'κρατὰω τὴ γεύση τῆς ἐπιδερμίδας σου τὸ ἴδιο βράδυ
στὸ Παρίσι τὸ βράδυ μας
τὸ βράδυ ποὺ εἴπαμε στὸν ὁδηγὸ τοῦ ταξὶ ποὺ γκρίνιαζε
γιὰ τὴν καρέκλα πὼς πηγαίναμε σπίτι μας
ποῦ εἶναι τὸ σπίτι σας γαμῶτο
σπίτι μας ρὲ ἠλίθιε κάνε γρήγορα καὶ πήγαινέ μας σπίτι μας
κρατάω τὸ βράδυ ποὺ εἴπαμε γιὰ πρώτη φορὰ σπίτι μας
κρατάω
δὲν θὰ συμφωνήσουμε ποτὲ στὸ ποιός ἀπὸ τοὺς δύο τὸ εἴπε
πρῶτος κρατάω τὴ δική μου ἐκδοχὴ τῆς πρώτης μας φορᾶς
ἐγὼ ἔβαλα τὸ χέρι μου sorry κι ἐσὺ πόνεσες ἀλλὰ εἶχες πεῖ
ὅτι σοῦ ἄρεσε ὅταν ἦταν βίαιο δὲν ὑπῆρξε ποτὲ πρόβλημα σήμερα
ἀναπαράγεις αὐτὴ τὴ στιγμὴ ὡς πειστήριο διάστασης
δὲν τὸ κρατάω
κρατάω τὴ γεύση τῆς ἐπιδερμίδας σου ἐκεῖνο τὸ βρὰδυ
στὸ Παρίσι
κρατάω τὸν ἀφρὸ τοῦ σπέρματός σου ποὺ στεγνώνει
στὴν κοιλιά μου
κρατάω τὸ πρῶτο μας παιδὶ
κρατάω τὸ δεύτερό μας παιδὶ
κρατάω τὸ τρίτο μας παιδὶ
κρατάω τὴν ἀπουσία σου ὅταν βγαίνεις ὰπὸ τὸ μπάνιο
καὶ ἀναζητῶ στὰ τυφλὰ τὴ μυρωδιά σου
κρατάω τὴν ἀπουσία τοῦ κορμιοῦ σου στὸ σχῆμα
τῶν μαξιλαριῶν
κρατάω τὴν ἀπουσία σου στὴ λεκάνη τῆς τουαλέτας ἀγάπησα
μέχρι καὶ τὰ σκατά σου
ναὶ ὁ ἔρωτας φτάνει καμιὰ φορὰ μέχρι ἐκεῖ κρατάω
κρατάω τὸ πρόσωπό σου ὅταν δὲν καταλαβαίνεις
κρατάω τὸ σπέρμα σου ποὺ σὰν τουφεκιὰ χτυπᾶ τὸ λαιμό μου
κρατάω
τὰ στιλπνὰ δάχτυλά σου ὅταν βγαίνουν ἀπὸ τὸ μουνί μου καὶ
ποὺ δὲν πρέπει νὰ τὰ πλύνεις κρατάω
κρατάω τὸ σάλιο σου στὴ σχισμὴ τοῦ κώλου μου καὶ ὅ,τι
ἀκολουθεῖ κρατάω
τὶς μελανιὲς στὸ δέρμα σου ὅταν σὲ δέρνω κρατάω
τὰ κατακόκκινα μάτια σου ὅταν σφίγγω τὸ λαιμό σου κρατάω
ὅλα τὰ φιλιά μας κρατάω τὶς ὧρες ποὺ δὲν κάναμε τίποτα
κρατάω τὶς μέρες ποὺ δὲν σὲ ἔβλεπα καὶ μοῦ ἔλειπες
κρατάω ὅλες αὐτὲς τὶς στιγμὲς ὅλη αὐτὴ τὴ ζωὴ ποὺ θὲς
νὰ ξεχάσει κρατάω
κρατάω ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωὴ ποὺ δὲν θὰ μοιραστοῦμε τὴν
κρατάω ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωὴ ποὺ δὲν θὰ μοιραστοῦμε τὴν
κρατάω γιὰ μένα σὰν θραῦσμα πληγὴ ἀνοιχτὴ ποὺ κάθε
μέρα θὰ μοῦ θυμίζει πόσο ἀγαπηθήκαμε
ὅμως πρέπει νὰ χωρίσουμε
ἐσὺ τὸ εἶπες
δὲν θὰ παλέψω σῶμα μὲ σῶμα
δὲν ἐπιθυμῶ τὴ μάχη σῶμα μὲ σῶμα
ἀλλὰ τὸ εἶπες καὶ μόνος σου ἡ μάχη σῶμα μὲ σῶμα ἀπαιτεῖ
