
'Όντας ανίκανη λοιπόν να πληρώσει το νοίκι της, η Γιούζου θα ήταν καταδικασμένη να επιστρέψει στην Ιαπωνία, εκτός κι αν αποφάσιζε να βγει στο κλαρί, είχε ορισμένα από τα απαιτούμενα προσόντα, οι σεξουαλικές της επιδόσεις ήταν σε πολύ καλό επίπεδο, ιδίως στον κρίσιμο τομέα της πίπας, έγλειφε το καυλί με προσήλωση χωρίς ποτέ να ξεχνά τ’ αρχίδια, απλώς δεν θα την έλεγες βαθύ λαρύγγι, λόγω του μικρού της στόματος, αλλά το βαθύ λαρύγγι κατά τη γνώμη μου δεν ήταν παρά μια εμμονή λίγων μανιακών, αν θες ο πούτσος σου να τυλίγεται εντελώς από σάρκα, ε γι’ αυτό υπάρχει το μουνί, γι’ αυτό είναι φτιαγμένο, το δυνατό σημείο του στόματος, που είναι η γλώσσα, όπως και να το κάνουμε ακυρώνεται σ’ ένα κλειστό σύμπαν σαν το βαθύ λαρύγγι, όπου η γλώσσα χάνει εκ των πραγμάτων κάθε δυνατότητα δράσης, τέλος πάντων ας μη μαλώνουμε γι’ ανοησίες, αλλά γεγονός είναι πως η Γιούζου τον έπαιζε καλά, και το έκανε πρόθυμα σε όλες τις περιστάσεις (πόσα αεροπορικά μου ταξίδια δεν διανθίστηκαν από τις μαλακίες-έκπληξη που μου τράβηξε!), και προπάντων ήταν εξαιρετικά προικισμένη στον τομέα του πρωκτικού, ο κώλος της ήταν δεκτικός κι εύκολος στην πρόσβαση, τον πρόσφερε δε με εξαιρετική προθυμία, και το πρωκτικό, στον χώρο των συνοδών πολυτελείας, χρεώνεται πάντα έξτρα, θα μπορούσε μάλιστα να ζητήσει πολύ περισσότερα απ’ ό,τι μια απλή πουτάνα για πρωκτικό, υπολόγιζα την ταρίφα της γύρω στα 700 ευρώ την ώρα ή 5.000 ευρώ για όλη τη νύχτα: η πραγματική κομψότητά της, η περιορισμένη πλην επαρκής καλλιέργειά της θα μπορούσαν να την κάνουν αυθεντική συνοδό πολυτελείας, μια γυναίκα που θα την έπαιρνες άνετα μαζί σου σ’ ένα δείπνο, ακόμα και σ’ ένα σημαντικό επαγγελματικό γεύμα, για να μη μιλήσουμε για τα καλλιτεχνικά της ενδιαφέροντα, πηγή ανεκτίμητων συζητήσεων, είναι γνωστό πόσο λιγώνονται οι επιχειρηματικοί κύκλοι με τις καλλιτεχνικές συζητήσεις, ήξερα άλλωστε πως ορισμένοι συνάδελφοί μου υποψιάζονταν πως ήμουν με τη Γιούζου ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους, μια Γιαπωνέζα όπως και να το κάνεις έχει πάντα ένα κάποιο πρεστίζ, σχεδόν εξ ορισμού, αλλά εκείνη, μπορούσα να το πω χωρίς ψευτομετριοφροσύνες, ήταν Γιαπωνέζα, με ιδιαίτερο πρεστίζ, ήξερα πως με θαύμαζαν γι’ αυτό, πάντως διαβεβαιώνω, και πιστέψτε με, πλησιάζω στο τέλος, έχω χάσει οριστικά κάθε διάθεση για ψέματα, δεν ήταν οι αρετές της ως συνοδού «πρώτης τάξης» που με τράβηξαν στη Γιούζου, αλλά αυστηρά οι δεξιότητές της ως κοινής πουτάνας.
Κατά βάθος, ωστόσο, η Γιούζου πουτάνα, δεν το πίστευα με τίποτα. Είχα γνωρίσει πολλές πουτάνες, άλλοτε μόνος, άλλοτε με τις γυναίκες που είχαν μοιραστεί τη ζωή μου, και στη Γιούζου έλειπε η βασική αρετή του θαυμαστού αυτού επαγγέλματος: η γενναιοδωρία. Μια πουτάνα δεν διαλέγει τους πελάτες της, είναι αρχή, είναι αξίωμα, δίνει ηδονή στους πάντες, αδιακρίτως, και σε αυτό ακριβώς έγκειται το μεγαλείο της.
