προγραφές

Εξώφυλλο: Νταν Μπρίτεν, Θεοποιοί

'Υπάρχουν μόνον η αλήθεια και η πλάνη. Η αλήθεια διαμορφώνεται σε πραγματικότητα, μέσω των γεωμετρών, πίσω στο αληθινό άπειρο. Η πλάνη, μην έχοντας πρόσβαση στις γενικές παραδοχές της πραγματικότητας, δεν μπορεί να εκδηλωθεί πουθενά αλλού παρά μόνο στο υλικό σύμπαν. Παραμένει εκεί, ένα καταθλιπτικό σύννεφο, που διογκώνεται διαρκώς, αυξάνοντας έτσι διαρκώς και τη φθοροποιό επίδρασή του στον κόσμο των ανθρώπων. Είναι ένας Αγύρτης! Ένα αχαλίνωτο, ανέστιο, και ξετρελαμένο κτήνος!'

'Το υλικό σύμπαν είναι μια γεωμετρική πρόοδος ενέργειας σε κίνηση.'

Νταν Μπρίτεν, Θεοποιοί, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

Εξώφυλλο: Χένρι Κάτνερ, Μανία

'Ἐνας Αθάνατος μπορούσε να στοχεύσει στην αναπαραγωγή ενός είδους ανθρώπου όπως ένας θνητός μπορούσε ν' αναπαράγει πιο κομψές γάτες ή πιο γρήγορα άλογα. Μόνο που το προϊόν θα ήταν απλώς σαν ένα κομμένο λουλούδι, όμορφο, αλλά που δεν κρατά παρά μόνο για μια μέρα. Αναρωτήθηκε πόσοι από τους Αθάνατους μπορεί να έκαναν ακριβώς αυτό, διατηρώντας ουσιαστικά ένα χαρέμι τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο. Θα ήταν εξαίρετο, φτάνει τα συναισθήματα σου να παρέμεναν αδέσμευτα.'

'Άκουγε τη μουσική του καρναβαλιού να ηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη στο Κάστρο του Ντέλαγουερ, έβλεπε τις λαμπερές κορδέλες των κινούμενων Δρόμων, μύριζε τα παρασυρόμενα από τον άνεμο αρώματα, χαμογελούσε στο πρόσωπο της Κέντρη.
Υπήρχε ένα δευτερόλεπτο απεγνωσμένης βιάσης, σαν να πάλευε γατζωμένος με τα νύχια από το χείλος ενός αποσαθρούμενου γκρεμού, ενώ η ζωή και η συνείδηση διαλύονταν σε συντρίμμια κάτω από τα δάχτυλά του.'

Χένρι Κάτνερ, Μανία, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

'Ἡ φλέβα τοῦ αἰσθήματος εἶναι ἴδια σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους· ἐκεῖνο ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὸν ἕναν στὸν ἄλλον, εἶναι τὸ πάχος τοῦ περιβλήματος ποὺ πρέπει νὰ σπάσει. Φυσικὰ γιὰ ὅλ’αὐτὰ πρέπει νὰ διαθέτεις μάτια καὶ αὐτιά. Χθὲς, καθὼς ἀνέβαινα τὴν κοιλάδα, εἶδα νὰ κἀθονται πάνω σ’ ἕνα βράχο δυὸ κοπέλες· ἡ μιὰ ἔδενε τὰ μαλλιά της καὶ ἡ ἄλλη τὴ βοηθοῦσε· τὰ ὁλόχρυσα μαλλιὰ κρέμονταν πρὸς τὰ κάτω, τὸ νεανικὸ της πρόσωπο ἦταν σοβαρὸ καὶ χλομό. Φοροῦσε μαῦρα ροῦχα καὶ ἡ ἄλλη τὴ φρόντιζε μὲ περισσὴ τρυφερότητα. Οἱ ὠραιότεροι, οἱ πιὸ ἀξιόλογοι πίνακες τῆς παλιᾶς Γερμανικῆς Σχολῆς, μᾶς δίνουν μερικὰ ἴχνη ἀπὸ τέτοιες σκηνές. Μερικές φορές πρέπει νὰ διαθέτεις τὴν κεφαλὴ τῆς Μέδουσας γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ ἀποδώσεις στὴν πέτρα ἕνα τέτοιο σύμπλεγμα, πρὶν τὸ παρουσιάσεις στοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν σηκώθηκαν ὄρθιες, ἡ θεσπέσια εἰκόνα καταστράφηκε· ὅμως καθὼς κατηφόριζαν ἀνάμεσα στοὺς βράχους, δημιουργήθηκε μιὰ νέα σύνθεση. Οἱ ὡραιότερες εἰκόνες, οἱ πιὸ ἀρμονικὲς μελωδίες, ἀποτελοῦν συνθέσεις ποὺ γρήγορα διαλύονται καὶ χάνονται.'

