προγραφές

Εξώφυλλο: Όσκαρ Γουάιλντ, Όσκαρ Ουάιλντ: Επιλογή από το Έργο του

Ἄν μιὰ γυναίκα θέλει νὰ κρατήσει ἕναν ἄντρα, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀπευθυνθεῖ στὴ χειρότερη πλευρά του.

*

Οἱ ἄντρες θέλουν πάντα νὰ εἶναι ἡ πρώτη ἀγάπη μιᾶς γυναίκας. Οἱ γυναῖκες ἔχουν πιὸ ἐκλεπτυσμένο ἔνστικτο. Θέλουν νὰ εἶναι τὸ τελευταῖο εἰδύλλιο ἑνὸς ἄντρα.

*

Ὅταν ἕνας ἄντρας κάνει ἀκριβῶς ὅ,τι μιὰ γυναίκα περιμένει ἀπ’ αὐτόν, δὲν ἀνεβαίνει στὴν ἐκτίμησή της. Πρέπει νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ μιὰ γυναίκα δὲν περιμένει καὶ νὰ λέει αὐτὸ ποὺ δὲν καταλαβαίνει.

*

Οἱ τρόποι προηγοῦνται τῶν ήθῶν!

*

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλαχιστα ὁ ἑαυτός του ὅταν μιλάει ὡς ὁ ἑαυτός του. Δῶσε του μιὰ μάσκα καὶ θὰ σοῦ πεῖ τὴν ἀλήθεια.

*

Τὶς συμφορὲς μπορεῖ νὰ τὶς ἀντέξει κανείς, ἔρχονται ἀπ’ ἔξω, εἶναι ἀτυχήματα. Ἀλλὰ νὰ ὑποφέρεις ἀπ’ τὰ ἴδια σου τὰ λάθη —ἄ!— ἐδῶ βρίσκεται τὸ κεντρί τῆς ζωῆς.

*

Μπορῶ νὰ ἀντέξω τὴ βάναυση βία, ἀλλὰ ἡ βάναυση λογικὴ εἶναι τελείως ἀνυπόφορη. Ὑπάρχει κάτι τὸ ἀθέμιτο στὴ χρήση της. Χτυπάει κάτω ἀπ’ τὴ διάνοια.

Όσκαρ Ουάιλντ, Όσκαρ Ουάιλντ: Επιλογή από το Έργο του, μτφρ. Σπύρος Τσακνιάς, εκδ. Στιγμή

ΤΡΕΙΣ ΩΔΕΣ ΣΤΗΝ ΚΛΑΙΡΗ

Ι

Βαθιά στ’ ὄνειρο σου κρέμεται τὸ νέφος τῆς βροχῆς
Οἱ καρποὶ τῆς ὑπόσχεσης ὡρίμασαν
Στο ἀράχνινο τῆς παρουσίας σου ὑφάδι
Τ’ ἄστρα τῆς νεκρανάστασης σαπίζουν

Σὰν τὸ ἱερὸ κεφάλι τῆς Ἀφροδίτης, τὸ πανόμοιο δικό σου
Στὴ χλόη θὰ χορταριάσει, πάει καιρὸς
Ποὺ τὸ φθινοπωριάτικο ἄγγιγμα τὸ σκέπασε μὲ πάχνη
Λήθη φτωχὴ κατοικία τυφλῶν

Κρατάω τὸ κεφάλι σου μὲ τὸ κυρτό του μέτωπο
Ὅπου ὁ ἐγκέφαλός σου μὲς σὲ συνομιλίες ἀπὸ φώσφορο
Μοιάζει σὰν ἕνα ρόδο σαρκοφάγο
Μὲ τυλίγεις, ὤ τυλίγεις καὶ μένα ἐκεῖ μέσα

ΙΙ

Βάλε πάνω στ’ αὐτί μου τὸ ἀσημένιο κοχύλι τοῦ δικοῦ σου αὐτιοῦ
Καὶ μὴν πεῖς τίποτα: ἀκούω τὸ κάθε τι ποὺ δὲν ὁμολογεῖς
Κι ὅ,τι ποτὲ δὲν προαισθάνθηκες
Σκεπασμένη πυρκαγιὰ τοῦ πάθους

Μέσα σου βουΐζει ὁ μανιασμένος ὠκεανὸς
Κραυγάζει μέσα σου ὁ Θεὸς μὲ τὸ σκοτεινὸ στόμα
Ποὺ εἶναι γεμάτο ἀπειλὴ καὶ κατηγόριες