Η Γιούζου μπορεί να υπήρξε μεν πρωταγωνίστρια σε ομαδικά, αλλά αυτή ήταν μια ιδιαίτερη περίσταση όπου ακριβώς το πλήθος των πούτσων που βρίσκονται στη διάθεσή της βυθίζει τη γυναίκα σε μια κατάσταση ναρκισσιστικής μέθης, και το πιο ερεθιστικό είναι σίγουρα ότι την περιτριγυρίζουν άντρες που τον παίζουν περιμένοντας τη σειρά τους, τέλος πάντων παραπέμπω στα βιβλία της Κατρίν Μιλέ, τα έχουν πει όλα επ’ αυτού, γεγονός ήταν πως, αν εξαιρέσουμε τα ομαδικά σόου, η Γιούζου διάλεγε τους εραστές της, τους διάλεγε με προσοχή, είχα γνωρίσει μερικούς, συνήθως ήταν καλλιτέχνες (αλλά όχι ακριβώς καταραμένοι καλλιτέχνες, μάλλον το αντίθετο, για να πω την αλήθεια), μερικές φορές παράγοντες του πολιτισμού, σε κάθε περίπτωση άντρες σχετικά νέοι, σχετικά ωραίοι, σχετικά κομψοί και σχετικά πλούσιοι, είδος που ευδοκιμεί σε μια πόλη όπως το Παρίσι, υπάρχουν πάντα μερικές χιλιάδες άντρες που ταιριάζουν σ’ αυτό το προφίλ, θα έλεγα δεκαπέντε χιλιάδες για να δώσω μια τάξη μεγέθους, η ίδια όμως δεν τους είχε πάρει όλους, ίσως μερικές εκατοντάδες, και μερικές δεκάδες τον καιρό που είχε κρατήσει η σχέση μας, τέλος πάντων μπορεί να πει κανείς ότι του ‘χε δώσει να καταλάβει στη Γαλλία, αλλά τώρα τέλος, το πάρτι είχε τελειώσει.'
'Ο Θεός ασχολείται μαζί μας στην πραγματικότητα, μας σκέφτεται κάθε ώρα και στιγμή, και μας δίνει οδηγίες εξαιρετικά ακριβείς, μερικές φορές. Αυτά τα ξεσπάσματα αγάπης που φουσκώνουν στα στήθη μας μέχρι που μας κόβουν την ανάσα, αυτές οι στιγμές φώτισης, αυτές οι στιγμές έκστασης, οι ανεξήγητες βάσει της βιολογικής μας φύσης ως απλών πρωτευόντων, είναι εξόχως πρόδηλα σημάδια.
Και καταλαβαίνω, σήμερα, την οπτική του Χριστού, την επανειλημμένη δυσαρέσκειά του μπροστά στη σκληρότητα των καρδιών: έχουν όλα τα σημάδια και δεν τα λαμβάνουν υπόψη. Πρέπει στ’ αλήθεια να δώσω τη ζωή μου κι από πάνω γι’ αυτούς τους βρομιάρηδες; Πρέπει στ’ αλήθεια να γίνω τόσο ξεκάθαρος;'
Μισέλ Ουελμπέκ, Σεροτονίνη, μτφρ. Γιώργο Καράμπελας, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

'Τὸ εἶναι εἶναι κάτι μοναδικὸ καὶ ἁπλὸ. Αὐτὸ τὸ ἁπλὸ φέρει καὶ τὸν ἄνθρωπο μέσα του. Ὡς ὁ βιολογικὸς ὀργανισμὸς ποὺ εἶναι, ὁ ἄνθρωπος εἶναι προϊὸν ἑνὸς «κόσμου», ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἐπιτελεῖται μὲ τὸν ἄνθρωπο εἶναι μία συνάρτηση τοῦ εἶναι. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία λειτουργία αὐτοῦ τοῦ εἶναι (Da-sein κατὰ Heidegger). Αὐτὴ τὴ λειτουργία θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτελεῖ σὲ ἕναν ἄλλο «κόσμο», χρονικὰ παράλληλο ἤ μη, ἕνα ἄλλο ὄν. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐνδιαφέρει ὡς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὡς αὐτὸ ποὺ ἐπιτελεῖ τὴ λειτουργία αὐτὴ. Ὁ ἄνθρωπος μὲ μία ἔννοια δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιλέξει ἄν θὰ ἐπιτελέσει αὐτὴ τὴ λειτουργία ἤ ὄχι. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ φιλοσοφία (μὲ τὸν Νίτσε) διαπιστώνει ὅτι «ὅλα» εἶναι ἀνθρώπινα, πολὺ ἀνθρώπινα, ἀσκεῖ ἀκόμα αὐτὴ τὴ μὴ ἀνθρώπινη λειτουργία. Ἀλλὰ ποια εἶναι ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ καὶ τί στὸν ἄνθρωπο εἶναι ἁπλῶς ἀνθρώπινο, εἶναι κάτι ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ξέρουμε ἅπαξ διὰ παντός. Διότι ἀκόμα καὶ ἄν ὁ μηδενισμὸς ἦταν ἡ τελικὴ μὴ ἀνθρώπινη λειτουργία, δὲν γνωρίζουμε τελεσιδίκως τί σημαίνει.