Γκέοργκ Μπίχνερ, Λεντς, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Άγρα

*

'Ἕνας θεὸς ποὺ δὲν βοηθᾶ, δὲν ὑπάρχει. Ὅμως ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει, ἀρχίζει νὰ ξεχύνεται ἀπ’ ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ ἐνυπάρχουν στὸ χρόνο καὶ στὸ χῶρο ἡ φρίκη τοῦ κενοῦ. Καί, σ’ ἕναν κόσμο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔχει ἐξαφανιστεῖ ἡ θεϊκὴ διάσταση, αὐτὸ τὸ Ἐγώ, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο ἔμοιζε φανταστικό, συρρικνώνεται σ’ ἕνα ξερό, μοναχικό, ὀδυνηρὸ σημεῖο.'

Μάρτιν Βάλζερ, 'Από Τι Πεθαίνει ο Θεός', μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, από το επίμετρο της έκδοσης

Εξώφυλλο: Αισχύλος, Επτά επί Θήβας

'κλαυτὸν δ’ ἀρτιδρόποις ὠμοδρόπων
νομίμων προπάροιθεν δαιμεῖψαι
δωμάτων στυγερὰν ὁδόν·
τί; τὸν φθίμενον γὰρ προλέγω
βέλτερα τῶνδε πράσσειν·
πολλά γὰρ, εὖτε πρόλις δαμασθῇ,
ἔ ἔ, δυστυχῆ τε πράσσει.
ἄλλος δ’ ἄλλον ἄγει, φονεύ-
ει, τὰ δὲ πυρφορεῖ· καπνῷ
δὲ χραίνεται πόλισμ’ ἅπαν·
μαινόμενος δ’ ἐπιπνεῖ λαοδάμας
μιαίνων εὐσέβειαν Ἄρης.'

*

'Κι είναι να κλαις πικρά για τις αμάλαγες
παρθένες, που άθελα τη μαύρη στράτα
διαβαίνουν της ντροπής, όταν οι άντρες,
πριν να ’ρθει η τίμια ώρα,
τρυγούνε τον πρωτόλουβον ανθό τους·
ο σκοτωμένος, λέω, πιο λίγα θα υποφέρει·
γιατί στη νικημένη χώρα πλήθος, άα! άα!
πέφτουν οι συμφορές. Τραβούνε σκλάβους,
άλλοι σκοτώνουν κι άλλοι φωτιά βάζουν·
πνίγει ο καπνός την πόλη, κι ο φονιάς
Άρης με τη φριχτή του ανάσα
μολεύει τα ιερά μας φρενιασμένος.'

Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

Εξώφυλλο: Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπετόν

'Ὅμως καλά εἶναι κι ἔτσι. Καμιά ἄλλη θεωρία δέν εὐσταθεῖ: ὅλα ὅσα λέγονται καί κηρύσσονται καταλήγουν κάποτε στή γελοιότητα· στήν περίπτωση αὐτή ἀκόμα καί ὁ δικός μου σαρκασμός εἶναι περιττός. Ὅποιος ἔχει γνωρίσει καλά τόν κόσμο, ξέρει πώς εἶναι γεμάτος πλάνες. Παρ’ ὅλα αὐτά δέν μᾶς ἀρέσει νά τόν ἐγκαταλείπουμε, γιατί ἔχουμε τήν ἀφέλεια τῶν παιδιῶν, σκέφτηκα. Τί καλά, εἶπα στόν ἑαυτό μου, πού μέτρησα τήν πίεση τῶν ματιῶν μου! Τριάντα ὀχτώ. Δέν ἐπιτρέπεται νά ζοῦμε πιά μέ ψευδαισθήσεις: ὑπάρχει ἡ πιθανότητα ν’ ἀνατραποῦμε ἀνά πάσα στιγμή. Γι’ αὐτό χρειαζόμαστε ὄνειρα, ὅλο καί περισσότερα ὄνειρα, ὅπου οἱ ἄνθρωποι πετᾶνε ἀπό τά παράθυρα κι ὕστερα ξαναμπαίνουν, ὄμορφοι ἄνθρωποι, φυτά πού δέν ἔχουμε ξαναδεῖ, μέ τεράστια φύλλα σάν ὀμπρέλες. Παίρνουμε τοῦ κόσμου τίς προφυλάξεις γιά τό θάνατο, ἀλλά ὄχι καί γιά τή ζωή.'

Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπετόν, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Εξώφυλλο: Γιάννης Λειβαδάς, Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα

'Επωφελούμαι τη ζωή απ’ τους νεκρούς πραγματωμένος, μα και χαμάλης της βάρδιας της νυχτερινής που γνωρίζει τα ζητήματα της πρωινής από την όψη την ανάποδη. Ότι ξεστόμισα ή σημείωσα στο χαρτί μέχρι χθες σημάδευε τον ήλιο. Σήμερα ανήκει στον ήλιο.
Το βιβλίο που θα μ’ έσωζε δεν γράφτηκε, γι’ αυτό και τράβηξα το τσιρότο από το στόμα της σιωπής· γι’ αυτό και τούτος ο γλυκός μπελάς, καθαρά ανθρώπινος και κατά βάση μάταιος ηρωισμός, να γράψω το βιβλίο. Να γραφτώ. Για να ησυχάσω.'

'Από την πατρίδα των μοναχικών και των μόνων, λοιπόν, σου γράφω όλα όσα θα μπορούσα να σου γράψω. Ανοίγω λιγάκι τις γρίλιες και βλέπω πως φυσάει και απέναντι στα ανοιχτά τζάμια του κλιμακοστάσιου με την κρεμώδη σκάλα δύο κοριτσίστικα γλυπτά πόδια να κατεβαίνουν, να κάνουν στάση, το δεξί πόδι στο πάνω σκαλί και το αριστερό στο κάτω, και μετά να πατούν και τα δυο στο ίδιο, κι ύστερα τα πόδια σιγά-σιγά τελειώνουν και βλέπω τμηματικά να κατέρχεται το σώμα ολόκληρο μα ποτέ το κεφάλι, λόγω της διάταξης και των αναλογιών μεταξύ των ανοιγμάτων και της κλήσης και της περιστροφής της σκάλας που αντηχεί των δύο κοριτσίστικων ποδιών την απομάκρυνση.'

