προγραφές

Εξώφυλλο: Δάντης, Θεία Κωμωδία: Κόλαση

'Σαν περιστέρια που τα έλκει ο πόθος
και στη γλυκιά φωλιά τα πάει ο αέρας,
καθώς πετούν στρωτά, με ίσιες φτερούγες,
απ’ της Διδούς το σμήνος ξεμακραίνουν
μες στο άθλιο φυσομάνι και πλησιάζουν·
τέτοια πειθώ κι αγάπη είχε η κραυγή μου.
«Ω πλάσμα, που με αγνότητα και χάρη
στον μαύρο αιθέρα ψάχνεις ν’ ανταμώσεις
εμάς που μ’ αίμα βάψαμε την πλάση·
αν φίλος ήταν ο άρχοντας του κόσμου,
θα του ζητούσαμε ειρήνη να ’χεις,
μιας και σπλαχνίζεσαι τη συμφορά μας.
Για ό,τι ποθείς να πεις μα και ν’ ακούσεις
θ’ ακούσουμε κι εμείς και θα σου πούμε,
όσο κοπάζει ο αέρας, όπως τώρα.
Γέννημα είμαι χώρας που τη βρέχει
η θάλασσα, εκεί που εκβάλλει ο Πάδος
με όλα τα παρακλάδια του, γαλήνιος.
Η αγάπη, που αθώους καίει, ετούτον
φλόγισε για τα κάλλη μου. Τ’ αρπάξαν
με θάνατο, που ακόμα με σκοτώνει.
Η αγάπη όπου αγαπάς όποιον με αγάπη
σε θέλει άναψε εντός μου τέτοιον πόθο,
που άσβεστος μένει ακόμα, όπως βλέπεις.
Η αγάπη στον χαμό μαζί μάς βρήκε,
μα τον φονιά μας καρτερεί η Καΐνα».
Αυτά μας είπαν. Κι έχοντας πια νιώσει
τι βάσανα πληγώσαν την ψυχή τους
χαμήλωσα για ώρα πολλή το βλέμμα,
ως τη στιγμή που ο ποιητής μού κάνει:
«Τι σκέφτεσαι;». «Αλίμονο» απαντάω
«τι νοιάξιμο γλυκό, μα και τι πόθος
τους έριξε σε δρόμο τέτοιας πίκρας!».
Γυρνώ και τους μιλώ. Λέω: «Φραντσέσκα,
λύπη και δάκρυα μου ’φερε ο πόνος
για τα μαρτύριά σου, όμως πες μου:
μες στα γλυκά στενάγματα πώς ήρθε
να φανερώσει ο έρωτας στους δυο σας
τον πόθο που κρυβόταν στις καρδιές σας;».
Κι εκείνη: «Η μεγαλύτερη οδύνη
είναι να ανακαλείς την ευτυχία
μες στα δεινά· το ξέρει ο δάσκαλός σου.
Αν όμως με στοργή ζητάς να μάθεις
πώς βλάστησε ο έρωτάς μας, θα μιλήσω
όπως μιλάει όποιος μιλάει θρηνώντας.
Διαβάζαμε αμέριμνα μια μέρα
πώς άναψε τον Λαντσελότο ο πόθος·
ήμασταν απονήρευτοι και μόνοι.
Στο διάβασμα ανταμώναν οι ματιές μας
τόσο, που χλώμιαζαν τα πρόσωπά μας·
λυγίσαμε σε μια στιγμή μονάχα,
όταν ο εραστής φιλάει το γέλιο
που άνθισε στα χείλη της καλής του.
Έτσι κι αυτός, αχώριστος για πάντα,
φιλί στο στόμα μου ’δωσε ριγώντας.
Γεφύρι του έρωτά μας το βιβλίο.
Τη μέρα εκείνη δεν διαβάσαμε άλλο».
Όσο η μια ψυχή μού ιστορούσε,
θρηνούσε η άλλη· από τη συμπόνια
λες και μ’ εγκαταλείψαν οι αισθήσεις
κι έπεσα όπως σωριάζεται ένα πτώμα.'Δάντης, Θεία Κωμωδία: Κόλαση, μτφρ. Δημήτρης Μαυρίκιος, εκδ. Ευρασία

·

↑