Ἡ ἀντίληψη ποὺ ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπο ὡς διχασμένο ἀνάμεσα στὴ ζωτικότητά του καὶ τὴ λογικότητά του περιεῖχε τὴ σκέψη αὐτὴ ἀλλὰ δὲν τὴ θεματοποιοῦσε ὡς τέτοια, ἐξετάζοντας τὴν πλαγίως μόνο. Ἡ λογικότητα αὐτὴ δὲν ἦταν ἀκόμα ἡ νεότερη ἐργαλειακὴ λογικότητα, γι’ αὐτὸ μποροῦσε νὰ ἐκφράζει ὅ,τι μὲ μιὰ ὁρολογία ἤδη φθαρμένη ὀνομάζουμε πνευματικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴ διαφορὰ τῆς διανοητικῆς δραστηριότητας ἀπὸ τὴν πνευματικὴ (ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι παθητικότητα καὶ ὄχι δραστηριότητα) βάσει τῆς διαφορᾶς αἰῶνος καὶ χρόνου. Ἡ διανοητικὴ δραστηριότητα ἀναιρεῖ τὸν χρόνο, ἡ πνευματικὴ τρέφεται ἀπὸ τὸ διευρυμένο παρὸν τοῦ αἰῶνα. Τὴν ὑφιστάμεθα ὅπως ὑφιστάμεθα τὴ ζωὴ γιατὶ ἡ σκέψη δὲν εἶναι κάτι ἄλλο ἀπὸ τὸν τρόπο τοῦ ὑπάρχειν ἑνὸς ὄντος ποὺ ὑπαρχει σκεπτόμενο τὴ ζωή του. Ὁ παλιὸς ὁρισμὸς τοῦ ἀνθρῶπου μᾶς ἔλεγε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι οὐράνιο φυτό. Καὶ ἡ νεότερη ἀνθρωπολογία μᾶς λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ὅν ποὺ δὲν ἔχει κόψει τὸν ὀμφάλιο λῶρο ποὺ τὸ συνδέει μὲ τὸ ἀφετηριακὸ χάος. Γι᾽ αὐτὸ καὶ φέρνει πολὺ χάος μέσα στὸν κόσμο, μαζὶ μὲ πολλὲς μορφὲς ποὺ ἀποσπᾶ ἀπὸ αὐτὸ — θέλοντας καὶ μή, μὲ τρόπο ἄλλοτε ὑψηλὸ καὶ ἄλλοτε ταπεινό, ἄλλοτε σοβαρὸ καὶ ἄλλοτε γελοῖο, ἄλλοτε τραγικὸ καὶ ἄλλοτε κωμικό. Ἡ παλιὰ διατύπωση ἀκούγεται ἀπατηλὰ καθησυχαστικὴ στὰ ἀφτιὰ μας. Καὶ ἡ νεότερη ἀκούγεται ἀπατηλὰ ἀνησυχητική. Ὁδὸς ἄνω κάτω μίη καὶ ὠυτή.'
Χρήστος Μαρσέλλος, δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι: Ο Χώρος και ο Χρόνος της Ζωής μας Μετά τον Κοπέρνικο και τον Δαρβίνο, εκδ. Περισπωμένη

'ΔΑΣΚΑΛΟΣ
Ὅλοι γελοῦν μὲ τὴ διπλή σου ἀφέλεια. Ἀπὸ τὴ μία νὰ λὲς μὲ τὸν πιὸ ὠμὸ τρόπο τὶς διάφορες ἀλήθειες καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ ἔχεις τὴν ἀπαίτηση νὰ γελοῦν οἱ θιγμένοι… Μ’ εσένα γελοῦσαν καὶ ὄχι μὲ τοὺς λόγους ποὺ ἔβγαζες, ποὺ ἐξάλλου δὲν ἦταν καὶ τόσο εὔστοχοι.
