυτα αξιόπιστος, οδηγός για τη νέα εποχή. Κατά τη γνώμη μου, ο Μποντριγιάρ εξογκώνει τη ρήξη ανάμεσα στο νεωτερικό και το μετανεωτερικό, παίρνει μελλοντικές δυνατότητες σαν υπαρκτές πραγματικότητες και παρέχει μια φουτουριστική προοπτική για το παρόν, πολύ όμοια με την παράδοση της δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας, που εκτείνεται από τον Άλντους Χάλξεϋ μέχρι το κυβερνοπάνκ. Πράγματι, προτιμώ να διαβάζω το μετά τη δεκαετία του 1970 έργο του Μποντριγιάρ σαν επιστημονική φαντασία που προεξοφλεί το μέλλον διογκώνοντας παρούσες τάσεις, κι έτσι προειδοποιεί από νωρίς για το τι μπορεί να συμβεί αν εξακολουθήσουν να υπάρχουν οι τάσεις αυτές. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Μποντριγιάρ είναι μανιώδης λάτρης της επιστημονικής φαντασίας, στοχαστής που επηρέασε πολλούς σημερινούς συγγραφείς και κινηματογραφιστές έργων επιστημονικής φαντασίας, συμπεριλαμβανομένου του φιλμ Μάτριξ, όπου παρατίθεται το έργο του. Πάντως, αν ληφθεί υπόψη το ότι εξόγκωσε τη ρήξη με τη νεωτερικότητα, δεν μπορούμε να αποφασίσουμε αν το έργο του των δύο τελευταίων δεκαετιών διαβάζεται καλύτερα σαν επιστημονική φαντασία ή σαν θεωρία. Προφανώς, ο ίδιος θέλει και τα δύο, με τους κοινωνικούς θεωρητικούς να σκέφτονται ότι παρέχει εξέχουσες προοπτικές πάνω στις σημερινές κοινωνικές πραγματικότητες, ότι αποκαλύπτει αυτό που συμβαίνει πραγματικά, ότι λέει τα πράγματα όπως είναι. Επιπλέον, πιο κυνικοί αντικοινωνιολόγοι ενθαρύνονται να απολαύσουν τις φανταστικές ιστορίες του, τον πειραματικό του λόγου και τα παιχνίδια του. Παρόμοια, ενθαρρύνει μερικές φορές τους πολιτισμικούς μεταφυσικούς να διαβάσουν το έργο του σαν σοβαρούς στοχασμούς πάνω στις πραγματικότητες του καιρού μας, αφήνοντας συγχρόνως κάποιες παταφυσικές νύξεις για όλους όσοι αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τέτοια εγχειρήματα. Και τα φιλοσοφικά κείμενα του Μποντριγιάρ προκαλούν τους φιλοσόφους να υπερασπιστούν τις θέσεις τους απέναντι στις δικές του και να ξανασκεφτούν ορισμένα παραδοσιακά ερωτήματα κάτω από το φως σημερινών πραγματικοτήτων. Έτσι, δεν μπορούμε να αποφασίσουμε αν ο Μποντριγιάρ διαβάζεται καλύτερα σαν επιστημονική φαντασία και παταφυσική, ή σαν φιλοσοφία, κοινωνική θεωρία και πολιτισμική μεταφυσική, και αν το έργο του μετά τη δεκαετία του 1970 πρέπει να διαβάζεται κάτω από την ταμπέλα της αλήθειας ή της φανταστικής ιστορίας. Οπωσδήποτε, οι πρώτες κριτικές εξερευνήσεις του στο σύστημα των αντικειμένων και στην καταναλωτική κοινωνία περιέχουν κάποιες από τις σπουδαιότερες συμβολές του στη σημερινή κοινωνική θεωρία. Η ανάλυσή του, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, της δραματικής αλλαγής που συνέβη μέσα στις σημερινές κοινωνίες και της έλευσης ενός καινούργιου τρόπου προσομοίωσης, η οποία σκιαγραφούσε τα αποτελέσματα των μέσων μαζικής επικοινωνίας και της πληροφόρησης πάνω στην κοινωνία ως σύνολο, είναι επίσης πρωτότυπη και σημαντική. Σ’ αυτό όμως το στάδιο του έργου του, ο Μποντριγιάρ πέφτει θύμα ενός τεχνολογικού ντετερμινισμού και σημειολογικού ιδεαλισμού που θέτει μια αυτόνομη τεχνολογία και ένα παιχνίδι των σημείων, τα οποία γεννούν μια κοινωνία προσομοίωσης· αυτή δημιουργεί μια μετανεωτερική ρήξη και τον πολλαπλασιασμό των σημείων, των θεαμάτων και των ομοιωμάτων. Ο Μποντριγιάρ σβήνει τις αυτόνομες και τις διαφοροποιημένες σφαίρες της οικονομίας, της πολιτικής, της κοινωνίας και της κουλτούρας που έθετε η κλασική κοινωνική θεωρία υπέρ μιας ενδορρηκτικής θεωρίας, που επίσης διασχίζει διαγωνίως τα σύνορα μεταξύ επιστημονικών κλάδων, κι έτσι διαλύει τη φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία μέσα σε μια ευρύτερη μορφή κοινωνικής διάγνωσης και φιλοσοφικού παιχνιδιού. Σε τελική ανάλυση, ο Μποντριγιάρ ίσως είναι πιο χρήσιμος σαν προβοκάτορας που προκαλεί και θέτει υπό ερώτηση την παράδοση της κλασικής φιλοσοφίας και κοινωνίας παρά σαν κάποιος που παρέχει έννοιες και μεθόδους εφαρμόσιμες στη φιλοσοφική, κοινωνική ή πολιτισμική ανάλυση. Ισχυρίζεται ότι το αντικείμενο της κλασικής κοινωνικής θεωρίας –η νεωτερικότητα– ξεπεράστηκε από μια καινούργια μετανεωτερικότητα και ότι, συνεπώς, είναι απαραίτητες εναλλακτικές θεωρητικές στρατηγικές, τρόποι γραφής και μορφές θεωρίας. Ενώ το έργο του πάνω στην προσομοίωση και τη μετανεωτερική ρήξη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 μέχρι τη δεκαετία του 1980 παρέχει μια υποδειγματική μετανεωτερική θεωρία και ανάλυση της μετανεωτερικότητας, η οποία είχε σοβαρό αντίκτυπο και συνεχίζει, παρά τις υπερβολές της, να είναι σε χρήση στην ερμηνεία των παρουσών κοινωνικών τάσεων, το ύστερο έργο του είναι πιο λογοτεχνικό και φιλοσοφικό παρά κοινωνιολογικό. Έτσι, ο Μποντριγιάρ τελικά πηγαίνει πέρα από την κοινωνική θεωρία, σε μια καινούργια σφαίρα και τρόπο γραφής που παρέχει διοράσεις των τωρινών κοινωνικών φαινομένων και προκλητικές κριτικές της σύγχρονης και της κλασικής φιλοσοφίας και κοινωνικής θεωρίας· δεν παρέχει όμως μια επαρκή θεωρία της παρούσας εποχής και φιλοσοφίας.'