προγραφές

φωτογραφίαεπανέρχεται

'«... το μείγμα του κρασιού και του αίματος σε αυτό το απίστευτο δείπνο, ας φανεί όπως το βλέπω στο μόριό μου κάθε φορά που το αίμα αναμειγνύεται με το σπέρμα ή με το σάλιο της πεολειχίας, περιγράφω το μόριό μου μέσα από χιλιετίες ιουδαϊσμού, το περιγράφω (μικροσκοπία, φωτογραφία, στερεοφωτοτυπία) όσο αντέχει το χαρτί, κάνω όλους τους αναγνώστες να τους τρέχουν τα σάλια, να υγρανθούν τα χείλια τους, τα πάνω και τα κάτω, βαλμένοι ο ένας μετά τον άλλο στα μαξιλάρια, ακριβώς στα γόνατα του “ανάδοχου” Ηλία–το μεγάλο πένθος–, δεν θέλω να αφήσω τίποτε, αν γίνεται, στη σκιά όλων αυτών των πραγμάτων που με σχετίζουν με τον ιουδαϊσμό, μια συμμαχία που διακόπηκε από όλες τις απόψεις (Καρέτ), ίσως λόγω μιας άπληστης εσωτερίκευσης, και με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους: ο τελευταίος των Εβραίων, αυτός είμαι εγώ, [...] ο περιτμημένος Εβραίος είναι ο κανονικός» (30.12.1976), να λοιπόν αυτό που οι αναγνώστες δεν θα έχουν μάθει για εμένα, το κόμμα που θα χρειάζομαι από δω και στο εξής για να πάρω μια ανάσα, μια ασυνέχεια χωρίς διακοπή, ο διαφορετικός πλέον ρυθμός της γραφής μου, της γραφικής μου, αυτής που δεν διακόπτεται πια από τελείες, που πάει από το ένα γράμμα στο άλλο για να δένει ολοένα και καλύτερα αλλά να διαβάζεται ολοένα και δυσκολότερα, εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, σαν τη θρησκεία μου για την οποία κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτε, ούτε και η μητέρα μου καταλάβαινε, λίγο καιρό πριν ρωτούσε τρίτους, καθώς δεν τολμούσε να μου μιλήσει σχετικά, αν πίστευα στον Θεό, nutrierat filios totiens eos parturiens, quotiens abs te deuiare cernebat, αλλά μάλλον ήξερε πως η σταθερή παρουσία του Θεού στη ζωή μου έχει άλλα ονόματα, έτσι ώστε δικαιολογημένα να θεωρούμαι άθεος, η πανταχού παρουσία μέσα μου αυτού το οποίο ονομάζω Θεό στη γλώσσα, είναι μια παρουσία η οποία δεν ανήκει ούτε σε έναν αυτόπτη μάρτυρα ούτε σε μια φωνή που δεν κάνει κάτι άλλο από το να μου μιλά χωρίς να λέει τίποτε, η οποία δεν είναι ούτε ένας υπερβατικός νόμος ούτε μια εμμενής σεχινά, η θηλυκή μορφή ενός Γιαχβέ που μου είναι τόσο ξένη και τόσο οικεία, αλλά το μυστικό από το οποίο παραμένω αποκλεισμένος, όταν το μυστικό συνίσταται στο ότι σας το κρατάνε μυστικό αυτοί που γνωρίζουν το μυστικό σας, πόσοι είναι αυτοί, και δεν τολμούν να σας ομολογήσουν πως δεν είναι πλέον μυστικό γι’ αυτούς, και μοιράζονται μαζί σας το κοινό μυστικό, αφήνοντάς σας να υποθέσετε πως το ξέρουν χωρίς να το λένε, και, από κει κι έπειτα, αυτό που δεν έχετε ούτε το δικαίωμα ούτε τη δύναμη να ομολογήσετε, και δεν χρειάζεται να το γνωστοποιήσετε, να το δώσετε ανοικτά στη δημοσιότητα από την οποία είστε ο πρώτος και ο μοναδικός που αποκλείεται, η καθαρά θεολογική υπόθεση μιας θυσίας χωρίς θύμα, ένα στοίχημα που παρατείνεται επ’ άπειρον, ο Θεός που έρχεται να κυκλοφορήσει ανάμεσα στα ανομολόγητα, όπως ανομολόγητος παραμένει κι ο ίδιος, σαν ένας γιος που δεν θα έφερε το όνομά μου, σαν ένας γιος που δεν θα έφερε το όνομά του, σαν ένας γιος που δεν θα έφερε κανένα όνομα, και εάν, προκειμένου να καταστήσει δυνατό αυτό το πέραν του ονόματος, ενόψει και εξαιτίας αυτής της απαράδεκτης ονομασίας του εαυτού, διότι η μητέρα μου σώπασε χωρίς να έχει πεθάνει, γράφω ότι υπάρχει υπερβολικά πολλή αγάπη στη ζωή μου, υπογραμμίζοντας το υπερβολικά, με την καλή και την κακή έννοιά του, αλήθεια θα ήταν κάτι τέτοιο, η αγάπη θα με κερδίσει, διαθέτω μια πίστη που μπορεί να ξεπεράσει όλες τις δοκιμασίες, είμαι πιστός ακόμη και στις δοκιμασίες που με βασανίζουν, στις ευθανασίες μου.'

