Ο ΕΞΩΣΤΗΣ βλέπει στον κήπο. Οι μάντρες χαμηλές κι ευχάριστες. Μισόκλειστη η μεγάλη καγκελόπορτα. Μπαίνει ένας άντρας δίχως φως και περπατάει πάνω στα κλώνια του γιασεμιού, τρίζουν τα πόδια του, πουθενά δεν κοιτάζει. Τι Σεπτέμβρης σκεπάζει τη γη, νάρδοι μεγαλώνουν αργά, κι ανεβαίνουν τα περιστέρια με τα φτερά ο αέρας, ο ήλιος κι η θάλασσα στο βάθος αναρρώνει. Ο αέρας πια δεν καίει. Ποτίζουν αργοκίνητα τα βήματα που κάνει το νερό, όλες οι άσπρες πικροδάφνες υποκύπτουν. Παίρνουν ύψος τα έντομα για να ζήσουν στα φύλλα. Ακουμπάει η γενειάδα στο στήθος κι εκείνος συνεχίζει δίχως φως να περπατά. Όλα νεκρά τ’ αφήνει, μαύρα πτηνά τ’ ουρανού, πεσμένα φύλλα και κομμένο στον πάγο το νερό κοντοστέκεται. Ο κήπος είναι πενιχρός και ήδη κατοικεί η απουσία σα να επρόκειτο για μια καρδιά, εκεί που ήταν ένας γόνιμος τόπος. Περνάει την ελάχιστη πόρτα. Απ’ τα χωράφια φτάνουν ουρλιαχτά και μια ψυχρή σκιά εισδύει στον εξώστη κι υπάρχει μια πνοή πανίσχυρη θανάτου. Είναι το σπίτι που αρχίζει να καταρρέει, έρημο και υγρό.
*
ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ανοιχτά τεντώνει το λαιμό για να γαυγίσει, και στην πυκνή συστάδα των αγρών ακούστηκε η φωνή ξανά. Η παρουσία είναι ενός μοναχικού, και κάτι που σωριάζεται στη γη, είναι κι ο σκοτεινός αέρας που έπεσε στη γη με πόνο. Δε φτάνει ο αναστεναγμός του ψηλά μέχρι τ’ αστέρια, ούτε και μέχρι τα τρένα που χάθηκαν, να μπει στα σπίτια θέλει. Κάποιος αντιλαμβάνεται πως η ζωή περνά και πτοημένος πάλλει η καρδιά του άρρωστη. Κανείς δε ζει μαζί του κι αυτός ακούει. Έχει τελειώσει πια το δείπνο, κι αυτός κοιτάζει από το τζάμι. Κοιτάζει, με το λυπημένο βλέμμα, το σκοτεινό τον έξω κόσμο, τα μειλίχια αστέρια. Νιώθει πως ρόγχος ζεστός ανεβαίνει και το στήθος του καίει, πως τα μάτια του δε μαντεύουν τα σχήματα που εκεί, ζωντανά, ανασαίνουν. Θα μπορούσε ακόνη να φωνάξει με δύναμη, να βγει στα κρύα χωράφια και να τινάξει από πάνω του τον πόνο. Περνάει ξανά το χέρι του στ’ άσπρα μαλλιά, νιώθει πως ο χρόνος υπήρξε σκληρός, τον ξεπεσμό του κρίνει χωρίς υπερβολή, το στήθος του δεν ταράζεται. Κι αυτός περιμένει να σιγήσει η φωνή για ν’ ανεβεί, να βυθιστεί στον ύπνο.
*
ΤΟΝ ΣΥΓΚΡΑΤΗΣΕ η νύχτα, το διάφανο σκοτάδι του στερεώματος έπεφτε στο λόφο. Στο στήθος ένιωσε το δάσος, την ασυγκράτητη δύναμη του αναστήματός του, και το πέρασμα του αίματος. Ο άνθρωπος είναι πηγή, μονολογούσε, κρυμμένη, πιο απόκρυφη απ’ τη φωτιά της γης. Και κοίταζε τα φώτα, η πόλη περίμενε το γυρισμό του.
Ευτυχισμένος αγάπησε. Έκλαιγε. Κι άκουσε. Περνούσαν οι άνεμοι ψηλά ανάμεσα στα φύλλα, οι γρύλοι τρελάθηκαν κι άκουσε του αίματός του το βόμβο, δυνατό σαν ένα θαλασσινό χτύπημα. Άκουσε την υπόκωφη πάλη της σελήνης που εισχωρούσε στο δάσος, πιο πάνω το λεπτεπίλεπτο άγγιγμα των άστρων, κι άνοιξε τα χέρια, και πλάτυνε το στήθος του το ρημαγμένο, νυχτερινό, και μπήκε μέσα του η γη, και το δάσος, ο αέρας, η μάνα του εισέβαλε. Κι ήταν καλόγευστη η επιστροφή του. Ύστερα κοίταξε τα χέρια του μεγάλα, υπάκουα, γυμνά και μέσα τους έκρυψε το ήρεμο πρόσωπό του.