στενὴ ἐπαφὴ θὰ καταλάβεις μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὴ στενὴ
ἐπαφὴ θὰ τὴν ξεχάσουμε'
Olivier Py, Pascal Rambert, Carine Lacroix Μαρία Ευσταθιάδη Δήμητρα Κονδυλάκη
Πασκάλ Ραμπέρ, 'Το Τέλος του Έρωτα', μτφρ. Νικολίτσα Αγγελακοπούλου, από το Νέο Γαλλικό Θέατρο: Θέατρα. Το τέλος του έρωτα. Burn Baby Burn, εκδ. Άγρα
'Εἶδε ὅτι βρισκόταν στὴν ἀρχαία Πομπηία, καὶ μάλιστα ἀκριβῶς στὶς 24 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 79, τὴν ἡμέρα τῆς τρομερῆς ἔκρηξης τοῦ ἡφαιστείου. Ὁ οὐρανὸς εἶχε τυλίξει τὴ μελλοθάνατη πόλη μ᾽ ἕνα μαῦρο πέπλο καπνοῦ· σκόρπια μόνο διακρίνονταν οἱ φλόγες, ποὺ ξεπηδοῦσαν ἀπὸ τὸν κρατήρα, κατακόκκινες σὰν αἶμα· ὅλοι, μόνοι τους ἤ σὲ ὁμάδες, πάσχιζαν νὰ σωθοῦν μὲ τὴ φυγή, πανικόβλητοι ἀπὸ τὴν πρωτόγνωρη ἀπειλή, ζαλισμένοι ἀπὸ τὴν ἄγνωστη φρίκη. Ἡ βροχὴ τῆς στάχτης καὶ τὰ lapilli, τὰ πετραδάκια τῆς λάβας, ἔπεφταν καὶ στὸ κεφάλι τοῦ Νόρμπερτ, ἀλλὰ ὅπως συμβαίνει μὲ θαυμαστὸ τρόπο στὰ ὄνειρα, δὲν τὸν πλήγωναν. Τὸ ἴδιο μύριζε τὶς θανάσιμες ἀναθυμιάσεις τοῦ θείου στὸν ἀέρα, χωρὶς νὰ ἐμποδίζεται στὴν ἀναπνοή του. Κι ὅπως στεκόταν στὴν ἄκρη τοῦ Forum —τῆς Ἀγορᾶς—, δίπλα στὸ ναὸ τοῦ Δία, εἶδε ξάφνου πολὺ κοντά του τὴν Γκραντίβα. Μέχτι τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἡ σκέψη τῆς παρουσίας της σ᾽αὐτὸ τὸ μέρος δὲν εἶχε περάσει ἀπὸ τὸ μυαλό του, τώρα ὅμως τοῦ φαινόταν κάτι ἀπόλυτα φυσικό, ἡ κοπέλα ἦταν ἀπὸ τὴν Πομπηία καὶ ζοῦσε στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα της· βρισκόταν τόσο κοντά του ὅλον αὐτὸ τὸν καιρό, παρ᾽ ὅλο ποὺ ἐκεῖνος δὲν τὸ εἶχε σκεφτεῖ ποτέ του. Τὴν ἀναγνώρισε μὲ τὴν πρώτη ματιά, τὸ πέτρινο ὁμοίωμά της ἦταν πετυχημένο ὥς τὴν τελευταία λεπτομέρεια· καὶ τὸ βάδισμά της, ποὺ αὐθόρμητα χαρακτήρισε lente festinans, εἶχε ἀποδοθεῖ στὴν ἐντέλεια. Ἔτσι, μὲ ἤσυχη βιασύνη προχωροῦσε στὸ πλακόστρωτο τῆς ἀγορᾶς πρὸς τὸ ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα, γαλήνια καὶ ἀδιάφορη γιὰ τ῀ον κόσμο γύρω της. Ἀπορροφημένη στὶς σκέψεις της, ἔμοιαζε ἐντελῶς ἀδιάφορη μπροστὰ στὴν καταστροφὴ ποὺ εἶχε χτυπήσει τὴν πόλη· κοιτάζοντάς την ξέχασε κι ὁ ἴδιος τὸν