
'1. Η εμπειρία είναι μια διάβαση, όπως υποδεικνύεται από το όνομά της, περνά διαμέσου και ταξιδεύει προς έναν προορισμό για τον οποίο βρίσκει το πέρασμα. Η εμπειρία βρίσκει το πέρασμά της, είναι δνατή [possible]. Ωστόσο, υπ’ αυτήν την έννοια, είναι αδύνατον να υπάρξει πλήρης εμπειρία της απορίας, τουτέστιν του πράγματος που δεν επιτρέπει το πέρασμα. Η αρχαιοελληνική λέξη ἀ π ο ρ ί α είναι μια μη οδός. Από αυτή την άποψη η δικαιοσύνη θα πρέπει να είναι η εμπειρία του πράγματος για το οποίο δεν μπορούμε να έχουμε εμπειρία. Εντός ολίγου θα συναντήσουμε περισσότερες από μία απορίες, χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να τις περάσουμε.
2. Ωστόσο, πιστεύω ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη χωρίς την εμπειρία —όσο αδύνατη και αν είναι αυτή— της απορίας. Η δικαιοσύνη είναι μια εμπειρία του αδύνατου. Μια βούληση, μια επιθυμία, μια αξίωση για δικαιοσύνη, της οποίας η δομή δεν είναι εμπειρία της απορίας, δεν θα είχε καμία τύχη να είναι αυτή που είναι, τουτέστιν σωστή-δίκαιη κλήση της δικαιοσύνης. Κάθε φορά που τα πράγματα προχωρούν ή βαίνουν καλώς, κάθε φορά που εφαρμόζουμε ατάραχα έναν καλό κανόνα σε μια ιδιαίτερη περίπτωση, σε ένα ορθώς υπαγόμενο παράδειγμα, σύμφωνα με μια προσδιοριστική κρίση, ενδεχομένως και ενίοτε το δίκαιο βλέπει να ικανοποιούνται τα συμφέροντά του, αλλά μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η δικαιοσύνη δεν βλέπει ποτέ να ικανοποιούνται τα δικά της.
Το δίκαιο δεν είναι η δικαιοσύνη. Το δίκαιο είναι το στοιχείο του υπολογισμού, και είναι σωστό-δίκαιο που υπάρχει δίκαιο, αλλά η δικαιοσύνη είναι ανυπολόγιστη, απαιτεί να υπολογίζουμε με το ανυπολόγιστο· και οι απορητικές εμπειρίες, εξίσου απίθανες και αναγκαίες, είναι εμπειρίες της δικαιοσύνης, δηλαδή εκείνων των στιγμών όπου η απόφαση ανάμεσα στο σωστό-δίκαιο και στο μη σωστό-άδικο ουδέποτε διασφαλίζεται από ένα κανόνα.'
'Αλλά ποιος υπογράφει; Ακριβώς ο Θεός, ο Παντελώς Άλλος [le Tout Autre], όπως πάντοτε. Η θεϊκή βία θα έχει προηγηθεί όλων των προωνυμίων, αλλά επίσης θα έχει δώσει όλα τα προωνύμια. Ο Θεός είναι το όνομα της καθαρής βίας — και δίκαιης κατ’ ουσίαν: δεν υπάρχει άλλη καθαρή βία, πριν από αυτήν δεν υπάρχει καμία άλλη ενώπιον της οποίας τούτη η βία θα πρέπει να δικαιολογηθεί. Σ’ αυτόν, αυθεντία, δικαιοσύνη, δύναμη-εξουσία και βία είναι απλώς ένα και το αυτό.
Πάντοτε ο άλλος υπογράφει, ιδού τι υπογράφει ενδεχομένως αυτό το δοκίμιο. Δοκίμιο υπογραφής που φέρει τον εαυτό του στην αλήθεια του, τουτέστιν ότι πάντοτε ο άλλος υπογράφει, ο παντελώς άλλος, και κάθε άλλος είναι παντελώς άλλος [et tout autre est tout autre]. Είναι αυτό ακριβώς που αποκαλούμε [appeller] Θεό, όχι, αυτό που αποκαλείται Θεός όταν υποχρεωτικά αυτός υπογράφει στη θέση μου, ακόμη και όταν πιστεύω ότι τον ονομάζω [nommer], αυτόν. Ο Θεός είναι το όνομα αυτής της απόλυτης μετωνυμίας, αυτό που ονομάζει μετατοπίζοντας τα ονόματα, η υποκατάσταση και αυτό που υποκαθίσταται σε τούτη την υποκατάσταση. Ακόμη και πριν από το όνομα [nom], ήδη από το προ-όνομα/προ-ωνύμιο [pré-nom]:
«Die göttliche Gewalt, welche Insignien und Siegel, niemals Mittel heiliger Vollstreckung ist, mag die waltende heißen»: «Η θεϊκή βία που είναι έμβλημα και σφραγίδα, ουδέποτε μέσον ιερής εκτέλεσης, μπορεί να αποκαλείται κυρίαρχη (die waltende heißen)».