Προαισθανόταν ήδη την αυγή, κι ελεύθερος, ύψωσε φωνή, άφησε την κραυγή του στην τύχη του αέρα, γέμισε ο λόφος μακριούς, τρεμουλιαστούς ψιθύρους. Μακριά, μέσα στον ύπνο, η πόλη έτρεμε.
'Όταν πέθανε, κοιμόμουν. Είχα τηλεφωνήσει στο νοσοκομείο για να του πω μια ακόμη καληνύχτα, αλλά ήταν βυθισμένος στον ωκεανό της μορφίνης. Κράτησα το ακουστικό στο αυτί μου και αφουγκράστηκα τη βαριά ανάσα του ξέροντας ότι δε θα τον ξανάκουγα ποτέ. Λίγο αργότερα τακτοποίησα σιωπηλά τα προσωπικά μου αντικείμενα, το σημειωματάριο και την πένα μου. Το βαθυγάλαζο μελανοδοχείο που ανήκε σ’ εκείνον. Τη σκαλιστή περσική μου κούπα, το στρατιωτικό μου παράσημο, ένα στρογγυλό κουτάκι όπου φύλαγα για ενθύμιο τα πρώτα δόντια των παιδιών μου. Άρχισα να ανεβαίνω τη σκάλα αργά, μετρώντας τα σκαλοπάτια ένα ένα˙ ήταν δεκατέσσερα… Σκέπασα την κόρη μου στην κούνια της, φίλησα το γιο μου, που κοιμόταν, ξάπλωσα δίπλα στον άντρα μου και προσευχήθηκα, θυμάμαι τον εαυτό μου να ψιθυρίζει: «Είναι ακόμα ζωντανός». Μετά αποκοιμήθηκα. Ξύπνησα νωρίς και καθώς κατέβαινα τα σκαλιά ήξερα ότι ήταν νεκρός. Το σπίτι ήταν σιωπηλό. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος της τηλεόρασης, που είχε μείνει ανοιχτή όλη τη νύχτα. Ένα κανάλι τέχνης έπαιζε μια όπερα. Η οθόνη με απορρόφησε καθώς η Τόσκα διακήρυσσε με πόνο και αποφασιστικότητα το πάθος της για τον ζωγράφο Καβαραντόσι. Ήταν ένα κρύο πρωί του Μαρτίου, οπότε φόρεσα το πουλόβερ μου. Σήκωσα τα στόρια και το γραφείο πλημμύρισε φως. Έστρωσα το βαρύ λινό ριχτάρι της πολυθρόνας μου και διάλεξα ένα βιβλίο με έργα του ζωγράφου Οντιλόν Ρεντόν ανοίγοντάς το σε μια σελίδα με την εικόνα ενός γυναικείου κεφαλιού που κολυμπάει σε μια μικρή θάλασσα. Les yeux clos. Κάτω από τα χλομά της βλέφαρα υπήρχε ένα ολόκληρο αχαρτογράφητο σύμπαν. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και σηκώθηκα να απαντήσω. Ήταν ο μικρός αδελφός του Ρόμπερτ, ο Έντουαρντ. Μου είπε ότι είχε δώσει στον Ρόμπερτ ένα τελευταίο φιλί από μένα κρατώντας την υπόσχεση που μου είχε δώσει. Στάθηκα ακίνητη, παγωμένη˙ έπειτα, με αργές κινήσεις, σαν σε όνειρο, επέστρεψα στην καρέκλα μου. Εκείνη τη στιγμή η Τόσκα άρχισε να τραγουδάει τη σπουδαία άρια «Vissi d’ arte». Έζησα για την αγάπη, έζησα για την τέχνη. Έκλεισα τα μάτια μου και σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος. Η θεία πρόνοια είχε ορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα τον αποχαιρετούσα.' 'ΑΓΡΙΑ ΦΥΛΛΑ
Άγρια φύλλα πέφτουν Πέφτουν στο έδαφος Κάθε φύλλο μια στιγμή Ένα φως πάνω στο στέμμα Που θα φοράμε όλοι Στον άμετρο χρόνο Και άγρια φύλλα πέφτουν Πέφτουν στο έδαφος
Κάθε λέξη που έχει ειπωθεί Κάθε λέξη που έχει αποφανθεί Κάθε ξόρκι που έχει σπάσει Κάθε χρυσή πράξη Όλα τα μέρη όπου παίζουμε Δεμένα σαν το καλάμι Και άγρια φύλλα πέφτουν Άγρια άγρια φύλλα
Τα πνεύματα που μνημονεύονται Οι μύθοι που έχουν απογυμνωθεί Όλα όσα έχουμε περάσει Και τα χρώματα που έχουμε φορέσει Κάθε χάσμα όπου έχουμε μπει Κάθε ιστορία που έχουμε υφάνει Και άγρια φύλλα πέφτουν Πέφτουν στο έδαφος