κίνδυνο, γιὰ μερικὰ λεπτὰ τουλάχιστον, καὶ προσπάθησε νὰ ἀποτυπώσει μέσα του τὴν εἰκόνα της ξέροντας καλὰ ὅτι ἡ ζωντανὴ Γκραντίβα δὲν θ᾽ ἀργοῦσε νὰ χαθεῖ ἀπὸ τὰ μάτια του. Ξάφνου ἡ σκέψη ὅτι, ἄν καθυστεροῦσε ἔστω καὶ μία στιγμή, θὰ ἔπεφτε κι ἐκείνη θύμα τῆς γενικῆς καταστροφῆς, τὸν χτύπησε ἀπότομα καὶ τὸν τρόμαξε τόσο, ὥστε ἄθελά του σχεδὸν ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ μιὰ προειδοποιητικὴ κραυγὴ ξέφυγε ἀπ᾽ τὰ χείλη του. Ἐκείνη τὴν ἄκουσε, γύρισε τὸ κεφάλι της πρὸς τὸ μέρος του δείχνοντάς του γιὰ μιὰ στιγμὴ ὁλόκληρο τὸ πρόσωπό της· τὸ ὕφος της ἔδειχνε ὅτι δὲν εἶχε καταλάβει τίποτα· καὶ χωρὶς νὰ τοὺ δώσει ἄλλη σημασία, συνέχισε τὸ δρόμο της. Τὸ πρόσωπό της ὅμως ἔχασε τὸ χρῶμα του, ξεθώριασε, σὰν νὰ μεταμορφώθηκε ξαφνικὰ σὲ κατάλευκο μάρμαρο· ἐξακολουθούσε νὰ βαδίζει μέχρι τὴ στοὰ τοῦ ναοῦ, ἐκεῖ κάθισε ἀνάμεσα σὲ δύο κολόνες κι ἀκούμπησε τὸ κεφάλι της στὰ σκαλοπάτια. Τὰ lapilli ἔπεφταν πιὰ πυκνά, ποὺ μιὰ ἀδιαπέραστη κουρτίνα τοῦ ἔκρυψε ἐντελῶς τὴ μορφή της. Τὴν πῆρε τρέχοντας ἀπὸ πίσω, κατευθύνθηκε πρὸς τὸ σημεῖο ὅπου τὴν εἶχε χάσει ἀπὸ τὰ μάτια του, καὶ τὴν ξαναβρῆκε προστατευμένη κάτω ἀπὸ τὸ προστῶο τῆς εἰσόδου, ξαπλωμένη στὰ σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ, σὰν κοιμισμένη. Ἀλλὰ δὲν ἀνάσαινε πιά. Οἱ δηλητηριώδεις ἀναθυμιάσεις τοῦ θείου τὴν εἶχαν πνίξει. Ἡ πορφυρὴ λάμψη ἀπὸ τὴν κπρυφὴ τοῦ Βεζούβιου χόρευε στὸ πρόσωπό της, ποὺ ἄψυχο, μὲ τὰ βλέφαρα κλειστά, ἔμοιαζε μὲ πανέμορφο ἄγαλμα. Οὔτε ἴχνος φόβου ἤ ὀδυνηρῆς ἀγωνίας δὲν παραμόρφωνε τὰ χαρακτηριστικά της· τὸ ὕφος της δὲν πρόδινε παρὰ μιὰ γαλήνια ὑποταγὴ στὸ ἀναπόφευκτο. Γρήγορα ὅμως ἡ εἰκόνα θόλωσε μπροστὰ στὰ μάτια του : ἡ βροχὴ ἀπὸ στάχτη παρασυρμένη ἀπὸ τὸν ἄνεμο, ἔπεσε πάνω της σὰν γκρίζο δαντελένιο πέπλο, ἔσβησε τὴν τελευταία λάμψη τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸ πρόσωπό της καὶ τὴν ἔκρυψε τέλος ὁλόκληρη σκεπάζοντάς τη, σὰν χιόνι τὸ χειμώνα στὸ Βορρά, μ᾽ ἕνα πάπλωμα ἐλαφρὺ κι ὁμοιόμορφο. Οἱ κολόνες τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀπόλλωνα εἴχαν κρυφτεῖ κι αὐτὲς ὥς τὴ μέση κάτω ἀπὸ τὶς γκρίζες στάχτες.'