ΑΣΣΙΡ
Ἄ, ἔτσι λοιπόν! Ὥστε ἔτσι; — Τίποτα ἐντέλει δὲν γνωρίζουμε, οὔτε γιὰ τὸν ἑαυτό μας οὔτε γιὰ τοὺς ἄλλους!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ
Δὲν ἀγαποῦσες τοὺς ἀνθρώπους; Ἔτσι δὲν εἶναι;
ΑΣΣΙΡ
Πῶς νὰ τοὺς ἀγαπήσω; Δὲν ἦταν καλοί…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ
Αὐτὸ εἶναι μία κοινότοπη ἀντίληψη, γι’ αὐτὸ ἄς τ’ ἀφήσουμε… οὕτως ἤ ἄλλως ἀδιαφοροῦμε γιὰ τοὺς ἄλλους· μόνον ὅταν δημιουργοῦμε κάποια σχέση μαζί τους ἀξιολογοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας. Ἄν ὁ κάθε ἄνθρωπος θεωρηθεῖ σὰν μία θηλιὰ σ’ ἕνα δίχτυ, ἐσεῖς νομίζετε, ὁ καθένας γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅτι εἶστε ἡ πρωταρχικὴ θηλιά· σὲ κάθε ἀλλαγὴ τῆς θερμοκρασίας, ἤ ἀκόμα καὶ μὲ τὴν ὑγρασία, ἡ θηλιὰ τεντώνεται παρασύροντας ὅλες τὶς ἄλλες καὶ ὁ ἕνας κατηγορεῖ τὸν ἄλλον…
ΑΣΣΙΡ
Τίποτα δὲν γνωρίζουμε, λοιπόν, γιὰ τὸν ἄνθρωπο;
ΔΑΣΚΑΛΟΣ
Δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ φαίνεται καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι δὲν φαίνεται· δὲν εἶναι λοιπόν…
ΑΣΣΙΡ
Καὶ ὁ χαρακτήρας τοῦ ἀνθρώπου; Ὑπάρχουν χαρακτῆρες…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ
Εἶναι κι αὐτὸς ἕνας τρόπος νὰ ζεῖ κανείς! Δὲν εἶσαι ἀστεῖος, ἀλλὰ ἔτσι σὲ θεωροῦσαν! Ἐσὺ πίστευες ὅτι εἶχες ἰσχυρὸ χαρακτἠρα, ἀλλὰ δὲν εἶχες…'
Αύγουστος Στρίντμπεργκ, Toten-insel, μτφρ. Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, εκδ. Περισπωμένη
* * *
'Τί ἐξηγεῖ ἄραγε τὴν ἀκαθόριστη γοητεία ποὺ ἀσκοῦν πάνω μας ὅσα ἔργα τοῦ παρελθόντος δὲν ὁλοκληρώθηκαν ποτέ, καὶ ποὺ ἁπλώνεται ἤδη σὲ ὅσα ἔχουν σωθεῖ ἀποσπασματικά, ἐκεῖ ποὺ μιὰ ἄλλη ἐποχὴ ἁπλῶς θὰ ἀδιαφοροῦσε; Ἴσως ὅτι τὸ ἀπόσπασμα εἶναι τὸ σύμβολο τοῦ κόσμου ποὺ περιέχει τὸ ἀπόσπασμα, ἑνὸς κόσμου δηλαδή, ὅπου, ὅπως τὸ ἔλεγε ἡ ἀρχαία φιλοσοφία, ἀνάμεσα στὸ δυνάμει καὶ τὸ ἐνεργείᾳ ὑπάρχει πάντα μιὰ ἀπόκλιση, αὐτὴ ποὺ ἀνοίγει τὸ πεδίο τοῦ τυχαίου. Οἱ ἀρχαῖοι ὅμως ἔβλεπαν στὴν ἀπόκλιση αὐτὴ μιὰ ἔλλειψη, γι᾽αὐτὸ καὶ τὸ ἔργο, ὅπως τὸ σκεφτήκανε, ἔπρεπε, ξεπερνώντας τὴν τυχαιότητα, νὰ εἶναι τὸ σύμβολο τῆς ἐντέλειας. Ένῶ ἐμεῖς ξέρουμε ὅτι ὁ κόσμος δὲν εἶναι ἔλλειψη, ὅτι τὸ μόνο ἀποσπασματικὸ στὸν κόσμο, καὶ κυριολεκτικὰ μιλώντας ἡ πηγὴ τῆς ἀποσπασματικότητας, εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀτελὴς ἐπειδὴ ὡς ἄτομο δὲν φτάνει τὴν ἐντέλεια (ἐντελέχεια) ποὺ προκαθορίζει ἡ οὐσία του, οὔτε ἐπειδὴ δὲν ἔχει τελειωθεῖ ἀκόμα μὲ τὴν ἡθικὴ καὶ μεταφυσικὴ χροιὰ ποὺ πῆρε ἡ λέξη μέσα στὴν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Εἶναι ἀτελὴς ὡς τὸ μόνο ὄν ποὺ ἡ δυνατότητά του ξεπερνάει τὴν πραγματικότητά του. Δὲν εἶναι ἀτελὴς ὡς ὑπολειπόμενος τοῦ τέλειου, δὲν εἶναι ἀσφαλῶς οὔτε ἀτελείωτος, ὡς χωρὶς τέλος ἤ ὡς ὑπερτέλειος, εἶναι ἁπλῶς καταστατικὰ ἀτέλειωτος. Τὸ ἀπόσπασμα εἶναι γιὰ ἐμᾶς τὸ σύμβολο τῆς ἀνοιχτῆς δυνατότητας.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅμως τὸ μόνο ἀποσπασματικὸ ὄν, ἐπειδὴ εἶναι τὸ μόνο ἀποσπασμένο ἀπὸ τὸν κόσμο. Τὸ μόνο — ἡ ἀπόσπαση αὐτὴ εἶναι ἡ μόνωσή του. Ὑπάρχει ἕνας μοναχισμὸς τῆς ψυχὴς ποὺ εἶναι πολὺ ἀρχαιότερος ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ φαινόμενο τοῦ μοναχισμοῦ. Καὶ ἡ φαντασία ποὺ τοποθετεῖ τοὺς νεκροὺς σὲ ἕνα νησί, isola, τὸ κάνει γιατὶ σκέφτεται (ἔχει ἤδη σκεφτεῖ πρὶν τὸ συνειδητοποιήσει) ὅτι αὐτὸς εἷναι ὁ κατάλληλος τόπος γιὰ νὰ ἀναμετρηθεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ μόνωση ποὺ συνεπάγεται ἡ ἀπόσπασή του ἀπὸ τὸν κόσμο, ἡ λύση τῆς συνέχειας τοῦ εἶναι.'
