'Συνεχίζοντας την κοπιαστική πορεία μου, έβλεπα μεγάλους λάκκους από μετέωρα τα οποία είχαν πια θαφτεί εκτός θέας, ενώ πολύχρωμα πετράδια που μου ήταν αδύνατο να κατονομάσω αστραποβολούσαν ή αχνολαμπύριζαν μέσα στη σκόνη. Υπήρχαν πεσμένα κυπαρίσσια που σάπιζαν δίπλα σ’ ερειπωμένα μαυσωλεία, στα σκεπασμένα με λειχήνες μάρμαρα των οποίων έβλεπες να έρπουν χοντροί χαμαιλέοντες με βασιλικά μαργαριτάρια στο στόμα τους. Κρυμμένες πίσω από τις χαμηλές λοφοσειρές, υπήρχαν πόλεις που ούτε μια κολόνα τους δεν παρέμενε αλώβητη – απέραντες και πανάρχαιες πόλεις που κομμάτι-κομμάτι, μόριο με μόριο, κατέρρεαν για να επαυξήσουν τους απέραντους σωρούς των χαλασμάτων που κάποτε ήταν περίτρανοι ναοί, ενώ πεσμένοι θεοί κείτονταν βλοσυροί σαν φθαρμένες μάζες από ψαμμίτη ή με λοξοκοίταζαν σαν κομματιασμένοι όγκοι από πορφυρίτη στα πόδια μου. Και πάνω απ’ όλα βασίλευε μια απειλητική σιγαλιά, που την έσπαζαν μονάχα τα σατανικά γέλια της ύαινας ή το σούρσιμο από τις οχιές ανάμεσα στις συστάδες από τα ξερά αγκάθια ή στους αρχαίους κήπους που είχαν παραδοθεί σ’ εφήμερες τσουκνίδες και σε φουμαριές.'
Κλαρκ Άστον Σμιθ, από το διήγημα 'Τα Βδελύγματα της Γιοντό' της ανθολογίας Απαγορευμένα Τοπία, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7