'Δεν με ενδιέφερε διόλου η ύπαρξή της. Γελιόμουν, δεν ήμουν καν σίγουρος αν με ενδιέφερε στο ελάχιστο η δική μου ύπαρξη, ο πόνος της μόνο με απασχολούσε. Την ύπαρξή μου κάπου την είχα ξεχάσει. Την γύρευα χρόνια σε οτιδήπότε μπορούσε να μου συμβεί. Αυτό που συνήθως συνέβαινε ήταν κάτι που δεν ταίριαζε· έμοιαζε με συρροή καλοσύνης, ακραιφνείς σημειώσεις για βιβλία που ήταν αμφίβολο αν θα εκδίδονταν ποτέ. Μα είχα πειστεί πως έτσι ήταν καλύτερα. Κρατούσα για μένα όλα τα συναισθήματα. Τα συναισθήματα είχαν γίνει ένα με το κρέας. Το κρέας πονούσε, σκιρτούσε από αδυναμία να πάψει να είναι κρέας. Σαν ένα ξένο σώμα, ο εαυτός μου κυλιόταν σε κατάλοιπα, στα αυτοκρατορικά συντρίμμια μιας άγνωστης αλήθειας. Βρισκόμουν ακόμη μακρύτερα. Ήμουν τόσο μόνος που δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα πέρα από το κρίμα. Την έσπρωξα πιο πέρα καθώς ξέφευγαν από τα μάτια της δυο τρία δάκρυα. Γύρισα την πλάτη στην άκρη της πλώρης και είδα τα αμυδρά μακρινά φώτα της Φορμεντέρα που ποτέ δεν είχα σκεφτεί την αυγή με τι έμοιζαν...'

Γιάννης Λειβαδάς, Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα, εκδ. Λογείον

Εξώφυλλο: Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Χλομή Φωτιά

'Κάθε φορά που γύριζε μπροστά του, ένας μυστηριώδης μηχανισμός αντανάκλασης συνάθροιζε στο βάθος αμέτρητα γυμνά είδωλά της, γιρλάντες κοριτσιών σε χαριτωμένες και περίλυπες παρέες που έσβηναν στη διάφανη απόσταση ή διασπώνταν σε μοναχικές νύμφες. Κάποιες απ' αυτές, σιγομουρμούριζε, έπρεπε να μοιάζουν με τους προγόνους της στα νιάτα τους -νεαρές χωριατοπούλες garlien που χτένιζαν τα μαλλιά τους στα ρηχά νερά, όσο μακριά μπορούσε να φθάσει το βλέμμα, κι έπειτα η ερωτοχτυπημένη γοργόνα από κάποιο παλιό παραμύθι, κι έπειτα τίποτε άλλο.'

'Αν ήμουν ποιητής, σίγουρα θα έγραφα μια ωδή για τη γλυκιά παρόρμηση του να κλείσεις τα μάτια και να αφεθείς ολοκληρωτικά στην απόλυτη ασφάλεια του επιθανάτιου δέλεαρ. Γεμάτος έκσταση, νιώθεις εκ των προτέρων μια αγαλλίαση να περιβάλλει το απελευθερωμένο πνεύμα στην απεραντοσύνη του θείου εναγκαλισμού, τη ζεστή κάθαρση της φυσικής αποσύνθεσης, το καθολικό άγνωστο να καταβροχθίζει το μικροσκοπικό άγνωστο, αυτό που υπήρξε και η μοναδική αληθινή πλευρά της προσωρινής εγκόσμιας πραγματικότητας.'

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Χλομή Φωτιά, μτφρ. Κατερίνα Γκούμα-Μεταξά, εκδ. Καστανιώτης

* * *

'[...] σπαταλάμε υπερβολικό χρόνο πλάθωντας με τη φαντασία μας ανθρώπους σε ήρωες ιστοριών που τις διηγούμαστε στον εαυτό μας, ιστορίες για το πόσο υπέροχοι και πόσο σπάνιοι είμαστε οι ίδιοι. Όσο πιο χαρισματικοί λογοτέχνες είμαστε, τόσο πιο όμορφες ιστορίες έχουμε να διηγηθούμε και, συνήθως, τόσο πιο ανίκανοι είμαστε να διακρίνουμε τη ρεαλιστική διάσταση των πραγμάτων. Σε ακραίες περιπτώσεις υπάρχει και η κατηγορία των ανθρώπων που είναι εξίσου υπέροχα χαρισματικοί και ικανοί στο να μην αφήνουν ποτέ τον ανθρώπινο πόνο των άλλων να παρεισφρήσει στις ιστορίες που οι ίδιοι διηγούνται για τον εαυτό τους. Οι ιστορίες αυτές μετατρέπονται σε αληθινά αριστουργήματα.'

Ρίτσαρντ Ρόρτι, από το 'Επίμετρο' της έκδοσης

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