Βίλχελμ Τζένσεν, 'Γκραντίβα - Μια Πομπηιανή Φαντασία'
*
'Ἕνα ὄνειρο σπάνια εἶναι ἡ ἀπεικόνιση, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ἡ σκημοθεσία μιᾶς καὶ μοναδικῆς σκέψης· πιὸ συχνὰ πρόκειται γιὰ μιὰ σειρά, γιὰ ἕνα δίκτυο ἀπὸ σκέψεις. Ἀπὸ τὸ ὄνειρο τοῦ Χάνολντ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνασύρουμε ἀκόμη μία συνιστώσα τοῦ περιεχομένου του, καὶ ἀφαιρώντας εὐκολα τὴν παραμόρφωσή της, μποροῦμε νὰ ἀποκαλύψουμε τὴ λανθάνουσα ἰδέα ποὺ ἀντιπροσωπεύει. Εἶναι ἕνα κομμάτι τοῦ ὀνείρου, ὅπου μποροῦμε νὰ συμπεριλάβουμε τὴν πεποίθηση τῆς πραγματικότητας, μὲ Γκραντίβα, βαδίζοντας, μεταμορφώνεται σὲ μιὰ πέτρινη ποιητικὴ καὶ γεμάτη νόημα ἀπεικόνιση τῶν πραγματικῶν ἐνδιαφέρον του ἀπὸ τὴ ζωντανὴ ὕπαρξη στὴν πέτρινη ἀναπαράσταση. Ἡ ἀγαπημένη του εἶχε μεταμορφωθεῖ σὲ πέτρινο ἀνάγλυγο. Οἱ λανθάνουσες σκέψεις τοῦ ὀνείρου, ποὺ πρέπει νὰ μείνουν ἀσυνείδητες, θέλουν νὰ μεταμορφώσουν ἐκ νέου αὐτὴ τὴν ἀναπαράσταση σὲ ζωντανὴ ὕπαρξη καὶ τοῦ λένε, σὲ σχέση μὲ τὰ προηγούμενα, κάτι σὰν : ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὸ ἀνάγλυφο τῆς Γκραντίβας ἐπειδὴ σοῦ θυμίζει τὴ Ζωὴ τοῦ παρόντος, ποὺ ζεῖ ἐδῶ. Ἡ εὐαισθησία ὅμως αὐτῆ, ἄν γινόταν συνειδητή, θὰ σήμαινε καὶ τὸ τέλος τοῦ παραληρήματος.
Εἴμαστε, λοιπόν, ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντικαθιστοῦμε χωριστὰ κάθε κομμάτι τοῦ ἔκδηλου ὀνειρικοῦ περιεχομένου μὲ ἀσυνείδητες σκέψεις; Μὲ τὴ στενὴ σημασία, ναί. Ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐρμηνεύσουμε ἕνα ἀληθινὸ ὄνειρο, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποφύγουμε αὐτὴ τὴ ὑποχρέωση. Ὁ ὀνειρευόμενος, τότε, θὰ ὄφειλε νὰ δώσει ὅσο γίνεται πιὸ λεπτομερεῖς ἐξηγήσεις. Εἶνα αὐτονόητο ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ διεκπεραιώσουμε μιὰ τέτοια ἀπαίτηση, ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ πλάσμα τῆς φαντασίας τοῦ συγγραφέα. Πάντως, δὲν παραβλέπουμε ὅτι τὸ βασικὸ περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ ὀνείρου δὲν ἔχει ἀκόμη ὑποβληθεῖ στὸ ἔργο τῆς ἑρμηνείας καὶ τῆς μετάφρασης.
Τὸ ὄνειρο τοῦ Χάνολντ εἶναι βέβαια ἕνα ὄνειρο ἄγχους. Τὸ περιεχόμενό του εἶναι τρομαχτικό, ὁ ὀνειρευόμενος νιώθει ἀγχωμένος στὸν ὕπνο του καὶ στὴ συνέχεια παραμένουν ὀδυνηρὰ συναισθήματα. Ὅλα αὐτὰ δὲν μᾶς φτάνουν, στὴν προσπάθειά μας νὰ ἐξηγήσουμε τὸ ὄνειρο. Εἶμαστε καὶ πάλι ἀναγκασμένοι νὰ δανειστοῦμε πολλὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὴ θεωρία τῆς ἑρμηνείας τῶν ὀνείρων. Ἡ τελευταία μᾶς ὑπενθυμίζει πὼς δὲν πρέπει νὰ διαπράξουμε τὸ λάθος νὰ θεωρήσουμε ὅτι τὸ ἄγχος, ποὺ νιώθει κανείς