προγραφές

Εξώφυλλο: Αισχύλος, Ευμενίδες

'ἐκ τῶνδ’ ἀνάγκας ἄτερ δίκαιος ὤν
οὐκ ἄνολβος ἔσται·
πανώλεθρος δ’ οὔποτ’ ἄν γένοιτο.
τὸν ἀντίτολμον δέ φαμι παρβάδαν
ἄγοντα πολλὰ παντόφυρτ’ ἄνευ δίκας
βιαίως ξὺν χρόνῳ καθήσειν
λαῖφος, ὅταν λάβῃ πόνος
θραυομένας κεραίας.

καλεῖ δ’ ἀκούοντας οὐδὲν ἐν μέσᾳ
δυσπαλεῖ τε δίνᾳ·
γελᾷ δὲ δαίμων ἐπ’ ἀνδρὶ θερμῷ,
τὸν οὔποτ’ αὐχοῦντ’ ἰδὼν ἀμηχάνοις
δύαις λαπανδὸν οὐδ’ ὑπερθέοντ’ ἄκραν·
δι’ αἰῶνος δὲ τὸν πρὶν ὄλβον
ἕρματι προσβαλὼν δίκας
ὤλετ’ ἄκλαυστος, ᾆστος.'

'-καὶ τῷ κτανόντι ποῦ τὸ τέρμα τῆς φυγῆς;
-ὅπου τὸ χαίρειν μηδαμοῦ νομίζεται.'

*

'Κι όποιος, χωρίς να τον σπρώχν’ η ανάγκη,
μονάχος του στέργει το δίκιο,
δυστυχίες δε θα ’χει η ζωή του·
καμιά συμφορά ας μην τον έβρει.
Όποιος όμως τα ενάντια τολμάει
κι αδικώντας απ’ ολούθε σωρεύει
κι αρπάζει με βία, σαν έρθει καιρός,
θα σκιστούν τα πανιά του
καθώς με κατάρτι σπασμένο
το κακό θα τον ζώσει.

Βουλιαγμένος στην αντάρα του στρόβιλου
φωνάζει, μα κανείς δεν ακούει·
γελά ο θεός για τον άνομον άντρα
που ποτέ δε θα το ’βαζε ο νους του
πως σε τέτοια αξεδιάλυτα πάθη
θα μπλεκόταν κι ανήμπορος θα ’ταν
να περάσει τον κάβο· κι ο πλούτος που εσύναξε πριν στη ζωή του,
στης Δίκης το βράχο χτυπώντας
χάνεται κι ίδιος άκλαυτος πάει.'

'-και το κυνήγι τούτο που τελειώνει;
-εκεί που τη χαρά ποτέ δε νιώθουν.'

Αισχύλος, Ευμενίδες, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

·

↑