Χρήστος Μαρσέλλος, από το Επίμετρο της έκδοσης

'COLIN GORDON: Μία ερώτηση που γίνεται συχνά μεταξύ των αγγλόφωνων αναγνωστών σας είναι η εξής: Ποια είναι άποψή σας περί της σχέσης ή της απουσίας κάποιας σχέσης ανάμεσα στο τωρινό και πρόσφατο έργο σας και σε ό,τι γίνεται αντιληπτό ως μαρξισμός ή για να το πούμε πιο απλά ανάμεσα στο έργο σας και στον Marx;
MICHEL FOUCAULT: Θέλετε να με ρωτήσετε ποιες είναι οι σχέσεις που εγώ ο ίδιος έχω συγκροτήσει ανάμεσα στο έργο μου και στον μαρξισμό; Θα σας απαντούσα ότι δεν έχω συγκροτήσει κάποια σχέση. Δεν έχω συγκροτήσει καμία σχέση με τον μαρξισμό, από τη στιγμή που έχω την εντύπωση ότι ο μαρξισμός είναι μία πραγματικότητα τόσο πολύπλοκη, τόσο μπερδεμένη, συγκροτημένη από τόσα πολλά διαδοχικά ιστορικά στρώματα, παγιδευμένη επίσης στο εσωτερικό τόσων πολλών πολιτικών στρατηγικών –ας μην αναφέρω από τόσες πολλές τακτικές γκρουπούσκουλων– ώστε στο τέλος να μη ενδιαφέρει να γνωρίζω τι γίνεται με τον μαρξισμό στο έργο μου και ποιες είναι οι σχέσεις μου μαζί του. Οι σχέσεις ανάμεσα στο έργο μου και στον Marx είναι ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα. Αν θέλετε, θα έλεγα πολύ ωμά και θέτοντας τα πράγματα υπό τη μορφή καρικατούρας: προσωπικά, τοποθετώ το έργο μου στη γενεαλογική γραμμή που εκκινεί από το δεύτερο Βιβλίο του Κεφαλαίου. Θα έλεγα σε πολύ αδρές γραμμές ότι υπάρχει μία ολόκληρη κληρονομιά, μία ολόκληρη ανάκτηση και ένας ολόκληρος στοχασμός γύρω από το πρώτο Βιβλίο του Κεφαλαίου, για να γνωρίσουμε το εμπόρευμα, την αγορά, την αφαίρεση της ανθρώπινης ύπαρξης που απορρέει από αυτή, κ.ο.κ. Λοιπόν, υπάρχει μία μακρά παράδοση που βρίσκει κανείς στη Γαλλία στο έργο του Lefebvre, θα μπορούσε να πει κανείς, πιστεύω, ότι μέχρι σε ένα ορισμένο σημείο και ο Marcuse ακόμα εντάσσεται σε αυτό το ρεύμα κριτικής. Σε ό,τι με αφορά, αυτό που με ενδιαφέρεις το έργο του Marx, εν τέλει αυτό που με ενέπνευσε μπορώ να πω, είναι το δεύτερο Βιβλίο του Κεφαλαίου· δηλαδή, ακριβώς ό,τι αφορά τις αναλύσεις, οι οποίες είναι κατ’ αρχήν ιστορικά συγκεκριμένες [historiquement concrètes], περί της γέννησης του καπιταλισμού, ειδικά από την άποψη της εγκαθίδρυσης και εξέλιξης των δομών και των θεσμών εξουσίας. Επομένως, αν θέλετε να φέρουμε στο νου μας, για άλλη μία φορά πολύ σχηματικά, το πρώτο Βιβλίο γύρω από τη γέννηση του κεφαλαίου και το δεύτερο γύρο από την ιστορία, γύρω από τη γενεαλογία του καπιταλισμού, θα ισχυριζόμουν ότι μέσω του δεύτερου Βιβλίου, και για παράδειγμα σε ό,τι έγραψα γύρω από την πειθαρχία, το έργο μου είναι για όλα αυτά εγγενώς συνδεδεμένο με αυτό που γράφει ο Marx. Θα πρόσθετα απλώς, εν είδει παρενθέσως, ότι υπήρξα αρκετά προσεκτικός, ώστε να μην κάνω όλες τις αναφορές που θα μπορούσα να είχα κάνει στον Marx, διότι