
'Είχα έναν εφιάλτη. Είδα το αγαπημένο πρόσωπο να νιώθει άσχημα, περπατώντας σε κάποιο δρόμο, και να ζητά αγωνιωδώς ένα φάρμακο. Όλοι, όμως, περνούσαν και, σοβαροί σοβαροί, του το αρνιόντουσαν, παρά τα ξέφρενα πηγαινέλα μου. Η αγωνία του προσώπου αυτού έπαιρνε μια υστερική τροπή, πράγμα που του καταλόγιζα. Αργότερα κατάλαβα ότι το πρόσωπο αυτό ήμουν εγώ -ασφαλώς· ποιον άλλον μπορείς να ονειρευτείς; Καλούσα όλες τις περαστικές γλώσσες (τα συστήματα), αυτές με αρνιόντουσαν κι εγώ συνέχιζα να ζητώ φωναχτά, άπρεπα, μια φιλοσοφία που «να με καταλάβει» - «να με περιμαζέψει».'
Ρολάν Μπαρτ, Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου, μτφρ. Βασίλης Παπαβασιλείου, εκδ. Ράππα
'Morning Joy' [album: Live in Budapest (1987)] - Steve Lacy & Steve Potts

'Προχωρώντας, είμαι η επιφάνειά μου, θα πει ρέπω στο χρόνο, τον αφήνω να γλείψει τα ακροδάχτυλα και επιδαψιλεύοντας την κορυφή του κύματος, ανασύρω μνήμες ως μαργαριτάρια ιδιόκτητων νόστων, μεταγραμμένων σε παρόντα εκπατρισμένα πίσω από το άγρυπνο μάτι της κραυγής. Είμαι έτοιμος ν’ αρχίσω ξανά, θα πει ότι πίσω από αυτό το κύμα, δύναμαι να εκδιώξω τις ανάρμοστες παραποιήσεις, του τώρα τις ψευδαισθήσεις, και έρποντας προς το κενό, ηττώμαι έχοντας πρωτίστως αποσπάσει τη ρίζα του υψώματος· [...]'
Χρίστος Αγγελακόπουλος, Ερανίσματα, εκδ. Ιδιωτική Έκδοση
'“Μηδέν επί μηδέν ίσον μηδέν”. Με μία μόνο σκέψη, η λογική γεννήθηκε, αυτοκατοχυρώθηκε και δογμάτισε. Από τη στιγμή του πολλαπλασιασμού, η ύπαρξή της επισημοποιείται, ένας γενναίος νέος κόσμος δομείται. Το υπαρκτό εκλογικεύεται, ονοματίζεται, τακτοποιείται, επεκτείνεται, αναπαράγεται, βιομηχανοποιείται, καταναλώνεται, θαμπώνοντας το “πεπερασμένο” της ίδιας της υφής του.
“Μηδέν επί μηδέν ίσον μηδέν”. Από το Τίποτε, Τίποτε. Κι ό,τι δοκιμάζει να δραπετεύσει, θεωρείται αμελητέα παραλλαγή, παιχνίδι διασκεδαστικό ή τιμωρητέα διαστροφή (καθώς η λογική μορφοποιεί, παράλληλα μα τα δικά της όρια, Ηθική και κανόνες της). [...] Η αποσιώπηση των ρηγματώσεων στο λογικό οικοδόμημα δεν σημαίνει, όμως, και εξάλειψη. Οι ρηγματώσεις μένουν και πληθαίνουν, αφού άλλωστε οι αιτίες τους είναι μόνιμες και συνεχείς. (Ο κορεσμός της επαναλαμβανόμενης πράξης της βίωσης, η μαγεία της αντίσκεψης, της άφεσης και της φαντασίωσης, ο τρόμος μπροστά στο πεπερασμένο της ατομικής πια ζωής). Κι ακόμη [...] η ακμή των ρηγματώσεων φτάνει πριν αποκτηθούν τα μέσα για την ολοκληρωτική “πλύση εγκεφάλου”, που θα φέρει την πλήρη λογική επικράτηση. [...] Η ζωγραφική, η ποίηση και η μουσική, ο σουρεαλισμός,ο ανεικονισμός και ο ατονισμός, δείχνουν με σιγουριά την έξοδο προς το παράλογο.'
Βάιος Παγκουρέλης, 'Ο Παράλογος Ιππότης της Αποκάλυψης, Ένας Γύρος του Θανάτου στο Τσίρκο Ιονέσκο', περιοδικό Διαβάζω, αρ. τευχ. 122, Ιούλιος 1985

