
ΡΕΜΠΩ
Οἱ νύχτες, ὁ οὐρανὸς κακός, γέφυρες τρένου,
Οἱ ἄθλιοι σύντροφοι καθόλου δὲ γνωρίζαν·
Μὰ ἔγινε στὸ παιδὶ θρύμμα ἀγωγοῦ σπασμένου
Ἡ ρητορεία: τὰ κρύα ἕναν ποιητὴ γεννῆσαν.
Ποτὰ ποὺ ὁ λυρικὸς κι ἁβρὸς φίλος κερνάει
Τὶς πέντε του αἰσθήσεις τὶς ἀπορρυθμίζουν
Ἀνοησίες τῆς συνήθειας σταματάει·
Ἡ ἀδυναμία κι ἡ λύρα πιὰ δὲν τὸν ὁρίζουν.
Ὁ στίχος ἦταν τοῦ αὐτιοῦ εἰδικὴ ἀσθένεια.
Τιμιότητα; Σὰν κόλαση κι Ἅδης μοιραῖος
Τῆς παιδικῆς ζωῆς: ξανὰ θὰ προσπαθήσει.
Στὴν Ἀφρικὴ καλπάζοντας, μόνη του ἔγνοια
Ἕνας γιός, μηχανικός, ἕνας ἑαυτός νέος.
Μὲ τὴν ἀλήθεια του τὸν ψεύτη θὰ τὸν πείσει.
*
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΤΥΡΑΝΝΟ
Μιὰ κάποια τελειότητα αὐτὸ ποὺ ἀποζητοῦσε,
Κι ἡ ποίησή του, εὐκολονόητη, βατή·
Ἡ τρέλα τῶν ἀνθρῶπων πολὺ τοῦ ἦταν γνωστὴ
Καὶ παθιαζόταν γιὰ στρατεύματα καὶ στόλους·
Συγκλητικοὶ σὲ γέλια ξέσπαγαν ὅταν γελοῦσε,
Σὰν ἔκλαιγε, μικρὰ παιδιὰ πεθαίνανε στοὺς δρόμους.
Γ. Χ. Όντεν, Πένθιμο Μπλουζ, μτφρ. Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Κίχλη
* * *
'Χωρὶς σταθερὸ εἰσόδημα καὶ μόνιμο ἐπάγγελμα, γενναιόδωρος καὶ ταπεινός, ἔμπρακτα φιλάνθρωπος («πρέπει ν’ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ἤ νὰ πεθάνουμε», «September 1, 1939»), πεισματικὰ ἀδιάφορος γιὰ τὴν ἐμφάνισή του, ὑπῆρξε ὡστόσο ὑποδειγματικὰ ἀπαιτητικὸς μὲ τὸ ἔργο του. Πολὺ ἐργατικὸς καθὼς ἦταν, μὲ τὴν πεποίθηση πὼς τὸ ποίημα εἶναι ζωντανὸς ὀργανισμὀς, ἐπέστρεφε συχνὰ στὰ τετρακόσια ποὺ ἀπαρτίζουν τὰ Ἅπαντά του, γιὰ νὰ προσθέσει ἤ ν’ ἀφαιρέσει κάποιο, νὰ διορθώσει ἕνα στίχο, ν᾽ ἀποκρυσταλλώσει τὸ σύνολο. Ἡ γλώσσα του, ἕνα κράμα ἀνεπιτήδευτης ἁπλότητας καὶ ἀφαίρεσης. Σὲ συνεχὴ ἐγρήγορση, ἀντιρομαντικὸς καὶ στοχαστικός, ὑπῆρξε πάνω απ’ ὅλα ποιητὴς μὲ ἀπαράμιλλη τεχνική, ποὺ τὸν γοήτευαν οἱ κανόνες καὶ οἱ δεσμέυσεις: τὸ μέτρο, ἡ ὁμοιοκαταληξία, τὸ σονέτο, τὸ λίμερικ – ἔστω κι ἄν ἔγραψε πολλὰ καὶ σπουδαῖα ποιήματα σὲ ἐλεύθερο στίχο.
Πέρασε τὴ ζωή του διδάσκοντας λογοτεχνία σὲ πανεπιστήμια. Δημοσίευσε βιβλία μὲ κριτικὰ δοκίμια, στὴν παράδοση τῶν κορυφαίων Ἄγγλων ποιητῶν-κριτικῶν: Μπὲν Τζόνσον, Κόλεριτζ, Ἔλιοτ. Τὰ χρόνια 1956-1961 ἦταν καθηγητὴς στὴν ἕδρα τῆς Ποίησης στὴν Ὀξφόρδη. Νὰ σημειωθεῖ ἡ πολὺ στενὴ σχέση του μὲ τὴ μουσική: μόνος του ἤ μὲ τὸν Ἴσεργουντ, κυρίως ὅμως σὲ συνεργασία μὲ τὸν Κάλμαν, μετέφρασε κι ἔγραψε λιμπρέτα ὄπερας γιὰ τὸν Στραβίνσκι (Rake’s Progress / Ἡ ζωὴ ἑνὸς ἀκόλαστου, κορυφαῖο ὀπερατικὸ ἔργο τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, 1951), τὸν Μπρίττεν, τὸν Χέντσε, τὸν Νίκολας Ναμπόκοφ. Στὶς 29 Σεπτεμβρίου 1973, στὰ ἑξήντα ἐπτά του, μετὰ ἀπὸ μιὰ διάλεξη στὴ Βιέννη, ἔσβησε στὸν ὕπνο του ἀπὸ καρδιακὴ προσβολή, μέσα σ’ ἕνα δωμάτιο ξενοδοχείου. «Τὴν ἐποχὴ ποὺ πέθανε ὁ Ἔλιοτ (1965), ὁ ὁποῖος εἶχε κληρονομήσει τὴ θέση τοῦ Γέητς, ἦταν αὐτονόητο πὼς ὁ Ὦντεν εἶναι πράγματι ὁ διάδοχός του» (Encyclopœdia Britannica).'
Ερρίκος Σοφράς, από το 'Σημείωμα' της έκδοσης
