προγραφές

Εξώφυλλο: Αριστοφάνης, Αχαρνής

'Φαλῆς, ἑταῖρε Βακχίου,
ξύγκωμε, νυκτοπεριπλάνη-
τε, μοιχέ, παιδεραστά,
ἕκτῳ σ’ ἔτει προσεῖπον εἰς
τὸν δῆμον ἐλθὼν ἄσμενος,
σπονδὰς ποησάμενος ἐμαυ-
τῷ, πραγμάτων τε καὶ μαχῶν
καὶ Λαμάχων ἀπαλλαγείς.
Πολλῷ γάρ ἐσθ’ ἥδιον, ὦ Φαλῆς Φαλῆς,

κλέπτουσαν εὑρόνθ’ ὡρικὴν ὑληφόρον,
τὴν Στρυμοδώρου Θρᾷτταν ἐκ τοῦ φελλέως,
μέσην λαβόντ’, ἄραντα, κατα-
βαλόντα καταγιγαρτίσαι.
Φαλῆς Φαλῆς,
ἐὰν μεθ’ ἡμῶν ξυμπίῃς, ἐκ κραιπάλης
ἕωθεν εἰρήνης ῥοφήσεις τρύβλιον·
ἡ δ’ ἀσπὶς ἐν τῷ φεψάλῳ κρεμήσεται.'

*

'Ω! Βάκχε, του φαλλού θεέ,
σύντροφε στο γιορτάσι
νυχτομπερμπάντη, πονηρέ,
των αγοριών ξεμυαλιστή,
πέντε χρονιές σε πρόσμενα,
μα τώρα ως ήρθες στο χωριό,
σε χαιρετίζω ολόχαρος·
έκλεισα ειρήνη μοναχός
και γλίτωσα απ’ τα βάσανα,
τις μάχες και το Λάμαχο.
Φαλλοθεέ, Φαλλοθεέ,
αλήθεια πόσο είναι γλυκό
στο πετρωτό λιβάδι να πετύχω
τη στρουμπουλή Θρακιώτισσα,
τη δούλα του Στρυμόδωρου,
με ξύλα κλεψιμέικα φορτωμένη·
να τη σηκώσω δυνατά απ’ τη μέση
κι απέ ξαπλώνοντάς τη στο χορτάρι,
τον τραγανό καρπό της να τρυγήσω.
Φαλλοθεέ, Φαλλοθεέ,
αν πιεις κι εσύ μαζί μας,
πρωί πρωί την άλλη μέρα,
μετά του μεθυσιού τη ζάλη,
θα σε κεράσω ένα ποτήρι...ειρήνη·
και θα ’χω την ασπίδα κρεμασμένη
πάνω απ’ το καπνισμένο τζάκι.'

Αριστοφάνης, Αχαρνής, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

·

↑