σὲ ἕνα ὄνειρο, ἀπορρέει ἀπὸ τὸ περιεχόμενό τοῦ ὀνείρου, οὔτε ἐπίσης νὰ χειριστοῦμε τὸ περιεχόμενο τοῦ ὀνείρου σὰν τὸ περιεχόμενο μιᾶς παράστασης τοῦ ξύπνου. Μᾶς ἐφιςτᾶ τὴν προσοχὴ στὸ γεγονὸς ὅτι συχνὰ ὁνειρευόμαστε τὰ πιὸ φριχτὰ πράγματα, χωρὶς νὰ νιώσουμε ἐντούτοις ἴχνος ἄγχους. Μᾶλλον, ἠ ἀληθινὴ κατάσταση τῶν πραγμάτων εἶναι ἐντελῶς διαφερετική· δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὴ μαντέψουμε, ἀλλὰ σίγουρα μποροῦμε νὰ τὴν τεκμηριώσουμε. Τὸ ἄγχος τοῦ ἀγχωτικοῦ ὀνείρου, ὅπως ἐν γένει καὶ κάθε νευρικὸ άγχος, ἀντιστοιχεῖ σ᾽ ἕνα σεξουαλικὸ συναίσθημα, σὲ μιὰ λιβιδινικὴ αἴσθηση, καὶ προκύπτει ἀπὸ τὴ λίμπιντο μέσα ἀπὸ τὴ διαδικασία τῆς ἀπώθησης. Στὴν ἑρμηνεία τοῦ ὀνείρου θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ ἀντικαταστήσουμε τὸ ἄγχος μὲ μιὰ σεξουαλικὴ φιέγερση. Τὸ ἄγχος ποὺ προκύπτει μ᾽αὐτὸ τὸν τρόπο, ἀσκεῖ —ὄχι μόνιμα, ἀλλὰ συχνὰ— μία ἐπιλεκτικὴ ἐπιρροὴ στὸ ὀνειρικὸ περιεχόμενο καὶ φέρνει στὸ ὄνειρο στοιχεῖα παραστάσεων τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴ συνειδητὴ καὶ ἐσφαλμένη θεώρηση τοῦ ὀνείρου, ταιριάζουν μὲ τὸ συναίσθημα ἄγχους. Ὅπως ἤδη εἴπαμε, τοῦτο δὲν εἶναι μὲ κανέναν τρόπο ἡ πιὸ συνηθισμένη περίπτωση, γιατὶ ὑπάρχουν ἀρκετὰ ὄνειρα ἄγχους στὰ ὁποῖα τὸ περιεχόμενο δὲν εἶναι καθόλου τρομαχτικό, κι ἔτσι δὲν μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε συνειδητὰ τὸ ἄγχος ποὺ νιώθουμε.
Γνωρίζω ὅτι αὐτὴ ἡ ἐξήγηση τοῦ ἄγχους στὸ ὅνειρο ἠχεῖ πολὺ περίεργα καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ πιστέψουν εὔκολα σ᾽ αὐτήν. Αὐτό, πάντως, ποὺ συμβουλεύω εἶναι νὰ ἐξοικειωθοῦμε μαζί της. Αὐτὸ, πάντως, ποὺ συμβουλεύω εἶναι νὰ ἐξοικειωθοῦμε μαζί της. Θὰ ἦταν ἄλλωστε δίκαια παράδοξο, ἐὰν τὸ ὄνειρο τοῦ Νόρμπερτ Χάνολντ συνδεόταν μὲ τοὺτη τὴ θεώρηση τοὺ ἄγχους καὶ ἐξηγοῦνταν σύμφωνα μ᾽ αὐτήν. Θὰ λέγαμε, τότε, ὅτι ἡ ἐρωτικὴ ἐπιθυμία κατὰ τὴ διάρκεια τὴς νύχτας διεγείρεται στὸν ὀνειρευμένο, ἐξαπολύει μιὰν ἰσχυρὴ ἐπίθεση, γιὰ νὰ τοῦ καταστήσει συνειδητὲς τὶς ἀναμνήσεις τῆς ἀγαπημένης του καὶ γιὰ νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὸ παραλήρημα, προσκρούει ὅμως ξανὰ σὲ ἄρνηση καὶ μεταμορφώνεται σὲ ἄχγπς, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ σειρά του προσδίδει στὸ περιεχόμενο τοῦ ὀνείρου τὶς τρομαχτικὲς εἰκόνες ἀπὸ τὶς σχολικὲς ἀναμνήσεις τοῦ ὀνειρευόμενου. Μ᾽αὐτὸ τὸν τρόπο, τὸ ἀληθινὸ ἀσυνείδητο περιεχόμενο τοῦ ὀνείρου, ἡ ἐρωτικὴ λαχτάρα γιὰ τὴ Ζωή, ποὺ εἶχε γνωρίσει ἄλλοτε στὸ παρελθόν, μετασχηματίζεται καὶ γίνεται τὸ ἔκδηλο περιεχόμενο τῆς καταστροφῆς τῆς Πομπηίας καὶ τῆς ἀπώλειας τῆς Γκραντίβας.'
