προγραφές

Εξώφυλλο: Θωμάς Ακινάτης, Περί του Όντος και της Ουσίας (De Ente et Essentia)

'Η λέξη «σώμα» μπορεί να κατανοηθεί με πολλούς τρόπους. Σώμα, καθόσον εμπίπτει στο γένος της υπόστασης, ονομάζεται κάτι, επειδή έχει μια τέτοια φύση, ώστε μέσα του μπορούν να σημανθούν τρεις διαστάσεις· αυτές τούτες οι τρεις σημαινόμενες διαστάσεις είναι σώμα, το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία της ποσότητας. Αλλά με τα πράγματα συμβαίνει τα εξής: κάτι που έχει μια τελειότητα, οδηγείται και σε μιαν άλλη τελειότητα, όπως αυτό είναι φανερό στην περίπτωση του ανθρώπου, ο οποίος έχει μια φύση αισθητηριακή και επιπλέον νοητική. Παρόμοια, και εκτός από την τελειότητα που έχει μια τέτοια μορφή, ώστε μέσα της να μπορούν να σημανθούν τρεις διαστάσεις, μπορεί να προστεθεί και μια άλλη τέτοια τελειότητα, π.χ. η ζωή.
Η λέξη «σώμα» μπορεί λοιπόν να σημαίνει ένα πράγμα που έχει μια τέτοια μορφή, από την οποία προκύπτει μέσα της η δυνατότητα σήμανσης τριών διαστάσεων, και μάλιστα με τέτοιο αποκλειστικό τρόπο, ώστε από εκείνη τη μορφή να μην επακολουθεί καμιά άλλη τελειότητα, αλλά όταν επιπροστίθεται και κάτι άλλο, αυτό να κείτεται έξω από τη σημασία του έτσι νοούμενου σώματος. Και κατ’ αυτό τον τρόπο θα είναι το σώμα ένα συστατικό και υλικό μέρος του ζώου: διότι έτσι η ψυχή θα είναι έξω από αυτό που σημάνθηκε με τη λέξη «σώμα», και θα επιπροστίθεται στο σώμα, έτσι ώστε από αυτά τα δύο, δηλαδή από την ψυχή και το σώμα ως μέρος του, θα συγκροτείται το ζώο.
Η λέξη «σώμα» μπορεί να κατανοηθεί [όπως είπαμε] και κατά τέτοιον τόπο, ώστε να σημαίνει ένα πράγμα που έχει μια τέτοια μορφή, βάσει της οποίας μπορούν μέσα σ’ αυτό να σημανθούν τρεις διαστάσεις, οποιαδήποτε μορφή και αν είναι εκείνη, είτε μπορεί απ’ αυτήν να προκύψει κάποια περαιτέρω τελειότητα είτε όχι. Και κατ’ αυτό τον τρόπο το σώμα θα είναι γένος του ζώου, διότι μέσα στο ζώο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό τίποτα, που να μην περιέχεται ενδιάθετα μέσα στο σώμα. Η ψυχή δηλαδή δεν είναι μια άλλη μορφή, παρά εκείνη μέσω της οποίας μπόρεσαν μέσα σ’ εκείνο το πράγμα να σημανθούν τρεις διαστάσεις. Γι’ αυτό όταν είπαμε ότι «σώμα είναι ο,τι έχει μια τέτοια μορφή, βάσει της οποίας μπορούν να σημανθούν μέσα σ’ αυτό τρεις διαστάσεις», τούτο αναφερόταν σε οποιαδήποτε μορφή, είτε αυτή είναι η φύση του ζώου είτε της πέτρας είτε οποιαδήποτε άλλη. Έτσι και η μορφή του ζώου περιέχεται ενδιάθετα μέσα στη μορφή του σώματος, καθόσον το σώμα είναι γένος του ζώου.'

Θωμάς Ακινάτης, Περί του Όντος και της Ουσίας (De Ente et Essentia), μτφρ. Γιάννης Τζαβάρας, εκδ. Δωδώνη

