προγραφές

Εξώφυλλο: Μέριλιν Γιάλομ, Η Ιστορία του Γυναικείου Στήθους

'Μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ἀναγεννησιακὴ Γαλλία καὶ ἡ Ἰταλία καθορίστηκαν ἀπὸ τὸ γυναικεῖο γυμνό, καὶ κυρίως ἀπὸ τὰ στήθη του, ποὺ ἧταν τὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐρωτισμοῦ τῆς ὑψυλῆς τέχνης. Οἱ πίνακες τῶν γυμνῶν γυναικῶν –μόνων ἤ μὲ συντροφιά, στὴ φύση ἤ στὰ μπουντουὰρ– ἀποτελοῦσαν τὸ διεγερτικὸ τῆς ἀνδρικῆς λαγνείας. Συχνά, ὅπως συμβαίνει στὶς διαφορετικὲς παραλλαγὲς τῆς Ἀφροδίτης μὲ τὸν Ἔρωτα καὶ ἕναν ὀργανοπαίχτη τοῦ Τιτσιάνο, ἕνας ἄνδρας καρφώνει ξεκάθαρα τὰ μάτια του στὰ ἀπόκρυφα μιᾶς γυμνῆς γυναίκας, σὰν αὐτὴ νὰ ἧταν ἔκθεμα πρὸς πώληση. Ὅταν ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἀπεικονίζονταν μαζὶ σὲ κάποια ἐρωτικὴ στιγμή, ἡ γυναίκα συχνὰ παρουσιαζόταν ἡμίγυμνη ἐνῶ ὁ ἄνδρας τελείως ντυμένος, συχνὰ μὲ τὸ χέρι του στὸ στῆθος της. Ἡ σημασία τοῦ στήθους στὴν ἀναγεννησιακὴ ὑψηλὴ τέχνη ἧταν ἀναμφίβολα ἐρωτική.
Ἐνῶ τὸ 90% τῶν Εὐρωπαίων γυναικῶν λειτουργοῦσε ὡς φορέας γάλατος, τὸ ὑπόλοιπο 10% κανάκευε τὰ στήθη του καὶ τὰ προόριζε γιὰ τοὺς συντρόφους του. Δὲν χρειάζεται νὰ εἰπωθεῖ ὅτι οἱ σύντροφοι ἧταν συνήθως ἄνδρες, ἄν καὶ ὑπῆρχαν κάποιες γυναῖκες. Τότε, ὅπως καὶ τώρα, προτιμοῦσαν νὰ κάνουν ἔρωτα μὲ μέλη τοῦ φύλου τους. Ὁ λεσβιακὸς ἔρωτας δὲν ἧταν σὲ καμία περίπτωση ἄγνωστος στὶς μεσαιωνικὲς καὶ ἀναγεννησιακὲς κοινότητες, ἄν καὶ ἡ ὕπαρξή του ἧταν κρυμμένη στὰ μοναστήρια τῶν γυναικῶν καὶ στὰ ἐξοχικὰ σπίτια, ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴ θέα περίεργων γειτόνων καὶ τιμωρῶν ἱερέων. Ἕνα σπάνιο ποίημα γραμμένο ἀπὸ μιὰ καλόγρια γιὰ τὴν ἐρωμένη της μᾶς προσφέρει μιὰ μοναδικὴ φευγαλέα ματιὰ τοῦ λεσβιακοῦ ἔρωτα στὴν Εὐρώπη τοῦ Μεσαίωνα : «Ὅταν φέρνω στὸ μυαλό μου τὰ φιλιὰ ποὺ μοῦ ἔδωσες,῎Καὶ πῶς μὲ τρυφερὰ λόγια χάιδευες τὰ μικρὰ μου στήθη, θέλω νὰ πεθάνω/Γιατὶ δὲν μπορῶ νὰ σὲ δῶ. . . Νὰ ξέρεις ὅτι δὲν ἀντέχω ἄλλο τὴν ἀπουσία σου. Ἔχε γειά. Νὰ μὲ θυμᾶσαι». Αὐτὴ εἶναι μιὰ μορφὴ γνησιας σωματικότητας πού, μὲ τὴ συγκεκριμένη ἀναφορά της στὶς ἀπολαύσεις τοῦ στήθους, δὲν τὴν ἔχουμε συναντήσει σὲ ἄλλα γυναικεῖα γραπτά.
