προγραφές

Εξώφυλλο: Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, Μπορούν οι Υποτελείς να Ομιλούν;

'Μπορούν οι υποτελείς να μιλήσουν; Τι μπορούν να κάνουν οι ελίτ για να προστατευτούν από τη συνεχόμενη παραγωγή του/της υποτελούς; Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα «της γυναίκας» εμφανίζεται εξόχως προβληματικό. Είναι ξεκάθαρο πως αν είσαι φτωχή, μαύρη και γυναίκα την έχεις πατήσει από τρεις πλευρές. Αν μεταθέσουμε ωστόσο αυτή τη διατύπωση από ένα πρωτο-κοσμικό πλαίσιο σε ένα μετααποικιακό (που δεν ταυτίζεται όμως με ένα τρίτο-κοσμικό), ο χαρακτηρισμός «μαύρη» ή «έγχρωμη», χάνει κάθε πειστική σημασία. Η διαστρωματωμένη συγκρότηση των αποικιακών υποκειμένων, τόσο απαραίτητη για την πρώτη φάση του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, καθιστά το «χρώμα» ως χειραφετητικό σημαίνον άχρηστο. Μπροστά στον χείμαρρο των καλών αλλά και κανονιστικών προθέσεων του μεγαλύτερου μέρους του ανθρωπιστικού-επιστημονικού ριζοσπαστισμού που έρχεται από τις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη (βλ. αναγνώριση μέσω αφομοίωσης), μπροστά στην προοδευτική αλλά ετερογενή υποχώρηση του καταναλωτισμού στη μεταπρατική περιφέρεια, και μπροστά στον αποκλεισμό ακόμα και των περιθωριακών στοιχειών (των «πραγματικά και διαφορικά υποτελών») από το σύστημα κέντρου-περιφέρειας, αυτό που δείχνει να έχει απαγορευτεί πλέον ιστορικά, επιστημονικά και πρακτικά τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά είναι το αντίστοιχο της ταξικής συνείδησης και όχι της φυλετικής. Το ζητούμενο βέβαια δεν είναι να επιτευχθεί μια διπλή μετάθεση, όπως ούτε και να βρεθεί η ψυχαναλυτική αλληγορία που περιγράφει καλύτερα τη γυναίκα του Τρίτου Κόσμου.
Οι προειδοποιήσεις που μόλις εξέφρασα έχουν κάποια σημασία μόνο αν μιλήσει κανέις για τη συνείδηση — ή, όπως πλέον έχει γίνει πιο αποδεκτό, το υποκείμενο της υποτελούς γυναίκας. Σίγουρα περιλαμβάνεται ακόμα στην ατζέντα η αναφορά ή, ακόμα καλύτερα, η συμμετοχή στις αντισεξιστικές προσπάθειες ταξικά καταπιεσμένων ή έγχρωμων γυναικών τόσο στον Πρώτο Κόσμο όσο και στον Τρίτο. Πρέπει επίσης να καλωσορίσουμε τις προσπάθειες που γίνονται από την ανθρωπολογία, την πολιτική επιστήμη, την ιστορία και την κοινωνιολογία για να ανακτηθούν πληροφορίες από πεδία που μέχρι τώρα έχουν αποσιωπηθεί. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως όλες αυτές οι προσπάθειες δεν στηρίζονται στην προϋπόθεση και την κατασκευή μιας συνείδησης ή ενός υποκειμένου, και πως μακροπρόθεσμα δεν θα συμπλεύσουν με το έργο της ιμπεριαλιστικής συγκρότησης-υποκειμένων. Έτσι η επιστημική βία θα συνδυαστεί με την προώθηση της γνώσης και του πολιτισμού. Και η υποτελής γυναίκα θα μείνει περισσότερο βουβή από ποτέ.'

 

Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, Μπορούν οι Υποτελείς να Ομιλούν;, μτφρ. Χλόη Κολύρη & Παναγιώτης Τριτσιμπίδας, εκδ. Επέκεινα

* * *

'Η Σπίβακ ολοφάνερα επιλέγει το ταξικό συμφέρον και την ιδεολογία εις βάρος της ισχύος και επιθυμίας —δηλαδή Μαρξ εις βάρος Φουκώ και Ντελέζ—, αλλά και την ίδια αυτή την επιλογή της την αποδομεί και αλλάζει σχεδόν το επιστημολογικό παράδειγμα. Υπό το πρίσμα του φεμινισμού και της νεοαποικιοκρατίας, ξανασκέφτεται όλες τις έννοιες της ταξικότητας, όλες τις πάγιες ταυτότητες, κατά κάποιον τρόπο επιχειρεί κάτι που εκ των υστέρων μοιάζει σαν κάτι που ήταν επιβεβλημένο αλλά και απαραίτητο να γίνει, απόδειξη ότι υιοθετήθηκε τελικά από τη σύγχρονη πολιτική σκέψη. «Εμφυλοποιεί» [engenders] τις σχέσεις παραγωγής και την ταξικότητα. Το γλωσσικό εγχείρημά της γίνεται έτσι μια πανοραμική μετωνυμία: Η φυλή γίνεται χρώμα, η τάξη γίνεται ανέχεια, το sex γίνεται gender. Και το κυριότερο; Το πολιτικό με το ηθικό βρίσκονται σε συνεχή διελκυστίνδα,η ανάλυση για το gender επιλέγει πότε τη μία πότε την άλλη πλευρά, οπωσδήποτε όμως η κεντρική θέση είναι πάντα έμφυλη. Όταν ρωτούν την ίδια «Σε τι έγκειται το εγχείρημά σας;», απαντά: «Είναι μια αναπαραγωγική ετεροκανονικότητα [reproductive hetronormativity] στο πλαίσιο μιας οικουμενικής θεσμοθέτησης, πράγμα που απλά σημαίνει ότι αν ανατρέψουμε την πάγια θέση όπου το κανονικό και φυσιολογικό παράγονται μέσα από δίπολα του τύπου άνδρας-γυναίκα, γνώση-άγνοια, Δύση-Τρίτος Κόσμος, θα κερδίσουμε και θα προκαλέσουμε νέες παραγωγές για την κατανόηση του εαυτού μας και του Άλλου».'

Χλόη Κολύρη, από το 'Προλογικό Σημείωμα' της έκδοσης

· ·

↑