Εξώφυλλο: Άντριου Στιούαρτ, Τέχνη Επιθυμία και Σώμα στην Αρχαία Ελλάδα

'Η τέχνη μνημειώνει, παγώνει, αρνείται τον χρόνο, αρνείται τον χρόνο, ακυρώνει την απουσία και ρίχνει το γάντι στη φθορά· αλλά και ζωντανεύει, δημιουργεί παρουσίες και απολαύσεις. Έχει όμως και ερωτική διάσταση, αφού υποστασιοποιεί το βεληνεκές της επιθυμίας. Αρκετές ιστορίες δείχνουν πως οι Έλληνες πίστευαν ότι η επιθυμία και η ερωτικοποιημένη ματιά ήταν ενσωματωμένες εξαρχής στο καλλιτέχνημα, αλλά η υλικότητά του, η αναπόφευκτη ετερότητά του, αφήνει τελικά ανικανοποίητο αυτό που αρχικά ενθάρρυνε.
Σε ένα διάσημο χωρίο, ο Ρωμαίος εγκυκλοπαιδιστής Πλίνιος ο Πρεσβύτερος διατείνεται ότι τόσο η ζωγραφική όσο και η πηλοπλαστική ξεκίνησαν από το περίγραμμα της σκιάς ενός ανθρώπου πάνω σε έναν τοίχο, και σχετικά με τη δεύτερη περίπτωση αποκαλύπτει γιατί θα ήθελε κανείς να κάνει κάτι τέτοιο.
Χρησιμοποιώντας την ίδια τη γη ο Σικυώνιος κεραμέας Βουτάδης ανακάλυψε πρώτος αυτός στην Κόρινθο πως να πλάθει ομοιώματα με «άργιλο» και αυτό χάρη στην κόρη του που ήταν ερωτευμένη με κάποιον νέο. Όταν αυτός επρόκειτο να φύγει σε άλλη χώρα, εκείνη σχεδίασε το περίγραμμα της σκιάς του προσώπου του που ’ριχνε το λυχνάρι στον τοίχο. Ο πατέρας της, γεμίζοντας το περίγραμμα με άργιλο, έφτιαξε ένα ανάγλυφο που το άφησε να στεγνώσει μαζί με τ’ άλλα κεραμικά και μετά το ’ψησε στο φούρνο. Λένε ότι αυτό το αποτύπωμα φυλασσόταν στο Νυμφαίο μέχρι που ο Μόμμιος κατέστρεψε στην Κόρινθο.
Αυτή η ιστορία εμφανίζεται επίσης στο Θιβέτ και στη Μογγολία. Πρέπει λοιπόν να είναι πολύ παλιά. Ο Πλίνιος δεν αναφέρει αν η κόρη βρήκε ικανοποιητικό το ομοίωμα, άλλοι όμως αρχαίοι συγγραφείς διερεύνησαν με αγαλλίαση τη λανθάνουσα ειρωνεία της κατάστασης. Γιατί τα ομοιώματα είναι τελικά τραγικά: τα κατασκευάζουμε για να θεραπεύσουμε την επιθυμία μας, αλλά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να την οξύνουν. Δίνουν ερωτική χροιά στο βλέμμα μας μόνο και μόνο για να το αφήσουν ανικανοποίητο. Και αντί να νικάνε τον χρόνο, αναπόφευκτα πέφτουν θύμα του.
Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι τοποθετούσαν το πρόβλημα ακριβώς στην αλλοιώτικη επίδραση της τέχνης ή τεχνουργίας [facture]: του υλικού, της τεχνικής και της δεξιοτεχνίας συγχρόνως. Αν και μιλούσαν μερικές φορές για τα δικά τους λατρευτικά αγάλματα σαν να επρόκειτο για τους θεούς τους ίδιους και όχι απλά για τα είδωλά τους (μια πανάρχαια σύγχυση), σαφώς αντιλαμβανόταν ότι αυτό που διαχωρίζει την κατασκευασμένη από τον άνθρωπο εικόνα από το απόν εικονιζόμενο θέμα είναι η τεχνουργία. Όπως η παρατήρησε εύστοχα ένας κριτικός, οι πρώιμοι Έλληνες είχαν την τάση να κρίνουν τα ομοιώματα όπως εμείς σήμερα κρίνουμε τα αυτοκίνητα, χρησιμοποιώντας ως βασικά κριτήρια την τεχνική αρτιότητα, την κομψότητα και τη σαγηνευτική λάμψη. Επαινούσαν λοιπόν τα καλύτερα ως πολυδαίδαλα (με φοβερή διακόσμηση), περικαλλή (πανέμορφα), και θαύματα ιδέσθαι (που σαστίζεις να τα βλέπεις). Μόνον αργότερα, προς το τέλος του πέμπτου αιώνα, κάνουν την εμφάνισή τους η απάτη (ψευδαίσθηση) και άλλα καθαυτό αισθητικά κριτήρια.
Ένα ομηρικό χωρίο ίσως μας βοηθήσει να διασαφήσουμε τα ζητήματα που θίξαμε. Ο πανούργος Οδυσσέας, μεταμφιεσμένος προσπαθεί να πείσει την ανύποπτη Πηνελόπη ότι έχει πρόσφατα δει τον άντρα της, προετοιμάζοντας την έτσι για τα νέα της επικείμενης άφιξής του:

Κι όμως θα σου περιγράψω, όπως τον φέρνει η φαντασία μου.
Χλαίνη φορούσε πορφυρή, σγουρή, διπλόφαρδη ο θείος Οδυσσέας,
διπλά θηλυκωμένη με χρυσή περόνη, και πάνω της στολίδι σκαλισμένο:
σκύλος στα μπροστινά του πόδια κράταγε κατάστικτο ελαφάκι,
το δάγκωνε, κι αυτό να σπαρταρά· όλοι κοιτούσαν κι αποθαύμαζαν
το χρυσαφένιο σύμπλεγμα· έβλεπες το σκυλί το νεογνό να πνίγει
κι αυτό να θέλει να ξεφύγει σπαρταρώντας απ’ τη δαγκάνη των ποδιών.

