
'Ἡ Κάθυ ἔπεφτε ποῦ καὶ ποῦ σὲ βαθιὰ σιωπὴ καὶ μελαγχολία. Στὶς φάσεις αὐτὲς ἔβρισκε τὴ σιωπηρὴ συμπαράσταση τοῦ συζύγου της, ὁ ὁποῖος ἀπέδιδε τὶς μεταπτώσεις της σὲ μιὰ ἀλλαγὴ τοῦ ὀργανισμοῦ της, ἀποτέλεσμα τῆς κρίσιμης ἀρρώστιας ποὺ πέρασε, γιατὶ παλιὰ ποτὲ δὲν παρουσίασε τέτοιες τάσεις κατάθλιψης. Ὅταν ὁ ἥλιος ἕλαμπε ξανὰ στὸ πρόσωπό της, τὸν καλωσόριζε τὸ δικό του πρόσχαρο χαμόγελο. Δὲν θὰ δίσταζα νὰ πῶ ὅτι μοιράζονταν μιὰν εὐτυχία ποὺ αὔξαινε καὶ βάθαινε.
Δὲν κράτησε πολύ. Βλέπετε, σὲ ἔσχατη ἀνάλυση ὅ,τι κάνουμε εἶναι γιὰ τὸν ἑαυτό μας — οἱ εὐγενικοὶ καὶ γενναιόδωροι εἶναι ἀπλῶς πιὸ δίκαια ἑγωιστὲς ἀπὸ τοὺς αὐταρχικοὺς καὶ ἐξουσιαστικούς. Πῆρε τέλος ὅταν οἱ περιστάσεις τοὺς ἔκαναν νὰ καταλάβουν ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐνδιέφερε καὶ εὐχαριστοῦσε τὸν ἕναν δὲν ἤταν ἀπαραιτήτως κύρια σκέψη και φροντίδα τοῦ ἄλλου.'
'Ὁ χρόνος ἔφερε τὴν παραίτηση καὶ μιὰ μελαγχολία γλυκύτερη ἀπὸ τὴν κοινὴ χαρά. Τὴ θυμόταν μὲ φλογερή, τρυφερή ἀγάπη καὶ προσδοκοῦσε ἕναν καλύτερο κόσμο, ὄπου δὲν εἶχε ἀμφιβολία πὼς θὰ τὴν ἔβρισκε.'
Έμιλι Μπροντέ, Ανεμοδαρμένα Ύψη, μτφρ. Άρης Μπερλής, εκδ. Άγρα