Σίγκμουντ Φρόιντ, 'Το Παραλήρημα και τα Όνειρα στην «Γκραντίβα» του W. Jensen'
από το Γκραντίβα - Μια Πομπηιανή Φαντασία / Το Παραλήρημα και τα Όνειρα στην «Γκραντίβα», μτφρ. Μαρία Αγγελίδου & Πάνος Αλούπης, εκδ. Άγρα
'«... το μείγμα του κρασιού και του αίματος σε αυτό το απίστευτο δείπνο, ας φανεί όπως το βλέπω στο μόριό μου κάθε φορά που το αίμα αναμειγνύεται με το σπέρμα ή με το σάλιο της πεολειχίας, περιγράφω το μόριό μου μέσα από χιλιετίες ιουδαϊσμού, το περιγράφω (μικροσκοπία, φωτογραφία, στερεοφωτοτυπία) όσο αντέχει το χαρτί, κάνω όλους τους αναγνώστες να τους τρέχουν τα σάλια, να υγρανθούν τα χείλια τους, τα πάνω και τα κάτω, βαλμένοι ο ένας μετά τον άλλο στα μαξιλάρια, ακριβώς στα γόνατα του “ανάδοχου” Ηλία–το μεγάλο πένθος–, δεν θέλω να αφήσω τίποτε, αν γίνεται, στη σκιά όλων αυτών των πραγμάτων που με σχετίζουν με τον ιουδαϊσμό, μια συμμαχία που διακόπηκε από όλες τις απόψεις (Καρέτ), ίσως λόγω μιας άπληστης εσωτερίκευσης, και με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους: ο τελευταίος των Εβραίων, αυτός είμαι εγώ, [...] ο περιτμημένος Εβραίος είναι ο κανονικός» (30.12.1976), να λοιπόν αυτό που οι αναγνώστες δεν θα έχουν μάθει για εμένα, το κόμμα που θα χρειάζομαι από δω και στο εξής για να πάρω μια ανάσα, μια ασυνέχεια χωρίς διακοπή, ο διαφορετικός πλέον ρυθμός της γραφής μου, της γραφικής μου, αυτής που δεν διακόπτεται πια από τελείες, που πάει από το ένα γράμμα στο άλλο για να δένει ολοένα και καλύτερα αλλά να διαβάζεται ολοένα και δυσκολότερα, εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, σαν τη θρησκεία μου για την οποία κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτε, ούτε και η μητέρα μου καταλάβαινε, λίγο καιρό πριν ρωτούσε τρίτους, καθώς δεν τολμούσε να μου μιλήσει σχετικά, αν πίστευα στον Θεό, nutrierat filios totiens eos parturiens, quotiens abs te deuiare cernebat, αλλά μάλλον ήξερε πως η σταθερή παρουσία του Θεού στη ζωή μου έχει άλλα ονόματα, έτσι ώστε δικαιολογημένα να θεωρούμαι άθεος, η πανταχού παρουσία μέσα μου αυτού το οποίο ονομάζω Θεό στη γλώσσα, είναι μια παρουσία η οποία δεν ανήκει ούτε σε έναν αυτόπτη μάρτυρα ούτε σε μια φωνή που δεν κάνει κάτι άλλο από το να μου μιλά χωρίς να λέει τίποτε, η οποία δεν είναι ούτε ένας υπερβατικός νόμος ούτε μια εμμενής σεχινά, η θηλυκή μορφή ενός Γιαχβέ που μου είναι τόσο ξένη και τόσο οικεία, αλλά το μυστικό από το οποίο παραμένω αποκλεισμένος, όταν το μυστικό συνίσταται στο ότι σας το κρατάνε μυστικό αυτοί που γνωρίζουν το μυστικό σας, πόσοι είναι αυτοί, και δεν τολμούν να σας ομολογήσουν πως δεν είναι πλέον μυστικό γι’ αυτούς, και μοιράζονται μαζί σας το κοινό μυστικό, αφήνοντάς σας να υποθέσετε πως το ξέρουν χωρίς να το λένε, και, από κει κι έπειτα, αυτό που δεν έχετε ούτε το δικαίωμα ούτε τη δύναμη να ομολογήσετε, και δεν χρειάζεται να το γνωστοποιήσετε, να το δώσετε ανοικτά στη δημοσιότητα από την οποία είστε ο πρώτος και ο μοναδικός που αποκλείεται, η καθαρά θεολογική υπόθεση μιας θυσίας χωρίς θύμα, ένα στοίχημα που παρατείνεται επ’ άπειρον, ο Θεός που έρχεται να κυκλοφορήσει ανάμεσα στα ανομολόγητα, όπως ανομολόγητος παραμένει κι ο ίδιος, σαν ένας γιος που δεν θα έφερε το όνομά μου, σαν ένας γιος που δεν θα έφερε το όνομά του, σαν ένας γιος που δεν θα έφερε κανένα όνομα, και εάν, προκειμένου να καταστήσει δυνατό αυτό το πέραν του ονόματος, ενόψει και εξαιτίας αυτής της απαράδεκτης ονομασίας του εαυτού, διότι η μητέρα μου σώπασε χωρίς να έχει πεθάνει, γράφω ότι υπάρχει υπερβολικά πολλή αγάπη στη ζωή μου, υπογραμμίζοντας το υπερβολικά, με την καλή και την κακή έννοιά του, αλήθεια θα ήταν κάτι τέτοιο, η αγάπη θα με κερδίσει, διαθέτω μια πίστη που μπορεί να ξεπεράσει όλες τις δοκιμασίες, είμαι πιστός ακόμη και στις δοκιμασίες που με βασανίζουν, στις ευθανασίες μου.'