Εδώ ο Οδυσσέας περιγράφει δύο φορές την περόνη, πρώτα από την προσωπική του προοπτική ως αυτόπτη μάρτυρα, και κατόπιν από εκείνη του πλήθους γύρω του. Πρώτα επισημαίνει το υλικό, την κατασκευή, το σχέδιο της, και μετά μνημονεύει τον θαυμασμό του πλήθους μολονότι τα ζώα ήταν χρυσά, ωστόσο έμοιαζαν να είναι ζωντανά και να παλεύουν. Αυτή η διττή αντίδραση είναι αυτό που οι αισθητικοί ονομάζουν «θέαση εντός» [seeing-in]. Όπως εξηγεί ο Richard Neer:
Αντί να δει κανείς μια εικόνα ως το αντικείμενο που αναπαριστά ... βλέπει το αντικείμενο εντός της εικόνας ... Η πρώτη εμπειρία, «η θέαση ως» [seeing as], είναι στην πραγματικότητα απλώς ένα είδος σφάλματος, καθώς αγνοεί τη διάκριση ανάμεσα [π.χ.] στη θέαση ενός πραγματικού λιονταριού και στη θέαση της εικόνας ενός λιονταριού. Η θέαση εντός, από την άλλη μεριά, καταγράφει ακριβώς αυτή τη διαφορά – και επομένως συνιστά, κατά τον Richard Wollheim, «το είδος της θέασης που αρμόζει σε αναπαραστάσεις». Εξ ορισμού πρόκειται για «διττό» φαινόμενο: [ζώα και περόνη είναι] «δύο όψεις μιας και μόνης εμπειρίας ... και οι δύο όψεις είναι διακριτές και συγχρόνως αχώριστες».
Οι ομηρικοί λοιπόν θεατές βλέπουν την ύλη και τη μορφή όχι ως δύο παραπληρωματικά όργανα της ψευδαίσθησης αλλά ως αντίπαλα σημαίνοντα που βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό για την προσοχή του ματιού. Η μορφή έχει ανάγκη την ύλη αλλά πρέπει να την υπερβεί για να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση. Η ύλη είναι άψυχη δίχως τη μορφή αλλά διαρκώς επιζητεί την προσοχή, διαταράσσοντας την αναστολή της δυσπιστίας. Όχι ότι είναι κακός αυτός ο περιπαικτικός δυϊσμός· μάλιστα ο θαυμασμός των θεατών δείχνει ότι είναι ακριβώς η πηγή της οπτικής τους ηδονής. Μίμηση και τεχνουργία στην ελληνική τέχνη συνήθως πηγαίνουν χέρι-χέρι, καθώς σε κάθε πρόοδο στην αναπαράσταση αντιστοιχεί μια ακόμη πιο αυστηρή επιβεβαίωση της τέχνης του βιρτουόζου καλλιτέχνη.
Τέλος, η αντίδραση του πλήθους αποτελεί ένδειξη γι’ αυτό που μερικές φορές άλλες πηγές δηλώνουν σαφώς. Οι τέχνες που εκτιμούνταν περισσότερο ήταν συχνά όχι εκείνες των οποίων τα προϊόντα ήταν πιο εμφανώς μιμητικά, αλλά εκείνες που χρησιμοποιούσαν υλικά με την πιο φυσική λάμψη και εγγενή αξία: χρυσό, ασήμι, πολύτιμος λίθους κτλ. Στην ελληνική τέχνη, οι ιεραρχίες του υλικού και μιμητικού δυναμικού δεν είναι απαραίτητα σύστοιχες.
Ενώ λοιπόν οι άνθρωποι μπορούν να κατασκευάσουν εικόνες που αιχμαλωτίζουν το μάτι, μόνο οι θεοί και τα μυθικά τους υποκατάστατα όπως ο Δαίδαλος μπορούν να κατασκευάσουν τέλεια αυτόματα αθάνατα ομοιώματα που ζουν, κινούνται και –ενίοτε– αγαπούν. Στην τραγωδία Άλκηστις του Ευριπίδη, λόγου χάρη, ο Άδμητος μαραζώνει τόσο πολύ από τον οίκτο για τον ίδιο του τον εαυτό που η σύζυγός του σύντομα θα πεθάνει (αντί για τον ίδιο!), ώστε αποφασίζει να παραγγείλει ένα άγαλμα ζει πλάι του και θα το αγκαλιάζει, γιατί «αν και δεν θα προσφέρει παρά μια ψυχρή απόλαυση, νομίζω ότι μπορεί να ελαφρώνει αυτό το βάρος από την ψυχή μου».
Το απείκασμα εκείνο δεν ήταν παρά ένα οικτρό υποκατάστατο της ζωής, τέσσερις όμως αιώνες αργότερα, ο Οβίδιος έφερε τα πάνω κάτω σε αυτή την αντίληψη: Ο Πυγμαλίων, ανίκανος να τα βγάλει πέρα με τις πραγματικές γυναίκες, κατασκευάζει μια από φίλντισι που είναι πιο αξιαγάπητη από οποιαδήποτε άλλη και την ερωτεύεται. Αυτό το άγαλμα είναι καλύτερο και τον ικανοποιεί περισσότερο από την πραγματική ζωή. Του μιλάει, το αγκαλιάζει, το φιλάει και του φέρνει δώρα, το ντύνει και το στολίζει, έπειτα το γδύνει και το αποθέτει στο κρεβάτι του. Όταν φτάνει η γιορτή της Αφροδίτης προσεύχεται στη θεά να του δώσει μια σύζυγο που να μοιάζει στο άγαλμα. Εκείνη δείχνει κατανόηση και πραγματοποιεί την επιθυμία του. Επιστρέφει σπίτι του, τρέχει στο κρεβάτι του, φιλάει το άγαλμα και το αισθάνεται ζεστό στην αφή. Σιγά-σιγά το φίλντισι γίνεται σάρκα, ξυπνά, ερυθριά και σύντομα ανταποκρίνεται έμπρακτα. Το αναπόφευκτο συμβαίνει και ζήσαμε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Αυτές οι ιστορίες έχουν συσχετιστεί με τη συμπαθητική μαγεία και με την απάλειψη της απόστασης μεταξύ εικόνας και αντικειμένου, σίγουρα όμως δείχνουν το αντίθετο. Ενώ ορίζουν την εικόνα ως θεραπεία της απουσίας, θεαματοποιούν ρητά τη διαφορά τους, προσδιορίζοντας την ως τεχνουργία. Μόνον τότε επισημαίνουν (και μάλιστα όχι πάντοτε) πώς η υπέροχη ομορφιά και η ρεαλιστικότητα του ομοιώματος (και όχι κάποια εγγενής μαγική δύναμη) το έκαναν ικανό να αιχμαλωτίσει το μάτι σε τέτοιο βαθμό που άρχισε να υπερβαίνει τους περιορισμούς του υλικού του και κατ’ αυτόν τον τρόπο να μικραίνει –χωρίς να κλείνει– το χάσμα του πόθου. Μόνον οι θεοί μπορούν να το κάνουν αυτό.'

