
'Είναι πανέμορφα ετούτα εδώ που έχεις, μπροστά, στο στέρνο σου. Τι όνομα τους έχουν δώσει οι ανθοκόμοι;
-Τα λένε βυζιά.
-Κι αυτή η μικρή προβιά κάτω από την κοιλιά σου; Είναι της μόδας τώρα να φοράνε γουναρικά στην καρδιά του Ιούλη; Κρυώνεις λιγουλάκι εκεί κάτω;
-Α, μπα… Σπανίως.'
'-Έχεις ένα ψαλίδι;
Τράβηξε από το «χαλάκι» της μια μεταξένια κλωστή και την ακούμπησε στην κοιλιά της.
-Θέλω να σου χαρίσω ένα τσουλούφι από το παρθένο μου όργανο. Θα το κρατήσεις;
-Για όλη μου τη ζωή. Διάλεξέ μου όμως μία καλή τούφα. Κι αν θέλεις να μην είναι ορατό, κόψε από τις πιο μακριές τρίχες.
-Α, μα κι αυτό το ξέρεις; Σχολίασε απογοητευμένη. Μήπως έχεις καμιά συλλογή;
Έκοψε ωστόσο μια θρυαλλίδα ή μάλλον μια μπούκλα, αχαλίνωτα στρογγυλεμένη. Ο κύριος Ντε Λα Φονταίν, της γαλλικής Ακαδημίας, έγραψε ένα ποίημα που λέγεται «Το απίστευτο πράγμα», θέλοντας να πληροφορήσει τη νεολαία ότι το χνούδι κάποιων γυναικών δε γίνεται με τίποτα να ισιώσει. Σίγουρα το είχε ο ίδιος προσπαθήσει. Τι πορνόγεροι που είναι αυτοί οι ακαδημαϊκοί!
Με μια μεταξωτή πράσινη κλωστή, η Μωρισέτ έδεσε τις τρίχες μιας μαύρης μπούκλας κι ύστερα τις έκοψε από τη βάση. «Ένα φυλαχτό καρδιάς μουσκεμένο από τον έρωτα μιας παρθένας», είπε.'
'Αυτό που ανοίχτηκε μπρος στα μάτια μου, μου φάνηκε εκπληκτικό. Όλα τα ιδιαίτερά της σημεία ήταν ασυνήθιστα: μια κλειτορίδα προεξέχουσα, τεράστια χείλη λεπτά, κομψά, μαύρα και κόκκινα σαν πέταλα ορχιδέας, ένας κολπικός διάδρομος ευθύς, που σε σύγκριση με τα μεγάλα χείλη παρουσίαζε μια τερατώδη αναλογία. Ένα μαυριδερό άνοιγμα πρωκτού σε σχήμα κονκάρδας που διακρινόταν πάνω στο βυσσινί του φόντο. Όμως, γύρω απ’ όλες αυτές τις λεπτομέρειες, οι ιδιαιτερότητές της, οι πιο εξωπραγματικές, ήταν εκείνες που είχαν να κάνουν με το τρίχωμά της. Νομίζω ότι ποτέ στο παρελθόν δεν είχε ξανακοιμηθεί στο κρεβάτι μου γυναίκα με τόσο μαύρη κι έντονη τριχοφυΐα. Πυκνές τρίχες είχαν σκεπάσει τα πάντα, Την κοιλιά της, τους μηρούς της, το υπογάστριο. Αυξημένες ανάμεσα στα κωλομέρια, σκούραιναν τον πισινό της, ανέβαιναν μέχρι το…
Ξαφνικά, δεν έβλεπα τίποτα πια. Η γλώσσα της Τερέζας άγγιζε το δέρμα μου. Οι τεταμένοι μου μύες σφίχτηκαν. Η γλώσσα περιπλανήθηκε, έκανε κύκλους, πέρασε από κάτω… Έτρεμα. Όλο αυτό κράτησε μονάχα μία αγωνιώδη στιγμή.