οι αναφορές στον Marx εντός του πνευματικού και πολιτικού κλίματος στη Γαλλία σήμερα δεν λειτουργούν καθόλου ως δείκτες προέλευσης [indicateurs d’origine], αλλά ως σημάδια προσκόλλησης [marques d’appartenance]. Είναι ένας τρόπος να πει κανείς, μη με αγγίζετε, βλέπετε ότι είμαι πράγματι άνθρωπος της αριστεράς, ότι είμαι μαρξιστής, και η απόδειξη είναι ότι παραθέτω τον Marx. Ως εκ τούτου, προτιμώ να καλύπτω τις αναφορές στον Marx, τις οποίες οι ίδιοι οι μαρξιστές αδυνατούν να αναγνωρίσουν, παρά να ενεργήσω όπως κάνουν δυστυχώς πολλοί, οι οποίοι ενώ κάνουν σχόλια που ουδεμία σχέση έχουν με τον μαρξισμό, προσθέτουν κατόπιν μία μικρή υποσημείωση με αναφορά στον Marx και ξεμπερδεύουν, καθώς το κείμενο αποκτά την πολιτική του σημασία. Απεχθάνομαι τα σημάδια προσκόλλησης και προτιμώ να κάνω μια λιγότερη παρά μία περισσότερη αναφορά στον Marx.'
από το Σκέψεις Γύρω από τον Μαρξισμό, τη Φαινομενολογία και την Εξουσία: Αδημοσίευτη συνέντευξη του Michel Foucault στους Colin Gordon and Paul Patton (93 Απριλίου 1978), μτφρ. Θανάσης Λάγιος, εκδ. Futura

'Όταν οι Ισπανοί κατέλαβαν το Περού, διαπίστωσαν ότι στη χώρα αυτή καλλιεργούσαν το φυτό της κόκας και ότι για τους ντόπιους είχε μεγάλη αξία, όντως βαθειά συνδεδεμένο ακόμα και με τα θρησκευτικά έθιμα του πληθυσμού. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Mano Capac, ο θεϊκός γιος του ήλιου, είχε κατεβεί με την αυγή των εποχών, από τους βράχους της λίμνης Τιτικάτα, φέρνοντας στους φτωχούς κατοίκους το φως του πατέρα του· τους έμαθε να γνωρίζουν τους θεούς, τους δίδαξε τις πρακτικές τέχνες και τους πρόσφερε την κόκα, αυτό το θεϊκό φυτό που χορταίνει τους πεινασμένους, δυναμώνει τους αδύναμους και τους κάνει να ξεχνούν το άθλιο πετρωμένο τους. Θυσίαζαν φύλλα κόκας στους θεούς· τα μασούσαν στη διάρκεια των θρησκευτικών τελετών· τα τοποθετούσαν ακόμα και στο στόμα των νεκρών για να τους εξασφαλίσουν ευνοϊκή υποδοχή στο υπερπέραν. Σύμφωνα με έναν χρονικογράφο της εποχής της ισπανικής κατάκτησης, ο ίδιος καταγόταν από τους Ίνκας. Στην αρχή η κόκα ήταν σπάνια στη χώρα και η κατανάλωσή της αποτελούσε προνόμιο του βασιλιά. Την εποχή όμως της κατάκτησης, και ήδη αρκετά νωρίτερα, όλος ο κόσμος είχε δικαίωμα να κάνει χρήση κόκας. Ο Garcilaso αγωνίστηκε εναντίον της απαγόρευσης της κόκας που είχαν επιβάλει οι κατακτητές. Οι Ισπανοί δεν πίστευαν στις θαυματουργές αρετές του φυτού· το θεωρούσαν διαβολικό εξαιτίας του ρόλου που έπαιζε στις θρησκευτικές τελετές του κατακτημένου πληθυσμού. Ένα συμβούλιο που συνεδρίασε στη Λίμα έφτασε στο σημείο να απαγορεύσει την κατανάλωση του, θεωρώντας την ειδωλολατρική και αμαρτωλή. Όταν όμως διαπίστωσαν ότι χωρίς κόκα οι Ινδιάνοι δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στη βαρειά δουλειά των ορυχείων, άλλαξαν στάση. Έκτοτε, μοίραζαν στους εργάτες φύλλα κόκας τρεις ή τέσσερις φορές την ημέρα και τους επέτρεπαν, σε σύντομα διαλλείματα, να μασούν αυτά τα φύλλα που τόσο τους άρεσαν. Η κόκα διατήρηση τη σημασία της για τους ιθαγενείς μέχρι τις μέρες μας και συναντάμε ακόμα ίχνη της θρησκευτικής ευλάβειας που τρέφουν γι’ αυτήν.