 

Άντριου Στιούαρτ, Τέχνη Επιθυμία και Σώμα στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Αναστάσιος Νικολόπουλος, εκδ. Αλεξάνδρεια

'Πρώτα απ’ όλα, τι ακριβώς ήταν; Μια τερατώδης εξαίρεση εντελώς έξω από τα όρια της ανθρωπότητας. «Το μοναδικό πράγμα σε σχέση με τον Σαντ», παρατήρησε κάποτε ο Νοντιέ, «είναι ότι έκανε ένα τόσο τερατώδες έγκλημα που δεν θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίζει χωρίς να κινδυνεύει» (κατά μια έννοια αυτή ήταν μια από τις φιλοδοξίες του Σαντ: να είναι αθώος χάριν της ενοχής· να συντρίψει ότι είναι φυσικό μια για πάντα συντρίβοντας τους νόμους με τους οποίους θα είχε κριθεί). Άλλος ένας σύγχρονος, ο Piton, γράφει με ένα φοβερό τρόπο: «Η Δικαιοσύνη τον είχε στριμώξει σε μια γωνία της φυλακής και είχε προσφέρει σε κάθε φυλακισμένο μια βοήθεια να απαλλάξει τον κόσμο από αυτό το βάρος». Όταν αργότερα αναγνωρίστηκε στο Σαντ μια ανωμαλία που την εύρισκε κανείς και σε ορισμένους άλλους ανθρώπους, τότε γρήγορα και προσεκτικά σφραγίστηκε μέσα σ’ αυτήν την ακατανόμαστη διαστροφή, στην οποία κανένα άλλο όνομα, εκτός από το όνομα αυτού του μοναδικού ανθρώπου, δεν θα μπορούσε να δοθεί. Ακόμα κι αργότερα, όταν αυτή η ανωμαλία θεωρήθηκε ότι εξύψωνε τον Σαντ, όταν τον αντιλαμβανόντουσαν και σαν έναν άνθρωπο αρκετά ελεύθερο ώστε να έχει εφεύρει μια νέα επιστήμη, και, εν πάση περιπτώσει, σαν έναν εξαιρετικό άνθρωπο, τόσο σε σχέση με το πεπρωμένο του, όσο και σε σχέση με τις ασχολίες του, κι όταν, τελικά, ο σαδισμός θεωρήθηκε σαν μια ενδιαφέρουσα για όλη την ανθρωπότητα δυνατότητα – ακόμα και τότε η σκέψη του Σαντ εξακολούθησε να είναι παραμελημένη, σαν να μην υπήρχε αμφιβολία ότι ο σαδισμός έχει περισσότερη αυθεντικότητα και πρωτοβουλία απ’ όση ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος ο Σαντ τον ερμήνευε. Εξετάζοντάς την από πιο κοντά, ωστόσο, βλέπουμε ότι δεν είναι αμελητέα κι ότι μέσα από τις πλέριες αντιφάσεις της, προκύπτουν, πάνω στο πρόβλημα που υποδηλώνει το όνομά του Σαντ, εμβαθύνσεις πολύ πιο ουσιαστικές από ότι έχουν πει πάνω στο θέμα μέχρι σήμερα ακόμα κι οι πιο φωτισμένοι εγκέφαλοι. Δεν λέμε ότι αυτή η φιλοσοφία μπορεί να επιβιώσει. Αλλά δείχνει πράγματι, ότι ανάμεσα στο φυσιολογικό άνθρωπο που φέρνει τον σαδιστικό, άνθρωπο σ’ ένα αδιέξοδο, και στο σαδιστή που μετατρέπει το αδιέξοδο σε διέξοδο, είναι ο δεύτερος που έχει πλησιάσει περισσότερο την αλήθεια, που ξέρει κάτι περισσότερο για τη λογική της κατάστασής του και που έχει μια βαθύτερη κατανόηση της, και είναι αυτός που βρίσκεται σε θέση να βοηθήσει τον φυσιολογικό άνθρωπο να φτάσει στην αυτογνωσία, βοηθώντας τον να τροποποιήσει τις βάσεις όλης της κατανόησης.'

 