Η θεική βία μπορεί να αποκαλείται — κυρίαρχη. Στα κρυφά. Κυρίαρχη εκ του γεγονότος ότι αποκαλείται [s’ appelle] και την αποκαλούμε εκεί όπου κυριαρχικά αποκαλείται. Ονομάζεται [se nomme]. Κυρίαρχη είναι η βίαιη δύναμη αυτής της αρχέγονης ονοματοδοσίας [apppellation]. Απόλυτο προνόμιο, ατελεύτητη προνομία. Η προνομία δίνει τον όρο οιασδήποτε ονοματοδοσίας. Δεν λέγει τίποτε άλλο, αποκαλείται συνεπώς σιωπηλά. Εφεξής δεν αντηχεί παρά μόνο το όνομα, η καθαρή ονομασία [nomination] του ονόματος πριν από το όνομα. Η προνομασία [prénomination] του Θεού, ιδού η δικαοσύνη στην άπειρη δύναμή της. Αρχίζει και τελειώνει με την υπογραφή.
Με την πιο μοναδική-ιδιότυπη, με την πιο απίθανη μεταξύ των υπογραφών, την κυρίαρχη. Με την πιο κρυφή-μυστική επίσης: κυρίαρχη θέλει να πει, για όποιον ξέρει να διαβάζει, κρυφή-μυστική. Θέλει να πει, δηλαδή (heißt) αποκαλεί, προσκαλεί, ονομάζει, απευθύνει, απευθύνεται.
Για όποιον μπορεί να διαβάσει, καθώς αμέσως διασταυρώνεται με το όνομα του άλλου.
Για όποιον αποκτά την ισχύ να αποσφραγίσει —αλλά ως τέτοια, κρατώντας την κατ’ αυτόν τον τρόπο άθικτη— την ακαταληπτότητα μιας σφραγίδας, την κυρίαρχη και όχι μιαν άλλη.'
Ζακ Ντεριντά, Ισχύς Νόμου, μτφρ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, εκδ. Πατάκη
***
'Στην Ισχύν νόμου ο Ντερριντά πραγματεύεται τη σχέση της αποδόμησης με τη δικαιοσύνη προβαίνοντας στη θεμελιακή διάκριση μεταξύ της δικαιοσύνης και του δικαίου. Επίσης εγγράφει τη δικαιοσύνη στη σφαίρα της υπερ-ηθικής, του απροϋπόθετου, ενώ το δίκαιο συμπαρατάσσεται με την ηθική, και δη με την εξουσία. Η ηθική εννοείται ως ένα «σύστημα κανόνων, ηθικών γνομώνων», τουτέστιν ένα σύστημα προδεδομένων κριτηρίων που συνιστούν ούτως ή άλλως μια κανονιστική, υπολογίσιμη ηθική, σύμφωνα με την οποία λαμβάνει κανείς μιαν απόφαση, και δη μιαν ενεργητική απόφαση όπου δεσπόζει η εαυτότητα (ipséité) ως δύναμη, ως το «δύναμαι» στη σχέση του εγώ επί του άλλου. Αντίθετα η «υπερ-ηθική» κινείται στο χώρο «των αποριών της ηθικής, των ορίων της», εκεί όπου η υπεύθυνη, παθητική απόφαση —η απόφαση του παντελώς άλλου έξω από εμένα ή μέσα μου, αυτή που αναγνωρίζει ότι το εγώ είναι «όμηρος του άλλου»— λαμβάνεται μέσα από την απαντοχή της εμπειρίας του ανεπίκριτου και κυρίως της απουσίας κριτηρίων, υπολογισμού, ανεξάρτητα από τη γνώση κανόνων και, τελικά, ανεξάρτητα από την ίδια τη γνώση. Εξ ου η υπερ-ηθική θέτει την αδυνατότητα ως δυνατότητα της ηθικής ή, όπως λέει ο Ντερριντά, «το να κάνεις το αδύνατον δεν μπορεί να συνιστά ηθική, αλλά αυτό ακριβώς είναι ο όρος της ηθικής. Προσπαθώ να στοχαστώ τη δυνατότητα του αδυνάτου».
Όλα αυτά συνεπάγονται ότι η υπερ-ηθική είναι πέραν και της ηθικής, και του δικαίου και της πολιτικής. Εδώ ο Ντερριντά, ακολουθώντας τον βηματισμό του Lévinas, φρονεί ότι το χάσμα αυτό δεν είναι έλλειψη, αλλά αντιθέτως «μας εντέλλεται πράγματι να σκεφθούμε διαφορετικά το δίκαιο και την πολιτική». Γι’ αυτό ακριβώς ισχυρίζεται ότι η «“υπερβολική ηθική”» είναι «μια ηθική [éthique] υπεράνω της ηθικής», είναι «ένα καθήκον υπεράνω της επιτακτικής ηθικής [morale] και του δικαίου. Συνεπώς είναι δικαιοσύνη!». Ιδού λοιπόν η επιγραμματική συμπαράθεση των τεσσάρων σημαντικών όρων: υπερβολική ηθική (υπερ-ηθική), ηθική δικαιοσύνη, δίκαιο. Είναι πλέον πρόδηλο ότι η δικαιοσύνη εγγράφεται στην κατηγορία της υπερ-ηθικής. Και το δίκαιο; Αυτό συνυπηρετεί τις επιδιώξεις της ηθικής, εφ’ όσον κατά τον Ντερριντά «δεν υπάρχει ηθική χωρίς νόμο».'
Βαγγέλης Μπιτσώρης, από το επίμετρο της έκδοσης 'Η Αποδόμηση Μεταξύ Δικαιοσύνης και Δικαίου'
