'Έρχονται κρατώντας τα σιδερένια όργανα της αγάπης. Έρχονται. Μόνο σφαγμένοι θα αγαπούμε δίχως να σφάζουμε. Για να υπάρξει μέσα στη χαλύβδινη πίστη εκείνο το αυλάκι. Όπου θα κροταλίζουν τα κουδούνια στον άνεμο. Και η σάρκα θα λ ι ώ ν ε ι. Όπου οι γυναίκες θα γεννούν θνητούς και ελεύθερους. Όπου θα ανταμωθούμε με τη Γεσθημανή και τη Γοργώ ─ μόνοι.
Να τη λοιπόν, η κεφαλή της Μέδουσας εμπρός μου. Είναι λίγη η ζωή για να χωρέσει την αγάπη. Κι όμως: μια στραβιά στιγμή ξεμαρμαρώνει. (Πάντοτε έλεγα να πεθάνω με ένα τυφλό φιλί). Ανοίγω τα μάτια, ανοίγω τα χείλη. [...] Για μισή ανάσα όπου. Οι δυο ανύπαρκτες καρδιές μας γίνονται μια. Κι απ’ το λαιμό μας τινάζεται στους αιώνες το παράφορο αίμα.'
Θανάσης Τριαρίδης, Τα Μελένια Λεμόνια, εκδ. Τυπωθήτω
'Ο άνρθωπος κάθεται και γράφει μόνος του, δεν μπορεί να κάτσει μόνος του σκέτο, δεν μπορεί να κάτσει μόνος του και να ακούσει χωρίς να μιλάει, δεν μπορεί να κάτσει χωρίς να μιλάει και να βλέπει -άλλη συμφορά κι αυτή-, δεν μπορεί να κάτσει χωρίς να κάτσει, πρέπει οπωσδήποτε να κάνει, πρέπει οπωσδήποτε να δημιουργεί και να αναδημιουργεί, να πλάθει και να αναπλάθει, να χαλάει ώστε να φτιάξει, να φτιάχνει ώστε να χαλάσει και να ξαναφτιάξει, όχι δεν μπορεί να κάτσει ήσυχος μόνος του ο άνθρωπος, αν μπορούσε να κάτσει μόνος του ήσυχος ο άνθρωπος θα είχαν σωθεί ο ουρανός και η γη και η θάλασσα και όλα όσα έχουν, αλλά ο άνθρωπος δεν διανοείται να κάτσει μόνος του σκέτο, θέλει να γράψει μόνος του, ναι, κάθεται και δημιουργεί μόνος του, κάθεται μεν και δημιουργεί μόνος του αλλά δεν θέλει να αποφύγει έως τέλους την παρουσία των άλλων, ούτε καν στη συνέχεια δεν θέλει να αποφύγει την παρουσία των άλλων, την ανεξέλεγκτη έως τέλους παρουσία των άλλων, την ανεξέλεγκτη, απύθμενη και απροκάλυπτη παρουσία των άλλων, όχι, δεν θέλει να την αποφύγει οριστικά και τελεσίδικα και ανέκκλητα την παρουσία των άλλων, ο άνθρωπος θέλει να γράψει μόνος για να είναι στη συνέχεια με τους άλλους, να έχει τη χαρά να δικαιούται έπειτα να είναι με τους ίδιους άλλους και τους άλλους άλλους, όχι οιουσδήποτε άλλους, του άλλους κατὰ τὴν τάξιν καὶ τὴν δύναμιν αὐτῶν, γιατί και αυτή η βλακεία προσθέτει στην εικόνα που καθ’ ὁμοίωσιν φιλοτεχνεί για τον εαυτό του, στην εικόνα που επιμελημένα και μετά πάθους και μετά μανίας, μετά αυτιστικής μανίας, φιλοτεχνεί για τον εαυτό του.'
'Η άλλη γυναίκα ποθεί απελπισμένα αυτόν τον νεαρό. Θα έδινε τα πάντα για να τον αποκτήσει. Δεν θα ’χανε μια κόρη, αλλά θα κέρδιζε ένα γιο. Τόσο πολύ θέλει ένα γιο που δεν διστάζει να σακατέψει τις κόρες της. Παίρνει ένα χασαπομάχαιρο και κόβει το δάχτυλο της μεγαλύτερης, έτσι ώστε να χωρέσει το πόδι της στο μικρό παπούτσι. Φανταστείτε. Κραδαίνοντας το μαχαίρι, η γυναίκα χυμάει στο παιδί της, που ουρλιάζει και δέρνεται σα να μην ήταν κορίτσι αλλά αγόρι που η γριά το κυνηγούσε για να του πελεκήσει κάτι πολύ πιο ζωτικό από δάχτυλο. Όχι! Τσιρίζει. Μάνα! Όχι το μαχαίρι! Όχι! Παρόλ’ αυτά, της το κόβει και το πετάει στο τζάκι, μες στις στάχτες, όπου το ανακαλύπτει η Σταχτοπούτα, μένει άναυδη, νιώθει φόβο μαζί και δέος μπροστά στο φαινόμενο της μητρικής αγάπης. Της μητρικής αγάπης, που τυλίγεται γύρω απ’ αυτές τις κόρες σα σάβανο.'
Άντζελα Κάρτερ, 'Σταχτοπούτα ή Το Φάντασμα της Μάνας' από την ανθολογία Οι Κυρίες του Τρόμου, μτφρ. Χρύσα Τσαλικίδου, εκδ. Επιλογή