Μορίς Μπλανσό, 'Σαντ', μτφρ. Αντρέας Κανελλίδης

*

'Ο σαδισμός είναι κάτι που θα μπορούσαμε ίσως να το φέρουμε πάνω μας σαν ένα σάρκωμα, που είχε κάποτε για τον άνθρωπο μια σημασία που δεν την έχει πιά, και το οποίο είναι εύκολο να το αφαιρούμε κατά βούληση, εις μεν τον εαυτό μας με την άσκηση, εις δε τον άλλο με τον κολασμό: την ίδια μέθοδο χρησιμοποιεί ο χειρούργος στη σκωληκοειδίτιδα, κι ο μαιευτήρας στον τοκετό – ο λαός στους βασιλιάδες του. Μήπως πρόκειται, αντίθετα, για ένα κυρίαρχο και άκαμπτο τμήμα του ανθρώπου, ο οποίος όμως θα απεκδύετο έτσι έτσι τη συνείδησή του; Πρόκειται μήπως, με μία λέξη, για την καρδιά του – δεν μιλώ για το όργανο που λειτουργεί σαν αντλία αίματος στον οργανισμό, αλλά για αισθήματα ζωηρά – για το ενδόμυχο εκείνο στοιχείο του οποίου το σύμβολο είναι αυτός ο κρεάτινος όγκος;
Στην πρώτη περίπτωση, ο άνθρωπος της λογικής θα δικαιωνόταν. Ο άνθρωπος θα κατασκεύαζε χωρίς περιορισμό τα εργαλεία της ευημερίας του, θα ανήγαγε στους νόμους του ολάκερη τη φύση, θα γλίτωνε απ’ τους πολέμους και τη βία δίχως να χρειαστεί να μεριμνήσει ιδιαίτερα για μια μοιραία κλίση η οποία, ίσαμε σήμερα, τον έδενε επίμονα στον τροχό της δυστυχίας. Τούτη η κλίση δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά μια κακή συνήθεια, την οποία θα ήταν αναγκαίο και εύκολο να περιορίσει.
Στη δεύτερη περίπτωση, φαίνεται πως η καταστολή της συνήθειας αυτής θα έθιγε την ύπαρξη του ανθρώπου σε σημείο ζωτικό.
Η πρόταση απαιτεί να διατυπωθεί με ακρίβεια: είναι τόσο βαριά, ώστε δεν θα μπορούσε ούτε για μια στιγμή να διατηρηθεί στην αοριστία.
Εικάζει εν πρώτοις για την ανθρωπότητα μιαν ακατανίκητη παραφορά που την ωθεί να καταστραφεί και την εναρμονίζει με την αδιάκοπη και αναπόδραστη καταστροφή του κάθε τι που γεννιέται, μεγαλώνει και πασχίζει να διαρκέσει.
Κατά δεύτερο λόγο, προσδίδει σ’ αυτή την παραφορά και σ’ αυτή την εναρμόνιση μια σημασία ούτως ειπείν θεϊκή, ή, ακριβέστερα, ιερή: μέσα μιας ακριβώς βρίσκεται ο πόθος να αναλώσουμε και να καταστρέψουμε, να κάνουμε παρανάλωμα τους φυσικούς μας πόρους. Πρόκειται γενικά για την ευτυχία που μας χαρίζει η ανάλωση, το παρανάλωμα, η καταστροφή (πράγματα που φαντάζουν στα μάτια μας θεϊκά, ιερά), και που μόνον αυτά ορίζουν μέσα μας διαθέσεις κυριαρχικές, δηλαδή ακαταλόγιστες, χωρίς χρησιμότητα που δεν εξυπηρετούν παρά μόνον αυτό που είναι, και δεν υπόκεινται ποτέ σε απώτερους σκοπούς.
