
Ἐπιστρέφετε στό δωμάτιο. Ἔμεινε ἀκίνητη μέσα στό λευκό τέλμα τῶν σεντονιῶν. Τήν κοιτάζετε, αὐτήν πού δέν πλησιάσατε ποτέ, ποτέ, οὔτε τἠν ἴδια οὔτε κάποιαν ἄλλη.
Κοιτάζετε αὐτό τό σχῆμα, πού ὑποπτεύεστε ἐδῶ καί αἰῶνες. Παρατεῖστε.
Δέν κοιτάζετε πιά. Δέν κοιτάζετε πιά τίποτε. Κλείνετε τά μάτια γιά νά βρεθεῖτε ξανά στη διαφορά σας, στό θάνατό σας.
Ὅταν ἀνοίγετε τά μάτια, εἶναι πάντα ἐκεῖ, ἀκόμα ἐκεῖ.
Ἔρχεστε πάλι στό ξένο σῶμα. Κοιμᾶται.
Κοιτάζετε τήν ἀρρώστια τῆς ζωῆς σας, τήν ἀρρώστια τοῦ θανάτου. Τήν βλέπετε πάνω της, πάνω στό κοιμισμένο της σῶμα. Κοιτάζετε τά σημεῖα τοῦ σώματος, τό πρόσωπο, τά στήθη, τό συγκεχυμένο σημεῖο τοῦ αἰδοίου της.
Κοιτάζετε τή θέση τῆς καρδιᾶς. Βρίσκετε τόν χτύπο διαφορετικό, ἀπόμακρο, σᾶς ἔρχεται ἡ λέξη, πιό ξένο. Εἶναι κανονικός, δείχνει σάν νά μην πρόκειται ποτέ νά σταματήσει. Ἀκουμπάτε τό κορμό σας στό κορμί της. Ἕνα ἀντικείμενο. Εἶναι χλιαρό, εἶναι δροσερό. Εἶναι πάντα ζωντανή. Ἐπικαλεῖται τή δολοφονία ἐνῶ εἶναι ζωντανή. Ἀναρωτιέστε, πῶς θά σκοτωθεῖ, ποιος θά τή σκοτώσει. Δέν ἀγαπᾶτε τίποτε, κανέναν, κι αὐτή τή διαφορά πού νομίζετε πώς ζῆτε, δέν τήν ἀγαπᾶτε.
Δέν γνωρίζετε παρά τή χάρη τοῦ κορμιοῦ τῶν νεκρῶν, τῶν ὅμοίων σας. Ξαφνικά σᾶς φανερώνεται ἡ διαφορά, ἀνάμεσα σ’ αὐτήν ἐδῶ μπροστά σας, γεμάτη ἀπό ἔσχατη ἀδυναμία, μπορεῖ κανείς νά τή συνθλίψει μέ μιά χειρονομία αύτή τή μεγαλειότητα.
Ἀνακαλύπτετε ὄτι ἐκεῖ μέσα της, ὑποθάλπτει ἡ άρρώστια τοῦ θανάτου, ὅτι αὐτό ἐδῶ τό σχῆμα ξαπλωμένο μπροστά σας, θεσπίζει τήν ἀρρώστια τοῦ θανάτου.
Ἀπό τό μισάνοιχτο στόμα μιά ἀνάσα βγαίνει μπαίνει, άποτραβιέται, ξαναγυρίζει. Ἡ μηχανή τῆς σάρκας εἶναι ἐκπληκτικά ἀκριβής. Σκυμένος ἐπάνω της, ἀκίνητος τήν παρατηρεῖτε. Ξέρετε ὅτι μπορεῖτε νά τήν ὁρίσετε μέ ὅποιο τρόπο θέλετε, καί τόν πιό ἐπικίνδυνο. Δέν τό κάνετε. Ἀντίθετα χαϊδεύετε τό σῶμα μέ τόση γλύκα σά νά διέτρεχε τόν κίνδυνο τῆς εὐτυχίας. Τό χέρι σας πάνω στό αἰδοῖο της, ἀνάμεσα στα χείλη πού σχίζονται. Τήν χαϊδεύετε ἐκεῖ. Κοιτάζετε τή σχισμή ἀπό τά χείλη, κι ὁλόγυρά τους τό κορμί, ὁλόκληρο. Δέν βλέπετε τίποτε.
Θά θέλατε νά δεῖτε τά πάντα ἀπό μιά γυναίκα, ὅσο εἶναι δυνατό. Δέν καταλαβαίνετε ὅτι αὐτό σᾶς εἶναι ἀδύνατο.
Κοιτάζετε τό κλειστό σχῆμα.
Μαργκερίτ Ντιράς, Η Αρρώστια του Θανάτου, μτφρ. Κυβέλη Μαλαμάτη, εκδ. Εξάντας