Ἐπίσημα τὸ σὲξ μεταξὺ γυναικῶν ἧταν ἁμάρτημα « ἐνάντια στὴ φύση », στὴν πράξη, παρ᾽ ὅλα αὐτά, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ δραστηριότητα μεταξὺ γυναικῶν σπάνια τιμωροῦνταν αὐτὴ καθεαυτή, καὶ πολὺ λιγότερο ἀπ᾽ ὅ,τι ἡ ὁμοφυλοφιλία μεταξὺ ἀνδρῶν. Ἡ ἱστορικὸς Judith Brown, ποὺ ἔφερε στὸ φῶς τὴν ἱστορία μιᾶς Ἰταλίδας λεσβίας καλόγριας ποὺ δικάστηκε ἀπὸ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς γιὰ τὶς « ἄσεμνες πράξεις » της, βρῆκε μόνο μιὰ χούφτα παρόμοιων δικῶν σὲ ὅλη τὴν ἀναγεννησιακὴ Εὐρώπη, δίπλα στὶς ἑκατοντάδες, ἄν ὄχι χιλιάδες, ὑποθέσεις ἀνδρικῆς ὁμοφυλοφιλίας ποὺ εἶχαν διωχθεῖ ποινικά. Σίγουρα, μέρος τῆς ἔκπληξης ποὺ προκάλεσε τὸ πορτρέτο τῆς Γκαμπριέλ ντ᾽ Ἐστρὲ καὶ τῆς συντρόφου τῆς στὸ λουτρό, ὅποια κι ἄν ἧταν ἡ συμβολική πρόθεση τοῦ καλλιτέχνη, προκύπτει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι παρουσιάζονται δύο γυναῖκες σὲ μιὰ πράξη ποὺ τυπικὰ προοριζόταν γιὰ τοὺς ἄνδρες καὶ τὰ μωρά. Σ᾽ ἕναν πολιτισμό ποὺ ἐξύμνησε τὴν τοποθέτηση τοῦ μωροῦ δίπλα στὸ στῆθος καὶ ἐπικύρωσε τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνδρικοῦ χεριοῦ πάνω του, τὸ νὰ ἀπεικονιστεῖ μιὰ γυναίκα νὰ ἀγγίζει τὸ στῆθος μιᾶς ἄλλης ἧταν μιὰ πράξη τουλάχιστον ἀνατρεπτική.
Πολλὰ ἀπὸ τὰ στήθη ποὺ ἀπεικονίζονταν στὴν τέχνη τοῦ δέκατου ἔκτου αἰώνα ἧταν ἐκπληκτικὰ ὅμοια, σὰν νὰ εἶχε ποζάρει ἕνα λεπτό μοντέλο γιὰ ὅλους τοὺς πίνακες στὴ Γαλλία, ἐνῶ ἡ εὐρύστερνη « ἀδερφή » της σὲ ὅλα τὰ ἀντίστοιχα τῆς Ἰταλίας. Ἐλάχιστες γυναῖκες ζωγραφίστηκαν μὲ πολὺ μεγάλα ἤ μὲ κρεμασμένα στήθη, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς τροφούς, τὶς χωρικὲς καὶ τὶς μάγισσες. Εἶναι σὰν τὰ τέλεια στήθη νὰ ἧταν ἀβαρῆ καὶ νὰ ξεπερνοῦσαν τοὺς νόμους τῆς βαρύτητας. Οἱ πραγματικὲς γυναῖκες μὲ τὰ φυσιολογικὰ στήθη στὸ σχῆμα ἀχλαδιοῦ, πεπονιοῦ ἤ μελιτζάνας πρέπει νὰ ἔνιωθαν τὴ στεναχώρια ποὺ βιώνουν σήμερα οἱ παχύσαρκες γυναῖκες ὅταν βρίσκονται ἀντιμέτωπες μὲ τὴ μόδα τῆς ἀδυναμίας.
Ἀλλὰ γιὰ τὶς περισσότερες ἀναγεννησιακὲς γυναῖκες –δηλαδὴ γιὰ τὴν τεράστια πλειονότητα ποὺ ζοῦσε ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἡψηλῆς κοινωνίας– τὰ στήθη εἶχαν περισσότερο πρακτικὴ σημασία : ἔπρεπε νὰ προστατεύονται ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τὰ ἐχθρικὰ ἤ ἁρπακτικὰ μάτια. Ἔπρεπε νὰ εἶναι ἕτοιμα νὰ ἐξυπηρετήσουν τὶς ἀναγκες τῶν μωρῶν τους καὶ τὶς ἀνάγκες ἄλλων μωρῶν ποὺ τὰ θήλαζαν γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους. Ἔπρεπε νὰ τὰ θεραπεύσουν ἀπὸ ἀποστήματα καὶ ὄγκους μὲ γιατρικὰ ποὺ συχνὰ περιεῖχαν περισσότερη δεισιδαιμονία παρὰ φαρμακευτικὴ οὐσία, καὶ τέλος, ἐὰν ἦταν τυχερές, μπορεῖ νὰ ἀντλούσαν εὐχαρίστηση ἀπὸ τὰ χάδια κάποιου ἐραστῆ.'

 

Μέριλιν Γιάλομ, Η Ιστορία του Γυναικείου Στήθους, μτφρ. Εύη Κλαδούχου, εκδ. Άγρα

·

↑