Κατά τρίτο λόγο, η πρόταση σημαίνει ότι μια ανθρωπότητα, που πιστεύει πως είναι ξένη απέναντι στις διαθέσεις αυτές, τις οποίες απέρριψε με την πρώτη λογική σκέψη θα μαραινόταν, θα έφθινε και θα περιοριζόταν στο σύνολό της σε μια κατάσταση ομοία μ’ αυτή των γερόντων (πράγμα που τείνει ν’ αναπαράγεται, μα όχι εντελώς στην εποχή μας), αν δεν συμπεριφερόταν, από καιρό σε καιρό, μ’ έναν τρόπο τελείως αντίθετο προς τις αρχές της.
Η πρόταση συναρτάται, κατά τέταρτο λόγο, με την ανάγκη που συνέχει τον άνθρωπο της εποχής – εννοούμε το φυσιολογικό άνθρωπο – · να φτάσει στη συνείδηση του εαυτού και να μάθει, προκειμένου να περιορίσει τις καταστροφικές επιπτώσεις της, ποιες είναι οι κυριαρχικές βλέψεις της: να χρησιμοποιήσει αν του αρέσει αυτές τις επιπτώσεις, μα όχι πια να τις αναπαράγει πέρα απ’ το όριο που θέλει αυτή, και να αντιταχθεί σ’ αυτές αποφασιστικά στο μέτρο όπου δεν μπορεί να τον υποφέρει.'

 

Ζορζ Μπατάιγ, 'Αν Θαυμάζουμε τον Σαντ Αποδυναμώνουμε τη Σκέψη του', μτφρ. Αντρέας Κανελλίδης

*

'Μέσα στο έργο του Σαντ λειτουργεί μια συγκεκριμένη θεωρία που ποτέ και σε οποιοδήποτε επίπεδο δεν χάνει την ευκαιρία να επανέρχεται στην επισήμανση των θέσεων που θα μπορούσαν να την προδώσουν (διδασκαλία Ρουσσώ, δημοκρατικός θεϊσμός). Αυτή ακριβώς η θεωρία, που μπορεί να εννοηθεί σαν μια συνέπεια με συστηματική εξάπλωση της υλιστικής σκέψης του 18ου αιώνα, απαιτεί να διαβαστεί με αφετηρία την πολλαπλότητα των κειμένων που θέτει σε λειτουργία. Εάν προσπαθήσουμε να διαβάζουμε ένα μόνο από αυτά σε καμιά περίπτωση δεν διαβάζουμε τον Σαντ· τότε ο Σαντ δεν είναι αναγνώσιμος. Το να διαβάσουμε μόνο τα κείμενα μυθοπλασίας (de posture)= νεύρωση. Το να διαβάσουμε μόνο τα διδακτικά κείμενα, αρνούμενοι ή αδυνατώντας να διαβάσουμε τα κείμενα της μυθοπλασίας = νεύρωση. Η ανάγνωση του Σαντ περνά από τα πρώτα στα δεύτερα χωρίς ποτέ να αφήνεται να πέσει στην παγίδα μιας κουλτούρας που υπαινίσσεται τον περιορισμό κάθε κειμένου σε μια μονάδα και την απλή πρόσθεση των μονάδων. Ο Σαντ είναι αναγνώσιμος μόνο για ένα τρόπο ανάγνωσης που αντιμετωπίζει συνειδητά την πολλαπλή άρθρωση των αντιφάσεων των κειμένων και που αυτοαντιμετωπίζεται μέσα απ’ την τάξη των αντιφάσεων αυτών. Δεν είναι όμως αναγνώσιμος από όλους, και ο Σαντ μας προλαβαίνει λέγοντας το ο ίδιος: «Τόσο το χειρότερο για κείνους που δεν ξέρουν να βρίσκουν μόνο το κακό μέσα στις φιλοσοφικές ιδέες, για τους επιδεκτικούς στη διαφθορά. Ποιός ξέρει αν αυτοί δεν θα διαφθείρονταν με τα έργα του Σενέκα και του Σαρρόν. Δεν μιλώ καθόλου γι’ αυτούς. Δεν απευθύνομαι παρά σε ανθρώπους ικανούς να με ακούν κι αυτοί θα με διαβάζουν χωρίς κίνδυνο...». Με το να λέμε για τον Σαντ ότι δεν είναι αναγνώσιμος, σημαίνει ότι είναι καιρός πια να διαβαστεί, και από όλους.'

