
'Ω φίλε μου! Η ευδαιμονία που πηγάζει από το έγκλημα
είναι σαν τον κεραυνό, που με την απατηλή του λάμψη
εξωραΐζει για μια στιγμή την ατμόσφαιρα, για να γκρεμίσει
όμως μιαν ώρα αρχύτερα στην άβυσσο του θανάτου
τον δυστηχή που θαμπώθηκε από αυτήν.'
'Ο Λα Ροζ έβγαλε αμέσως από ένα μεγάλο ερμάριο έναν διαγώνιο σταυρό από πολύ αγκαθωτό ξύλο. Ο μνημειώδης αυτός ακόλαστος ήθελε να με βάλει εκεί πάνω. Με ποιο όμως τέχνασμα σκόπευε να βελτιώσει τη βάναυση απόλαυσή του; Προτού με δέσει, ο Καρντοβίλ μου έχωσε στον πισινό μια επάργυρη σφαίρα σε μέγεθους αυγού. Την άλειψε καλά και την έσπρωξε να γλιστρήσει μέσα, ώσπου εξαφανίστηκε. Μόλις μπήκε μέσα στο σώμα μου, την ένιωσα να φουσκώνει και να με καίει. Αδιαφορώντας για τις οιμωγές μου, μ’ έδεσε σφιχτά πάνω στον αγκαθωτό σταυρό. Ύστερα, δέθηκε κι ο ίδιος κολλητά πάνω μου και μπήκε μέσα μου, πιέζοντας την πλάτη, τη μέση και τους γοφούς μου πάνω στις μυτερές προεξοχές. Ο Ζυλιέν πήρε θέση πάνω του και μπήκε μέσα του. Φαντάζεστε τι πόνο τράβηξα αναγκασμένη να σηκώνω το βάρος των δύο αυτών σωμάτων και χωρίς να έχω άλλο στήριγμα πέρα από τους καταραμένους αιχμηρούς ρόζους που με πετσόκοβαν. Όσο πιο πάνω απωθούσα αυτούς που με πίεζαν προς τα κάτω τόσο πιο δυνατά με πλάκωναν ξανά στις προεξοχές του ξύλου που με ξέσχιζαν. Στο μεταξύ, η τρομερή μπάλα είχε φωλιάσει στα σωθικά μου και τα ανακάτευε, τα έκαιγε και τα σπάραζε. Ξέσπασα σε τρομερά ουρλιαχτά. Δεν υπάρχουν στον κόσμο εκφράσεις που να μπορούν να περιγράψουν αυτό που ένιωθα. Κι όμως, ο δήμιός μου το απολάμαβανε. Το στόμα του, κολλημένο στο δικό μου, έμοιαζε να ανασαίνει τον πόνο μου για να αυξήσει τις ηδονές του. Η μέθη του ήταν απερίγραπτη. Προτού τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του, που ήδη τις ένιωθε να χάνονται, θέλησε να γευτεί τα πάντα μιμούμενος τον φίλο του. Με γύρισε ανάποδα, μου έβγαλε τη σφαίρα από πίσω και μου την έχωσε μπροστά, για να ανάψει στον κόλπο μου την ίδια πυρκαγιά που είχε κατακάψει την έδρα μου. Εκείνη κατέβηκε κι έκαψε τη μήτρα ως το βάθος της. Με δέσανε όπως πριν, μπορύμυτα αυτή τη φορά πάνω στον ατιματισμένο σταυρό. Πάνω στις προεξοχές υπέφεραν τώρα μέρη του σώματός μου που ήταν πολύ πιο ευαίσθητα. Ο Καρντοβίλ διείσδυδε στο σφραγισμένο μονοπάτι. Το διαπέρασε την ίδια ώρα που ο άλλος τον χαιρόταν από πίσω. Εντέλει ο βασανιστής μου έφτασε στο παραλήρημα και ανήγγειλε με φρικτές ιαχές την αποπεράτωση του εγκλήματός του. Πλημμυρισμένη, με ξέλυσαν.'
'Ο άνθρωπος δεν έχει τη δύναμη να καταστρέφει. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να παραλλάσσει τις μορφές, όχι όμως να τις εκμηδενίσει. Από την οπτική γωνία της φύσης, όλες οι μορφές είναι ίδιες. Τίποτε δεν χάνεται μέσα σε αυτήν την πελώρια χοάνη εντός της οποίας πραγματοποιούνται αυτές οι παραλλαγές. Κάθε σωματίδιο ύλης που πέφτει εκεί μέσα αναδύεται αέναα υπό διαφορετική μορφή και, όποιες κι αν είναι οι δικές μας ανθρώπινες πεποιθήσεις γι’ αυτή τη διαδικασία, καμία αλλαγή δεν προσβάλλει τη φύση ούτε την ευτελίζει. Οι καταστροφές που εμείς πραγματοποιούμε δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ανανεώνουν τη δύναμή της.'
Μαρκήσιος ντε Σαντ, Ζυστίν ή Οι Δυστυχίες της Αρετής, μτφρ. Δημήτρης Γκινοσάτης, εκδ. Νεφέλη