Ζακ Ντεριντά, 'Περιτομολόγηση'
*
'Εάν είναι δύσκολο μα εισαγάγουμε τη γραφή του Ντερριντά στο «φιλοσοφικό» είδος, αυτό συμβαίνει επειδή φαίνεται να επιλέγει τη μεταφορά έναντι της έννοιας. Όχι ότι η μεταφορά καθαυτή δεν είναι φιλοσοφική, αλλά η έννοια της «μεταφοράς» που η φιλοσοφία χρησιμοποιεί (διότι «μεταφορά» είναι το όνομα μιας φιλοσοφικής έννοιας) επιδιώκει να της δώσει μια δευτερεύουσα θέση την οποία προφανώς η μεταφορά δεν έχει στο έργο του Ντερριντά. Κλασικά, μπορούμε να επεξηγήσουμε εννοιολογικές προτάσεις με μεταφορές, αλλά στη φιλοσοφία, επί της αρχής, πρέπει να μπορούμε να πούμε ό,τι έχουμε να πούμε χωρίς να τις χρησιμοποιούμε. Εξ ου, λόγου χάρη, εν μέρει, και ο φιλοσοφικός τόπος της ατέλειας των «φυσικών» γλωσσών, καθώς και η ανάγκη για μια σαφέστερη και λιγότερο αμφίσημη γλώσσα και, εάν χρειάζεται, για μια «τεχνητή» λογική σημειογραφία. Εύκολα καταλαβαίνουμε γιατί μια παράδοση οργανωμένη γύρω από την αξία της παρουσίας θα ήταν επιφυλακτική απέναντι στη μεταφορά, η οποία μιλάει ασαφώς, εκμεταλλεύεται τις παράπλευρες συνδηλώσεις, υπονοεί πράγματα χωρίς στην πραγματικότητα να τα λέει, προτείνει ιδέες χωρίς να τις διασαφεί. Εάν όντως βρίσκουμε πολλές μεταφορές σε φιλοσοφικά κείμενα, αυτές μπορούν καταρχήν να αναχθούν στο καθεστώς του επουσιώδους διακόσμου, ο οποίος βοηθά τον αναγνώστη να διασχίσει τις δύσκολες σελίδες της εννοιολογικής επιχειρηματολογίας, μια κάπως παρακινδυνευμένη παράκαμψη που του επιτρέπει να συλλάβει καλύτερα το νόημα εντέλει. (Έτσι, για παράδειγμα, το έργο Λέξη και Αντικείμενο [Word and Object] του Κουάιν είναι γραμμένο σε πυκνό και αποδεκτά «λογοτεχνικό» ύφος, γεμάτο εξεζητημένες μεταφορές· αλλά το ίδιο βιβλίο προτείνει τρόπους ώστε να αναχθούν όλες οι φιλοσοφικές προτάσεις στις πιο τυποποιημένες λογικές σημειώσεις). Η δευτερεύουσα αυτή θέση της μεταφοράς σε σχέση με μια εννοιολογική ορθότητα συνδέεται προφανώς με την αξία της σοβαρότητας [...], της ευθύνης και της αλήθειας, οι οποίες καθιερώνονται σε αντίστιξη με τα παραπλανητικά και άρα ανεύθυνα παιχνίδια, τα μυθοπλαστικά επινοήματα των καλλιτεχνών. Στον βαθμό που η καλλιτεχνική γραφή παραμένει στη θέση της, στη λογοτεχνία, η φιλοσοφία τη θαυμάζει και αντλεί παραδείγματα από εκεί, αναγνωρίζοντας επιπλέον ότι η ποιοτική διαίσθηση μπορεί να μας προσφέρει ενορατική πρόσβαση σε μια αλήθεια που ο φιλόσοφος θα χρειαζόταν πολύ μόχθο για να κατακτήσει. Αλλά μόλις φανεί ότι η μεταφορά ως τέτοια αξιώνει ένα ουδιώδες προνόμιο στον στοχασμό, τότε καταγγέλλεται ο κίνδυνος του ανορθολογισμού και τα όρια αυστηροποιούνται.