 

Μαρσελέν Πλενέ, 'Ο Σαντ Αναγνώσιμος', μτφρ. Δημήτρης Μαυρίκος

*

'Η έννοια του να έχεις ένα σώμα διαφορετικό από το ίδιο σου το σώμα είναι χωρίς αμφιβολία χαρακτηριστική της διαστροφής: αν και ο διεστραμμένος νιώθει τη διαφοροποίηση του ξένου σώματος, αυτό που αισθάνεται περισσότερο είναι το σώμα του άλλου σαν να ήταν το δικό του. Και αυτό το σώμα, που με τρόπο επαγωγικό και κωδικοποιημένο είναι το δικό του, το αισθάνεται σαν να ήταν στην πραγματικότητα ξένο προς αυτόν τον ίδιο, ξένο δηλαδή προς αυτή την ανυπότακτη λειτουργία που τον ορίζει. Για να μπορέσει να συλλάβει την έννοια της επίδρασης της ίδιας του της βίας πάνω στον άλλο, εγκαθίσταται εκ των προτέρων μέσα στον άλλο. Μέσα από τις αντιδράσεις του αλλότριου σώματος επιβεβαιώνει τούτη τη διαφοροποίηση: την εισβολή μιας ξένης δύναμης στο εσωτερικό του «είναι». Βρίσκεται ταυτόχρονα και «εντός» και «εκτός».
Πως γίνεται αυτό; Οπωσδήποτε όχι, αρχικά, από την προσφυγή στη βία, που μπορεί να φτάσει και ως το έγκλημα αλλά δια μέσου της φαντασίας, η οποία προϋπάρχει σε κάθε πράξη βίας, μ’ άλλα λόγια από την υπέροχη του φανταστικού πάνω στο πραγματικό. Αυτή η υπεροχή του φανταστικού ενυπάρχει μέσα στην ίδια την έκφραση της ηδονής, απ’ όπου και αντλεί την ικανότητα να επεκτείνεται μέσα στην προβολή της ίδιας της της εικόνας: με την επέκταση της ηδονής σε όργανα που δεν έχουν σχέση με τη λειτουργία της αναπαραγωγής και τελικά με την αδρανοποίηση των παραγωγικών οργάνων μπρος σε μια δίχως χρησιμότητα απόλαυση.
Εδώ η φαντασία, που προϋπάρχει της διεστραμμένης πράξης, σχηματίζεται από τις σχέσεις έντασης που ο ορθολογισμός θα έπρεπε να είχε αποκλείσει για να εγκαθιδρυθεί, κάνοντας αρχή από την υποταγή των ζωικών λειτουργιών του είδους. Την ίδια στιγμή που ο ορθολογισμός (ή «λογική» γλώσσα) ισχυρίζεται ότι εξασφαλίζει την ισορροπία που το είδος είχε βρει χάρις στις εμπειρικές συνήθειές του, ή φαντασία συλλαμβάνει αυτά τα σχήματα μ’ ένα τρόπο απατηλό, έτσι ώστε το υπάρχον όργανο να έχει μια «λειτουργική» θέση εντελώς αφηρημένη, άρα ιδανική. Είναι προφανές πως μέσα σ’ αυτά τα σχήματα η έλλειψη συναρμογής της φαντασίας αποτελεί παράγοντα ερεθισμού με τέτοιο τρόπο ώστε η υπάρχουσα δομή να προσφέρει ένα πεδίο όπου η υπέρβαση επιβάλλεται στο όνομα εκείνου που είναι απών: και να είναι έτσι η ιδανική σύνθεση του ανδρό-γυνου.'