Ὅταν στὸ πανηγύρι σου ἕνα κόκκινο βιολὶ ὀλολύζει
Φαντάζομαι πὼς ἐγὼ σέρνω τὸ δοξάρι
Ὅμως μονάχο του κραδαίνει τὸ κορμί σου
Ὁ βιολιστὴς ἐγὼ δὲν ἤμουν, ὄχι δὲν ἤμουν

ΙΙΙ

Στο μάτι σου πιὰ τὰ παλάτια μας
Συντρίφτηκαν ἀπὸ τ’ ἁλάτι, θρυμματισμένο τὸ χρυσὸ φέγγος
Ἀπὸ γέρικα ψάρια φαγώθηκε:
Στέκομαι ἀγνώριστος ἐμπρὸς στὶς ὄχθες του!

Καὶ δὲς τὸν ἑαυτό σου πάνω στὸ σμαραγδένιο στοιχειωμένο πλοῖο
Ποὺ τὸ ἀποπλάνησε ὁ πεισματάρης Δίας
Καὶ τὸ ’στειλε σὲ μένα δίχως νὰ μοῦ μηνύσει
Κι ὅμως τὸ στόμα σου γεμάτο πόθο ἠχεῖ

Ἀπ’ τοὺς ἐνδόμυχους καθρέφτες σου τελείως ἀλλαγμένος
Ὅπως ὁ διάφανος ὀρεινὸς κρύσταλλος στὴ χιλιοστὴ ἀλλαγή του
Ἀπογυμνώθηκε τὸ ἀληθινὸ του εἴδος:
Ἡ ὀπάλινη ψυχή σου μὲ ἀχτιδοβολεῖ!

Ιβάν Γκολ, Ονειροχλόη (Traumkraut), μτφρ. Δ. Π. Παπαδίτσας, εκδ. Στιγμή

* * *

'Ἡ ἐγγύτητα τοῦ θανάτου δίνει ταυτόχρονα στὴν ποιητικὴ δημιουργία τῶν τελευταίων χρόνων τῆς ζωῆς του μιὰ ἀκόμη βαθύτερη διάσταση καὶ ἀπήχηση. Ὅπως οἱ Καββαλιστές, ὁ Goll κατασκευάζει ἕναν πύργο «μὲ λέξεις καὶ ρήμαατα», ὄχι γιὰ νὰ φτάσει τὸ Θεό, ἀλλὰ γιὰ νὰ φτιάξει ἕνα φρούριο, ἕνα ὀχυρό. Ὁ ποιητὴς στὸ Traumkraut καταφεύγει σὲ μιὰ πανάρχαιη στρατηγικὴ: ἀντλεῖ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὁ Edgar Morin ὀνομάζει «προϊστορικὸ περιεχόμενο τοῦ θανάτου», προκειμένου νὰ τὸν ξορκίσει μὲ λέξεις καὶ νὰ τὸν μεταβάλει σὲ ζωή, δεδομένου ὅτι ἡ γραφὴ ἀποτελεῖ μιὰ ἐπὶ πλέον ἐγγύηση γιὰ τὴ μετὰ θάνατον ἐπιβίωση τοῦ ποιητῆ. Ἔτσι ἑρμηνεύεται καὶ ἡ ἐξέχουσα θέση ποὺ κατέχουν στὸ λυρισμὸ αὐτῶν τῶν τελευταίων χρόνων τὴς ἀμείλικτης ἀντίστροφης μέτρησης οἱ μεταφορὲς μὲ φυτὰ, λουλούδια καὶ δέντρα ποὺ ξεπροβάλλουν ἀπὸ ἕνα σκελετό. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι στὸ «Alasam», ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἁπλὰ ποιήματα ποὺ ἔχει γράψει, αὐτὴ ἡ εἰκόνα φτάνει στὴν πιὸ ἀλγεινή της πυκνότητα:

Άλαζὰμ
τὸ δάκρυ ποὺ δὲν κύλησε
μὲς στὴν κοιλότητα τοῦ κρανίου μου.
Ἕνα χορτάρι ὀνείρου ποὺ φύτρωσε
ἔξω ἀπ’ αὐτὸ ἀργότερα
κίτρινο τῆς νύχτας γκρίζο τοῦ κρίματος
γιὰ πολλὲς γενιὲς ἀνθρώπων
μοναδικὸ λουλούδι
περιφρονημένο ἀπὸ τὶς μέλισσες.

Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο χωρὶς ἀμφιβολία θὰ πρέπει νὰ ἐντοπίσουμε τὸ «μυστικὸ τῶν λέξεων» τοῦ Yvan Goll. Αὐτὸς ποὺ παρακολουθοῦσε μὲ μεγάλη προσοχὴ ὅλες τὶς καινοτομίες τοῦ καιροῦ του καὶ ἦταν τόσο πρόθυμος νὰ τὶς ἀξιοποιήσει, νά ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ, σὰν νὰ τὶς ἔχει λησμονήσει, στὰ πρόθυρα τῆς αἰωνιότητας. Νὰ ποὺ τώρα, στὸ κατώφλι τῆς τελευταίας ἐξορίας, τὸ «μυστικὸ τῶν λέξεων» θὰ ἑνωθεῖ γιὰ τὸν Goll μὲ τὸ μυστικὸ τοῦ θανάτου: Ἡ Ὀνειροχλόη θὰ εἶναι ἡ τελευταία του μετάληψη.'

 

Αιμέ Μπλαϊκάστεν, 'Ονειροχλόη ή Το Μυστικό των Λέξεων', μτφρ. Γιάννα Δεληβοριά

Εξώφυλλο: Τσαρλς Μπουκόβσκι, Για τις Γάτες

γάτες κι άνθρωποι κι εσύ κι εγώ και τα πάντα

οι Αιγύπτιοι αγαπούσαν τη γάτα
συχνά θάβονταν μαζί της
κι όχι με τη γυναίκα
και ποτέ με τον σκύλο

και τώρα
εδώ
οι καλοί άνθρωποι με τα
καλά μάτια
είναι πολύ λίγοι

ενώ οι φίνες γάτες
με σπουδαίο στιλ
αράζουν
στις αλέες του
σύμπαντος.

σχετικά
με τον καβγά μας απόψε
ό,τι κι αν
αφορούσε
και
ανεξάρτητα
από το πόσο δυστυχισμένους μας έκανε να νιώθουμε

θυμήσου ότι
υπάρχει μια
γάτα
κάπου
που προσαρμόζεται στον
χώρο του εαυτού της
με ένα απολαυστικό
δέος για τη
χαλαρότητα.

με άλλα λόγια
η μαγεία επιμένει
χωρίς εμάς
ό,τι κι αν
κάνουμε
εναντίον της.

και θα λεηλατούσα και
θα κατέστρεφα την τελευταία ευκαιρία για
τον εαυτό μου και για σένα

ώστε αυτό να μπορεί
να συνεχίζεται.

δεν έγινε
καβγάς.

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Για τις Γάτες, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Πατάκη

'Un amour si grand qu'il nie son objet' [album: Diasporas (1979)] - Ghédalia Tazartès

Εξώφυλλο: Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, Μπορούν οι Υποτελείς να Ομιλούν;