Η Τερέζα ανασήκωσε το κεφάλι και πηδώντας από το κρεβάτι είπε:
-Αρκετά γι’ απόψε.'
'Πήδηξε σβέλτα από το κρεβάτι, έτρεξε στην τουαλέτα, έκανε λίγη σαπουνάδα για να μου διανοίξει την οδό και αφού επέστρεψε σε μένα, κοιτάζοντάς με στα μάτια, κάθισε οκλαδόν και χούφτωσε με το δεξί της χέρι το όργανό μου. Ψηλάφηση ολίγων δευτερολέπτων της ήταν αρκετή για να επιτύχει το σκοπό της. Με επιδεξιότητα και με γλύκα κατάπιε από πίσω όλο αυτό που δεν είχε μπορέσει ποτέ να εισάγει από μπρος. Πλήρως! Μέχρι τη ρίζα του! Ακουμπώντας τον μικρό της κώλο πάνω στους όρχεις μου, ανυψώνοντας τα γόνατα, ανοίγοντας τον πισινό της, γονατιστή σαν μικρή διαβολίνα μπρος στον Άγιο Αντώνιο, παραμέρισε τα χοντρά χείλη του άτριχου και κόκκινου φύλου της και αυνανίστηκε μπροστά στα μάτια μου, όπως το κάνουν τα περισσότερα κορίτσια, βάζοντας μέσα της το δάχτυλο.'
'Η μαμά μου έλεγε πάντα ότι με έβαζε να θηλάζω τα υγρά της όσο και το γάλα της. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι κατά τη διάρκεια όλης της παιδικής μου ηλικίας την κοίταζα που αυνανιζότανε και ύστερα, όταν τελείωνε, πήγαινα και την έγλειφα. Και όσο πιο πολύ ζουμί είχε τόσο πιο ευχαριστημένη ήμουνα εγώ. Η μαμά επίσης μου είπε ότι ήμουνα πέντε χρονών την ημέρα που της έκανα γλειφομούνι με τέτοια επιτυχία ώστε την έκανα πραγματικά να τελειώσει. Δεν το θυμάμαι, αλλά ξέρω ότι πρέπει να ήμουνα πολύ μικρή.
Δεν πρέπει να την κατηγορούμε τη μαμά για όλα αυτά. Βλέπεις; Σήμερα ακόμα είμαι είκοσι χρόνων, είμαι ελεύθερος άνθρωπος, κι όμως γλείφω ακόμα καθημερινά τη μαμά. Κι όταν τελειώνει, παίρνω τεράστια χαρά επειδή την αγαπώ.
Φυσικά, ήμουν ακόμα μικρό κοτοπουλάκι όταν με έβαλε να δοκιμάσω τα χύσια του άντρα. Νομίζω ότι τα έπινα από πάντα Το έγλειφα πάνω της όταν της βρισκόταν στο τρίχωμα ή όπου αλλού.'
'Ύστερα απ' αυτό τι να έκανα το σπέρμα που είχε μείνει μέσα μου; Δεν υπάρχουν μπιντέδες στην εκκλησία και οι νιπτήρες είναι τοποθετημένοι πολύ ψηλά. Σηκώνοντας τυχαία το καπάκι ενός στασιδιού, βρήκα ένα ολοκαίνουργιο μαντίλι που κάποια πιστή ηλικιωμένη πρέπει να το είχε τοποθετήσει εκεί για να το βρει την επόμενη Κυριακή και να κλάψει μ’ αυτό για τις αμαρτίες της. Αντί για δάκρυα σφούγγισε χύσια το μαντίλι με το οποίο καθάρισα καταλλήλως τον πισινό μου. Θα σου άρεσε εσένα να με πάρεις σε εκκλησία; Θα το ξανάκανα αν ήθελες.'
Πιέρ Λουί, Τα Τρία Κοριτσάκια της Μαμάς Τους, μτφρ. Τζένη Κωστοπούλου, εκδ. Το Ποντίκι