 

Πιερ Κλοσοφσκί, 'Η Παρουσίαση του Ανδρό-γυνου κατά τον Σαντ', μτφρ. Μπήλιω-Διονυσία Τσουκαλά

από το Μαρκήσιος Ντε Σαντ, εκδ. Αιγόκερως

Εξώφυλλο: Γιάκο Χίντικα, Δύο Κείμενα για τον Βιτγκενστάιν

'Ομολογουμένως, οι απόψεις του Wittgenstein για το άρρητο συνδέονται με την ηθική στάση του. Ωστόσο, συνδέονται με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που συνήθως αναγνωρίζεται και χωρίς να αποκλείεται η σύνδεση μεταξύ σημαντικής και άρρητου. Όπως έχω ισχυριστεί, η κύρια ιδέα του Wittgenstein ήταν όμοια με εκείνη του Karl Kraus. Και για τους δύο, η βάσανος της ηθικής αυθεντικότητας είναι η αυθεντικότητα της γλώσσας. Κατά τον Wittgenstein, τα μη εκφράσιμα εσωτερικά όρια της γλώσσας που αποκλείουν αυτό που δεν μπορεί να λεχθεί δεν έχουν μόνο διανοητική διάσταση. Έχουν και ηθική. Σηματοδοτούν τα όρια του έντιμου, ειλικρινούς, ανεπιτήδευτου λόγου.
Αυτό ακριβώς εννοεί ο Wittgenstein όταν αποκαλεί την ηθική υπερβατολογική [transcendental], δηλαδή αυτήν που αφορά τα όρια της γλώσσας, παρά υπερβατική [transcendent], δηλαδή αυτήν που υπάρχει πέρα από αυτά τα όρια. Συνεπώς, η σημασιολογική θεωρία του Tractatus υπηρετεί ipso facto ηθικούς σκοπούς. Τα λόγια του Wittgenstein ότι «ηθική και αισθητική είναι ένα» (6.421) δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ηχώ του G.E. Moore. Θα μπορούσε να είχε πει πιο αιχμηρά ότι «ηθική και σημαντική είναι ένα». Και οι δύο υπερβαίνουν τη δυνατότητα γλωσσικής έκφρασης για τον ίδιο λόγο. Όπως έχω αναρωτηθεί και αλλού: μήπως το Tractatus, κατά βάθος, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα κήρυγμα γύρω από τη ρήση «ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναὶ, οὔ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν» (κατά Ματθαίων, 5.37); Μήπως το Tractatus, στην πρόταση (4.023) «Η πραγματικότητα πρέπει τελεσίδικα να προσδιορίζεται από την πρόταση με ένα ναι ή ένα όχι», απηχεί αυτήν τη βιβλική εντολή; Η πιστή, απροϋπόθετη απεικόνιση της πραγματικότητας δεν αποτελεί σκοπό μόνο των θετικιστικών φιλοσόφων. Ήταν ένα αυτο-επιβαλλόμενο ηθικό αίτημα των συγγραφέων και καλλιτεχνών του ρωσικού ρεαλισμού που ο Wittgenstein θαύμαζε.'

 

Γιάκο Χίντικα, Δύο Κείμενα για τον Βιτγκενστάιν, μτφρ. Γιούλη Παπαϊωάννου, εκδ. Πλέθρον

Εξώφυλλο: Βασίλης Αμανατίδης, εσύ: τα στοιχεία

03. [ λίμνη των κύκνων: πρόχειρο
τεστ προς αρχαρίους ]

Και δηλαδή

αν τύχει και εντοπίσεις μόνος στις 5 το πρωί
στη μέση μιας άδειας, συσκοτισμένης Εγναντίας ένα
σταματημένο φορτηγό με μισάνοιχτες
τις πόρτες του φορτίου,
και την ώρα που πλησιάζεις να δεις
(με έναν ελάχιστο φόβο στο βήμα)
ξεπηδήσουν από μέσα αυτόματα
(με αναπάντεχο γδούπο)
και κυλισθούν σαν ντόμινο
στην άσφαλτο άψυχοι ανά
στροφοι λαιμοί δε

κά

δων νεκρών κύκνων

τι θα σκεφτείς πρώτο:

τους ανεξήγητους κύκνους
τον κενωμένο δρόμο
τον αθέατο οδηγό
ή το επισφαλές βήμα σου;

Τη λίμνη του αίματος πάνω στην άσφαλτο;
Την αργή της αποξήρανση;
Τα απολυμαντικά του πρωινού οδοκαθαριστή;

Βασίλης Αμανατίδης, εσύ: τα στοιχεία, εκδ. Νεφέλη

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