'Μπορούν οι υποτελείς να μιλήσουν; Τι μπορούν να κάνουν οι ελίτ για να προστατευτούν από τη συνεχόμενη παραγωγή του/της υποτελούς; Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα «της γυναίκας» εμφανίζεται εξόχως προβληματικό. Είναι ξεκάθαρο πως αν είσαι φτωχή, μαύρη και γυναίκα την έχεις πατήσει από τρεις πλευρές. Αν μεταθέσουμε ωστόσο αυτή τη διατύπωση από ένα πρωτο-κοσμικό πλαίσιο σε ένα μετααποικιακό (που δεν ταυτίζεται όμως με ένα τρίτο-κοσμικό), ο χαρακτηρισμός «μαύρη» ή «έγχρωμη», χάνει κάθε πειστική σημασία. Η διαστρωματωμένη συγκρότηση των αποικιακών υποκειμένων, τόσο απαραίτητη για την πρώτη φάση του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, καθιστά το «χρώμα» ως χειραφετητικό σημαίνον άχρηστο. Μπροστά στον χείμαρρο των καλών αλλά και κανονιστικών προθέσεων του μεγαλύτερου μέρους του ανθρωπιστικού-επιστημονικού ριζοσπαστισμού που έρχεται από τις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη (βλ. αναγνώριση μέσω αφομοίωσης), μπροστά στην προοδευτική αλλά ετερογενή υποχώρηση του καταναλωτισμού στη μεταπρατική περιφέρεια, και μπροστά στον αποκλεισμό ακόμα και των περιθωριακών στοιχειών (των «πραγματικά και διαφορικά υποτελών») από το σύστημα κέντρου-περιφέρειας, αυτό που δείχνει να έχει απαγορευτεί πλέον ιστορικά, επιστημονικά και πρακτικά τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά είναι το αντίστοιχο της ταξικής συνείδησης και όχι της φυλετικής. Το ζητούμενο βέβαια δεν είναι να επιτευχθεί μια διπλή μετάθεση, όπως ούτε και να βρεθεί η ψυχαναλυτική αλληγορία που περιγράφει καλύτερα τη γυναίκα του Τρίτου Κόσμου.
Οι προειδοποιήσεις που μόλις εξέφρασα έχουν κάποια σημασία μόνο αν μιλήσει κανέις για τη συνείδηση — ή, όπως πλέον έχει γίνει πιο αποδεκτό, το υποκείμενο της υποτελούς γυναίκας. Σίγουρα περιλαμβάνεται ακόμα στην ατζέντα η αναφορά ή, ακόμα καλύτερα, η συμμετοχή στις αντισεξιστικές προσπάθειες ταξικά καταπιεσμένων ή έγχρωμων γυναικών τόσο στον Πρώτο Κόσμο όσο και στον Τρίτο. Πρέπει επίσης να καλωσορίσουμε τις προσπάθειες που γίνονται από την ανθρωπολογία, την πολιτική επιστήμη, την ιστορία και την κοινωνιολογία για να ανακτηθούν πληροφορίες από πεδία που μέχρι τώρα έχουν αποσιωπηθεί. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως όλες αυτές οι προσπάθειες δεν στηρίζονται στην προϋπόθεση και την κατασκευή μιας συνείδησης ή ενός υποκειμένου, και πως μακροπρόθεσμα δεν θα συμπλεύσουν με το έργο της ιμπεριαλιστικής συγκρότησης-υποκειμένων. Έτσι η επιστημική βία θα συνδυαστεί με την προώθηση της γνώσης και του πολιτισμού. Και η υποτελής γυναίκα θα μείνει περισσότερο βουβή από ποτέ.'

 

Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, Μπορούν οι Υποτελείς να Ομιλούν;, μτφρ. Χλόη Κολύρη & Παναγιώτης Τριτσιμπίδας, εκδ. Επέκεινα

* * *

'Η Σπίβακ ολοφάνερα επιλέγει το ταξικό συμφέρον και την ιδεολογία εις βάρος της ισχύος και επιθυμίας —δηλαδή Μαρξ εις βάρος Φουκώ και Ντελέζ—, αλλά και την ίδια αυτή την επιλογή της την αποδομεί και αλλάζει σχεδόν το επιστημολογικό παράδειγμα. Υπό το πρίσμα του φεμινισμού και της νεοαποικιοκρατίας, ξανασκέφτεται όλες τις έννοιες της ταξικότητας, όλες τις πάγιες ταυτότητες, κατά κάποιον τρόπο επιχειρεί κάτι που εκ των υστέρων μοιάζει σαν κάτι που ήταν επιβεβλημένο αλλά και απαραίτητο να γίνει, απόδειξη ότι υιοθετήθηκε τελικά από τη σύγχρονη πολιτική σκέψη. «Εμφυλοποιεί» [engenders] τις σχέσεις παραγωγής και την ταξικότητα. Το γλωσσικό εγχείρημά της γίνεται έτσι μια πανοραμική μετωνυμία: Η φυλή γίνεται χρώμα, η τάξη γίνεται ανέχεια, το sex γίνεται gender. Και το κυριότερο; Το πολιτικό με το ηθικό βρίσκονται σε συνεχή διελκυστίνδα,η ανάλυση για το gender επιλέγει πότε τη μία πότε την άλλη πλευρά, οπωσδήποτε όμως η κεντρική θέση είναι πάντα έμφυλη. Όταν ρωτούν την ίδια «Σε τι έγκειται το εγχείρημά σας;», απαντά: «Είναι μια αναπαραγωγική ετεροκανονικότητα [reproductive hetronormativity] στο πλαίσιο μιας οικουμενικής θεσμοθέτησης, πράγμα που απλά σημαίνει ότι αν ανατρέψουμε την πάγια θέση όπου το κανονικό και φυσιολογικό παράγονται μέσα από δίπολα του τύπου άνδρας-γυναίκα, γνώση-άγνοια, Δύση-Τρίτος Κόσμος, θα κερδίσουμε και θα προκαλέσουμε νέες παραγωγές για την κατανόηση του εαυτού μας και του Άλλου».'

Χλόη Κολύρη, από το 'Προλογικό Σημείωμα' της έκδοσης

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