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ολόκληρη παράδοση που θα επιθυμούσε να επαναφέρει τη φιλοσοφία στη λησμονημένη αλήθεια της που εντοπίζεται στη μεταφορά. Έχει σημασία να μην κάνουμε λάθος εδώ, διότι ο Ντερριντά έχει πολύ συχνά ταυτιστεί με αυτήν την («καλλιτεχνική») παράδοση, αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η διασάφηση αυτού του σημείου είναι η προϋπόθεση της ελπίδας μας να συλλάβουμε τη σχέση που έχουν τα κείμενα του Ντερριντά με λογοτεχνικά έργα, να δούμε γιατί οι αναγνώσεις του Μπλανσό, του Τσέλαν, του Ζενέ, του Μαλλαρμέ και του Πονζ δεν ανταποκρίνονται σε κανένα από τα τρέχοντα πρότυπα εξήγησης, σχολιασμού ή ερμηνείας, ούτε καν στο πρότυπο (ουσιωδώς φιλοσοφικό [...]) της λογοτεχνικής κριτικής, και να κατανοήσουμε ότι δεν αναζητεί απλώς την επιβεβαίωση ή επεξήγησης θέσεων που αναπτύσσονται πληρέστερα αλλού.
Η άλλη αυτή παράδοση δεν αξιώνει μόνο το δικαίωμα στη μεταφορά, αλλά επαναφέρει την αυστηρή εννοιολογική παράδοση στη δική της μεταφορική αλήθεια. Συνεπώς, το επιχείρημα είναι πως όλες οι φιλοσοφικές έννοιες έχουν ετυμολογικές ρίζες στον αισθητό κόσμο και πως η χρήση τους ως εννοιών είναι δυνατή μόνο υπό τον όρο ότι λησμονούμε τη μεταφορική κίνηση που τις απομάκρυνε από το αρχικό τους νόημα και ότι λησμονούμε τη λήθη αυτή. Ο νοητός κόσμος της μεταφυσικής θα ήταν απλώς μια αναλογική μετάθεση του αισθητού κόσμου της φυσικής. Μεταγράφοντας μια φιλοσοφική πρόταση στο «αληθινό» της νόημα, στο αρχικό της νόημα, μπορούμε συνεπώς, για παράδειγμα, να μετατρέψουμε τη φράση «Η ψυχή κατέχει τον Θεό κατά το μέτρο που μετέχει του απόλυτου» στην πρόταση «η πνοή κάθεται πάνω σ’ όποιον λάμπει στο μόδιο του δώρου το οποίο δέχεται σ’ ό,τι είναι εντελώς λυτό (ή λπετό)» [...]. Μια τέτοια μεταγραφή κάνει τον φυσιολογικό λόγο να φαίνεται σαν ανατολίτικη μύθος, αποκαλύπτει τη φιλοσοφική πλάνη η οποία αδυνατεί να κατανοήσει ότι ο λόγος της είναι απλώς ένα μύθος («η λευκή μεταφορά») μεταξύ άλλων, τον οποίο, όμως, αυθαίρετα και βίαια επιχειρεί να επιχειρεί να επιβάλει ως τον ίδιο τον ορθό Λόγο. Ο φιλοσοφικός λόγος, με τη φαινομενική σοβαρότητά του, θα μπορούσε να είναι επομένως απλώς λησμονημένες ή φθαρμένες μεταφορές, ένα ιδιαίτερα μουντός και θλιβερός μύθος, συγκαλυμμένος καθώς προβάλλει τον εαυτό του ως την ίδια την αλήθεια. Μπορούμε να δούμε πόσο δελεαστική είναι μια τέτοια ανάγνωση για μια κριτική της φιλοσοφίας από την πλευρά των ανθρωπιστικών επιστημών και της λογοτεχνίας.'
Τζέφρι Μπένινγκτον, 'Ντερρινταβάση'
από το Ντερριντά, μτφρ. Απόστολος Λαμπρόπουλος & Ευτύχης Πυροβολάκης, εκδ. Νήσος