Στις μετακινήσεις του ο Ινδιάνος, έχει πάντα επάνω του ένα μικρό σάκο με φύλλα κόκας, (που ονομάζεται chuspa) καθώς και ένα φλασκί με στάχτες από το φυτό (Llicta). Τοποθετεί τα φύλλα στο στόμα του σε μπουκιές και τα τρυπά πολλές φορές με μια βελόνα βουτηγμένη στη στάχτη. Κατόπιν αρχίζει να μασάει αργά και με πολύ σάλιο. Σε άλλες περιοχές, καθώς αναφέρεται, προσθέτουν στα φύλλα όχι στάχτη, αλλά ένα είδος χώματος που λέγεται tonra. Το να μασά κανείς τρεις ή τέσσερις ουγγιές φύλων την ημέρα δεν θεωρείται κατάχρηση (μία ουγγιά 28,35 γραμμάρια). Σύμφωνα με τον Mantegazza, ο Ινδιάνος συνηθίζει από μικρός την κατανάλωση της κόκας και διατηρεί αυτήν τη συνήθεια σε όλη του τη ζωή. Όταν πρέπει να διατρέξει μία μεγάλη απόσταση, όταν παίρνει μία γυναίκα και γενικά όταν επιστρατεύσει τις δυνάμεις του για μία πιο βαρειά δουλειά από το συνηθισμένο, αυξάνει τη δόση. (Δεν έχει ξεκαθαριστεί γιατί χρειάζεται να προστεθούν αλκάλια που περιέχονται στη στάχτη. Ο Mantegazza παραδέχεται πως έχει μασήσει φύλλα κόκας με και χωρίς Llicta, χωρίς να διαπιστώσει διαφορά. Σύμφωνα με τον Martius και τον Demarle, τα αλκάλια της στάχτης ελευθερώνουν πιθανά την κοκαΐνη από τις ταννίνες. Η Llicta, σύμφωνα με ανάλυση του Bibra περιείχε 29% ανθρακικό οξύ του ασβεστίου και του μαγνησίου, 34% άλατα καλίου, 3% οξείδια του αργιλίου και του σιδήρου, 17% αδιάλυτες ενώσεις αργιλίου, άλατα πυριτίου και σιδήρου, 5% άνθρακα και 10% νερό).
Σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, υπό την επίδραση της κοκαΐνης οι Ινδιάνοι υπομένουν ασυνήθιστα μεγάλη καταπόνηση και εκτελούν επίπονες εργασίες χωρίς στο διάστημα αυτό να χρειάζονται την παραμικρή τροφή. Καθώς αναφέρει ο Valdez y Palacios, μόλις πάρουν κόκα, οι Ινδιάνοι είναι ικανοί για πεζοπορίες εκατοντάδων ωρών και μπορούν να τρέξουν με την ταχύτητα του αλόγου χωρίς το παραμικρό ίχνος κούρασης. Αυτό το βεβαιώνουν και οι Castelnau, Martius, Scrivener καθώς και ο Humbolt με την ευκαιρία του ταξιδιού του στις περιοχές του Ισημερινού, σαν ένα πασίγνωστο γεγονός. Συχνά γίνεται λόγος στις αναφορές του Tschudi, με θέμα τη δουλειά ενός cholo (μιγάς), της οποίας υπήρξε αυτόπτης μάρτυς. Αυτός ο cholo έσκαβε για λογαριασμό του Tschudi πέντε μερόνυχτα, κοιμόταν όχι πάνω από δύο ώρες τη νύχτα και τρεφόταν αποκλειστικά με κόκα. Όταν τελείωσε τη δουλειά, συνόδεψε τον Tschudi σε μια πορεία δύο ημερών τρέχοντας δίπλα από το μουλάρι του. Εκτός αυτού διαβεβαίωσε, ότι ευχαρίστως θα έκανε κάτι παρόμοιο κάποιαν άλλη φορά, αρκεί να του έδιναν αρκετή κόκα. Αυτός ο άνθρωπος ηλικίας 62 χρονών δεν είχε ποτέ του αρρωστήσει.