 

Ζακ Ντεριντά, 'Περιτομολόγηση'

*

'Εάν είναι δύσκολο μα εισαγάγουμε τη γραφή του Ντερριντά στο «φιλοσοφικό» είδος, αυτό συμβαίνει επειδή φαίνεται να επιλέγει τη μεταφορά έναντι της έννοιας. Όχι ότι η μεταφορά καθαυτή δεν είναι φιλοσοφική, αλλά η έννοια της «μεταφοράς» που η φιλοσοφία χρησιμοποιεί (διότι «μεταφορά» είναι το όνομα μιας φιλοσοφικής έννοιας) επιδιώκει να της δώσει μια δευτερεύουσα θέση την οποία προφανώς η μεταφορά δεν έχει στο έργο του Ντερριντά. Κλασικά, μπορούμε να επεξηγήσουμε εννοιολογικές προτάσεις με μεταφορές, αλλά στη φιλοσοφία, επί της αρχής, πρέπει να μπορούμε να πούμε ό,τι έχουμε να πούμε χωρίς να τις χρησιμοποιούμε. Εξ ου, λόγου χάρη, εν μέρει, και ο φιλοσοφικός τόπος της ατέλειας των «φυσικών» γλωσσών, καθώς και η ανάγκη για μια σαφέστερη και λιγότερο αμφίσημη γλώσσα και, εάν χρειάζεται, για μια «τεχνητή» λογική σημειογραφία. Εύκολα καταλαβαίνουμε γιατί μια παράδοση οργανωμένη γύρω από την αξία της παρουσίας θα ήταν επιφυλακτική απέναντι στη μεταφορά, η οποία μιλάει ασαφώς, εκμεταλλεύεται τις παράπλευρες συνδηλώσεις, υπονοεί πράγματα χωρίς στην πραγματικότητα να τα λέει, προτείνει ιδέες χωρίς να τις διασαφεί. Εάν όντως βρίσκουμε πολλές μεταφορές σε φιλοσοφικά κείμενα, αυτές μπορούν καταρχήν να αναχθούν στο καθεστώς του επουσιώδους διακόσμου, ο οποίος βοηθά τον αναγνώστη να διασχίσει τις δύσκολες σελίδες της εννοιολογικής επιχειρηματολογίας, μια κάπως παρακινδυνευμένη παράκαμψη που του επιτρέπει να συλλάβει καλύτερα το νόημα εντέλει. (Έτσι, για παράδειγμα, το έργο Λέξη και Αντικείμενο [Word and Object] του Κουάιν είναι γραμμένο σε πυκνό και αποδεκτά «λογοτεχνικό» ύφος, γεμάτο εξεζητημένες μεταφορές· αλλά το ίδιο βιβλίο προτείνει τρόπους ώστε να αναχθούν όλες οι φιλοσοφικές προτάσεις στις πιο τυποποιημένες λογικές σημειώσεις). Η δευτερεύουσα αυτή θέση της μεταφοράς σε σχέση με μια εννοιολογική ορθότητα συνδέεται προφανώς με την αξία της σοβαρότητας [...], της ευθύνης και της αλήθειας, οι οποίες καθιερώνονται σε αντίστιξη με τα παραπλανητικά και άρα ανεύθυνα παιχνίδια, τα μυθοπλαστικά επινοήματα των καλλιτεχνών. Στον βαθμό που η καλλιτεχνική γραφή παραμένει στη θέση της, στη λογοτεχνία, η φιλοσοφία τη θαυμάζει και αντλεί παραδείγματα από εκεί, αναγνωρίζοντας επιπλέον ότι η ποιοτική διαίσθηση μπορεί να μας προσφέρει ενορατική πρόσβαση σε μια αλήθεια που ο φιλόσοφος θα χρειαζόταν πολύ μόχθο για να κατακτήσει. Αλλά μόλις φανεί ότι η μεταφορά ως τέτοια αξιώνει ένα ουδιώδες προνόμιο στον στοχασμό, τότε καταγγέλλεται ο κίνδυνος του ανορθολογισμού και τα όρια αυστηροποιούνται.