'Οι συγχορδίες των βημάτων του τον γέμιζαν περηφάνια και περιφρόνηση για τους ανθρώπους. Στο δρόμο για το σπίτι, συναντούσε έναν ακατοίκητο πύργο. Έκπτωτοι θεοί στέκονταν στον κήπο, πενθώντας το βράδυ. Όμως εκείνου του φαινόταν: εδώ έζησα λησμονημένα χρόνια.'
Γκέορκ Τρακλ, από το 'Όνειρο και Συσκότιση του Νου', Η Γαλάζια Ψύχωση: Ποιήματα και Πεζά 1909-1914, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Σαιξπηρικόν

'Το αξίωμα της αντικειμενικότητας, καταγγέλλοντας την «παλαιά συμμαχία», αποκλείει συγχρόνως οποιαδήποτε σύγχηση, μεταξύ γνωστικών και αξιολογικών κρίσεων. Παραμένει, όμως, το γεγονός ότι, οι δύο αυτές κατηγορίες συσχετίζονται αναπόφευκτα στην πράξη, καθώς και στο λόγο.
Για να μείνουμε λοιπόν, πιστοί στην αρχή, θ’ αποφανθούμε ότι, οποιοσδήποτε λόγος ή πράξη, δεν πρέπει να θεωρηθεί σημαντικός, αυθεντικός, παρά μόνον εάν (ή στο μέτρο που) διευκρινίζει και συντηρεί τη διάκριση των δύο κατηγοριών που συνδυάζει... Ο μη αυθεντικός λόγος, όπου οι δύο κατηγορίες αναμειγνύονται και συγχέονται, δεν μπορεί να οδηγήσει, παρά στους πλέον ολέθριους παραλογισμούς, στα πιο εγκληματικά ψέματα, ακόμα κι αν είναι ασυνείδητα...'
Ζακ Μονό, Η Τύχη και η Αναγκαιότητα: Δοκίμιο για τη Φυσική Φιλοσοφία της Νεότερης Βιολογίας, μτφρ. Νίκος Π. Παπαδόπουλος, εκδ. Κέδρος

ο θεός να με λυπηθεί που (ο θεός σαφώς μ’ έχει)
το αβαρές σβέλτο αφημένο σεξουαλικό πούπουλο
του δικού σου να πω σώματος; ακολουθώ
πράγματι μέσα από ένα ρέον βογκητό της τζαζ
που η αψιδωτή περιστασιακή του απόκρημνη νεότητα καταπίνει
την καμπύλη μανία των μηρών μου·
ή, ο πρώτος σου σπασμός από τραγανή αγορίστικη σάρκα βυθίζει
το ύψος μου σ’ έναν συμπαγή εύθραστο τσουχτερό καιρό,
(με κομμένη ανάσα με κοφτερά απαραίτητα χείλη) μικρέ
θηλυκέ διαρρήκτη με το φίνο, αγύρτικο-κακοποιό,
γελαστό κορμί με στήθη σοφά αγίνωτα,
σάρκα ψευδή γοργή στους ελιγμούς του παχουλού βαθύτονου
Μια Γκόμενα Ζητάω,
αβέβαια γοργά πόδια με γλιστερά
βήματα που αποχωρίζονται το σαματά της ευθυμίας του σαξοφώνου
ε.ε. κάμινγκς, από την ανθολογία Ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός
Symphony No. 9 "From the New World" - Antonín Dvořák