Στο Ταξίδι της φρεγάτας Navara αναφέρουν παρόμοια παραδείγματα αυξημένης απόδοσης στην εργασία με κόκα. Ο Weddel, ο von Meyen, ο Markham, ακόμα και ο Poeppig, δράστης ενός μεγάλου αριθμού καλολογιών εναντίον της κόκας, δεν μπορούν παρά να επιβεβαιώσουν τη δράση της κόκας που δεν έπαψε, από τότε που έγινε διάσημη, να προκαλεί την έκπληξη του κόσμου.
Άλλες αναφορές παρουσιάζουν αυτή την ικανότητα των coqueros (μασητές κόκας) να υπομένουν χωρίς πρόβλημα τη στέρηση τροφής για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Σύμφωνα με τον Unanuè, μονάχα οι κάτοικοι της La Paz που καταναλώνουν κόκα, κατάφεραν να επιζήσουν από το λιμό που θέρισε το 1781 την πολιορκημένη πόλη. Κατά τον Stevenson, σε πολλές περιοχές του Περού, συχνά οι κάτοικοι δεν έτρωγαν τίποτα για πολλές μέρες και εργάζονταν ασταμάτητα, τρεφόμενοι με κόκα.
Αν λάβουμε υπόψη μας όλες αυτές τις μαρτυρίες καθώς και το ρόλο της κόκας εδώ και αιώνες στην Νότιο Αμερική, θα πρέπει να απορρίψουμε αυτή την άποψη που υποστηρίζει ενίοτε, ότι η δράση της κόκας είναι καθαρά φανταστική και ότι οι ιθαγενείς είναι ικανοί να εκτελέσουν αυτές τις ίδιες εργασίες και χωρίς την κόκα, αλλά κάτω από την αναγκαιότητα των περιστάσεων και την πρακτική αυτών των ίδιων εργασιών. Μπορούμε να υπολογίσουμε σε αυτό που έχει ειπωθεί ότι οι coqueros αντιστάθμιζαν τις παρατεταμένες νηστείες τους, τρώγοντας περισσότερο όταν είχαν την ευκαιρία να ξεκουραστούν· έστω ακόμα και αν αυτός ο τρόπος ζωής είχε σαν αποτέλεσμα τη γρήγορη κατάπτωσή τους.
Σχετικά με την πρώτη άποψη, οι αναφορές των ταξιδιωτών δεν μας δίνουν καμιά σιγουριά· και όσο για την δεύτερη, αξιόπιστοι μάρτυρες την έχουν αποφασιστικά διαψεύσει. Είναι αλήθεια ότι ο Poeppig είχε παρουσιάσει ένα φοβερό σχεδιάγραμμα της σωματικής και πνευματικής κατάπτωσης των Ινιδάνων σαν αναπόφευκτη συνέπεια της συνηθισμένης κατανάλωσης κόκας. Ωστόσο όλοι οι άλλοι παρατηρητές συμφωνούν στην άποψη πως μία μετρημένη κατανάλωση κόκας έχει μάλλον ευνοϊκά, παρά επιζήμια αποτελέσματα στην υγεία και ότι οι coqueros ζουν μέχρι τα βαθειά γεράματα. Εντούτοις, κατά τον Weddel και τον Mantegazza, η υπερβολική κατανάλωση κόκας προκαλεί καχεξία. Η κατάσταση αυτή, από σωματική άποψη, παρουσιάζει συμπτώματα πεπτικών διαταραχών, αδυνατίσματος κ.τ.λ., και από ψυχική άποψη συμπτώματα ηθικής κατάπτωσης και μιας γενικής απάθειας που δεν έχει καμία σχέση με το γιεγερτικό. Συμβαίνει και λευκοί επίσης να πέφτουν σε αυτή την κατάσταση που μοιάζει πολύ με τον χρόνιο αλκοολισμό και την μορφινομανία. Είναι παραδεκτό να σημειώσουμε ότι όταν η κόκα προκαλεί μία κατάσταση καχεξίας, αυτό σε καμία περίπτωση δεν οφείλεται στην τοξική της δράση σε περίπτωση κατάχρησης. Στους coqueros, η καχεξία δεν απορρέει ποτέ από μιαν ενδεχόμενη δυσαναλογία μεταξύ διατροφής και εργασίας.'
Σίγκμουντ Φρόιντ, Χειρόγραφα Κοκαΐνης, μτφρ. Γιώργος Βίλλιος, εκδ. Ερατώ