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ολόκληρη παράδοση που θα επιθυμούσε να επαναφέρει τη φιλοσοφία στη λησμονημένη αλήθεια της που εντοπίζεται στη μεταφορά. Έχει σημασία να μην κάνουμε λάθος εδώ, διότι ο Ντερριντά έχει πολύ συχνά ταυτιστεί με αυτήν την («καλλιτεχνική») παράδοση, αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η διασάφηση αυτού του σημείου είναι η προϋπόθεση της ελπίδας μας να συλλάβουμε τη σχέση που έχουν τα κείμενα του Ντερριντά με λογοτεχνικά έργα, να δούμε γιατί οι αναγνώσεις του Μπλανσό, του Τσέλαν, του Ζενέ, του Μαλλαρμέ και του Πονζ δεν ανταποκρίνονται σε κανένα από τα τρέχοντα πρότυπα εξήγησης, σχολιασμού ή ερμηνείας, ούτε καν στο πρότυπο (ουσιωδώς φιλοσοφικό [...]) της λογοτεχνικής κριτικής, και να κατανοήσουμε ότι δεν αναζητεί απλώς την επιβεβαίωση ή επεξήγησης θέσεων που αναπτύσσονται πληρέστερα αλλού.
Η άλλη αυτή παράδοση δεν αξιώνει μόνο το δικαίωμα στη μεταφορά, αλλά επαναφέρει την αυστηρή εννοιολογική παράδοση στη δική της μεταφορική αλήθεια. Συνεπώς, το επιχείρημα είναι πως όλες οι φιλοσοφικές έννοιες έχουν ετυμολογικές ρίζες στον αισθητό κόσμο και πως η χρήση τους ως εννοιών είναι δυνατή μόνο υπό τον όρο ότι λησμονούμε τη μεταφορική κίνηση που τις απομάκρυνε από το αρχικό τους νόημα και ότι λησμονούμε τη λήθη αυτή. Ο νοητός κόσμος της μεταφυσικής θα ήταν απλώς μια αναλογική μετάθεση του αισθητού κόσμου της φυσικής. Μεταγράφοντας μια φιλοσοφική πρόταση στο «αληθινό» της νόημα, στο αρχικό της νόημα, μπορούμε συνεπώς, για παράδειγμα, να μετατρέψουμε τη φράση «Η ψυχή κατέχει τον Θεό κατά το μέτρο που μετέχει του απόλυτου» στην πρόταση «η πνοή κάθεται πάνω σ’ όποιον λάμπει στο μόδιο του δώρου το οποίο δέχεται σ’ ό,τι είναι εντελώς λυτό (ή λπετό)» [...]. Μια τέτοια μεταγραφή κάνει τον φυσιολογικό λόγο να φαίνεται σαν ανατολίτικη μύθος, αποκαλύπτει τη φιλοσοφική πλάνη η οποία αδυνατεί να κατανοήσει ότι ο λόγος της είναι απλώς ένα μύθος («η λευκή μεταφορά») μεταξύ άλλων, τον οποίο, όμως, αυθαίρετα και βίαια επιχειρεί να επιχειρεί να επιβάλει ως τον ίδιο τον ορθό Λόγο. Ο φιλοσοφικός λόγος, με τη φαινομενική σοβαρότητά του, θα μπορούσε να είναι επομένως απλώς λησμονημένες ή φθαρμένες μεταφορές, ένα ιδιαίτερα μουντός και θλιβερός μύθος, συγκαλυμμένος καθώς προβάλλει τον εαυτό του ως την ίδια την αλήθεια. Μπορούμε να δούμε πόσο δελεαστική είναι μια τέτοια ανάγνωση για μια κριτική της φιλοσοφίας από την πλευρά των ανθρωπιστικών επιστημών και της λογοτεχνίας.'

 

Τζέφρι Μπένινγκτον, 'Ντερρινταβάση'

από το Ντερριντά, μτφρ. Απόστολος Λαμπρόπουλος & Ευτύχης Πυροβολάκης, εκδ. Νήσος

·

↑