
'Ἡ φλέβα τοῦ αἰσθήματος εἶναι ἴδια σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους· ἐκεῖνο ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὸν ἕναν στὸν ἄλλον, εἶναι τὸ πάχος τοῦ περιβλήματος ποὺ πρέπει νὰ σπάσει. Φυσικὰ γιὰ ὅλ’αὐτὰ πρέπει νὰ διαθέτεις μάτια καὶ αὐτιά. Χθὲς, καθὼς ἀνέβαινα τὴν κοιλάδα, εἶδα νὰ κἀθονται πάνω σ’ ἕνα βράχο δυὸ κοπέλες· ἡ μιὰ ἔδενε τὰ μαλλιά της καὶ ἡ ἄλλη τὴ βοηθοῦσε· τὰ ὁλόχρυσα μαλλιὰ κρέμονταν πρὸς τὰ κάτω, τὸ νεανικὸ της πρόσωπο ἦταν σοβαρὸ καὶ χλομό. Φοροῦσε μαῦρα ροῦχα καὶ ἡ ἄλλη τὴ φρόντιζε μὲ περισσὴ τρυφερότητα. Οἱ ὠραιότεροι, οἱ πιὸ ἀξιόλογοι πίνακες τῆς παλιᾶς Γερμανικῆς Σχολῆς, μᾶς δίνουν μερικὰ ἴχνη ἀπὸ τέτοιες σκηνές. Μερικές φορές πρέπει νὰ διαθέτεις τὴν κεφαλὴ τῆς Μέδουσας γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ ἀποδώσεις στὴν πέτρα ἕνα τέτοιο σύμπλεγμα, πρὶν τὸ παρουσιάσεις στοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν σηκώθηκαν ὄρθιες, ἡ θεσπέσια εἰκόνα καταστράφηκε· ὅμως καθὼς κατηφόριζαν ἀνάμεσα στοὺς βράχους, δημιουργήθηκε μιὰ νέα σύνθεση. Οἱ ὡραιότερες εἰκόνες, οἱ πιὸ ἀρμονικὲς μελωδίες, ἀποτελοῦν συνθέσεις ποὺ γρήγορα διαλύονται καὶ χάνονται.'
Γκέοργκ Μπίχνερ, Λεντς, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Άγρα
*
'Ἕνας θεὸς ποὺ δὲν βοηθᾶ, δὲν ὑπάρχει. Ὅμως ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει, ἀρχίζει νὰ ξεχύνεται ἀπ’ ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ ἐνυπάρχουν στὸ χρόνο καὶ στὸ χῶρο ἡ φρίκη τοῦ κενοῦ. Καί, σ’ ἕναν κόσμο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔχει ἐξαφανιστεῖ ἡ θεϊκὴ διάσταση, αὐτὸ τὸ Ἐγώ, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο ἔμοιζε φανταστικό, συρρικνώνεται σ’ ἕνα ξερό, μοναχικό, ὀδυνηρὸ σημεῖο.'
Μάρτιν Βάλζερ, 'Από Τι Πεθαίνει ο Θεός', μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, από το επίμετρο της έκδοσης