Καθώς η φωτιά καίει Καθώς η φωτιά αναφλέγεται Όλες οι στιγμές στρέφονται Στη θυελλώδη λάμψη Ταραχή Και Πίστη Το πήγαινε και το έλα Άγρια άγρια φύλλα’
Πάτι Σμιθ, Πάτι και Ρόμπερτ, μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Κέδρος
'Αλλά ο Μάρινους Μπίκνελλ Ουίλλεττ μετάνιωσε πικρά που είχε κοιτάξει ξανά· γιατί, μόλο που ήταν παλαίμαχος χειρουργός και ανατόμος, ποτέ δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος έκτοτε. Είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς το πώς μία και μόνη ματιά ενός υλικού αντικειμένου με μετρίσιμες διαστάσεις θα μπορούσε να συγλονίσει και ν’ αλλάξει τόσο έναν άνθρωπο. Το μόνο που μπορούμε να πούμε εδώ είναι ότι υπάρχει σε ορισμένες μορφές και οντότητες μια δύναμη συμβολισμού και υποβολής που επιδρά με φοβερό τρόπο στο συνολικό τρόπο σκέψης ενός ευαίσθητου στοχαστή, και του ψιθυρίζει τρομερούς υπαινιγμούς για σκοτεινούς κοσμικούς συσχετισμούς και για ακατονόμαστες πραγματικότητες πίσω από τις προστατευτικές ψευδαισθήσεις της κοινής όρασης. Σ’ εκείνη τη δεύτερη ματιά ο Ουίλλεττ είδε μια τέτοια μορφή ή οντότητα που, κατά τη διάρκεια των επόμενων λίγων στιγμών, περιέπεσε σε μια κατάσταση τόσο αληθινής παραφροσύνης όσο και ο τελευταίος τρόφιμος της ιδιωτικής κλινικής του δρα Γουαίητ. Ο ηλεκτρικός φακός έπεσε από ένα χέρι που είχε χάσει κάθε μυϊκή δύναμη και κάθε νευρικό συντονισμό - ούτε και άκουσε καν τον ήχο από δόντια που ροκάνιζαν κάτω, αποκαλύπτοντας έτσι ποια ήταν η τύχη του φακού στον πάτο του πηγαδιού. Ο Ουίλλεττ απλώς ούρλιαζε και ούρλιαζε και ούρλιαζε, με μια φωνή που τον αφύσικα οξύ τόνο του πανικού της δε θ’ αναγνώριζε κανένας από εκείνους που τον γνώριζαν. Κι επειδή δεν μπορούσε να σταθεί καν στα πόδια του, άρχισε να σέρνεται και να μπουσουλάει απεγνωσμένα μακριά από εκεί, έρποντας στο υγρό δάπεδο όπου δεκάδες πηγάδια της κόλασης ξέχυναν τα εξαντλημένα κλαψουρίσματα και σκουξίματά τους, σαν σε απάντηση στις δικές του αλλόφρονες κραυγές. Τα χέρια του καταγδέρνονταν στις τραχιές, λασκαρισμένες πλάκες, και πάμπολες φορές κουτούλησε οδυνηρά το κεφάλι του πάνω στις συχνές κολόνες, αλλά αυτός συνέχισε το φευγιό του. Ύστερα, κάποια στιγμή τελικά, ξαναβρήκε λίγο-λίγο και έφραξε τα αυτιά του ενάντια στο θρηνητικό σούσουρο στο οποίο είχαν καταλαγιάσει οι κραυγές μετά από εκείνο το ξέσπασμά τους. Ήταν λουσμένος στον ιδρώτα και δίχως τρόπο ν’ ανάψει ένα φως, καταβεβλημένος και καταπτοημένος στην αβυσσαλέα μαυρίλα και τη φρίκη, και τον συνέθλιβε το βάρος μιας θύμησης που ποτέ δε θα μπορούσε να σβήσει από τη μνήμη του. Κάτω από τα πόδια του δεκάδες από εκείνα τα πλάσματα ζούσαν ακόμη, και από ένα από τα πηγάδια ο ίδιος είχε αφαιρέσει το καπάκι του. Ήξερε ότι αυτό που είχε δει θα μπορούσε να βγει σκαρφαλώνοντας τα γλιστερά τοιχώματα, αλλά ανατρίχιασε στη σκέψη ότι μπορεί και να υπήρχαν κάποια αθέατα στηρίγματα αναρρίχησης εκεί κάτω. Το τι ακριβώς ήταν εκείνο το πράγμα, ο Ουίλλεττ δε θέλησε να το περιγράψει ποτέ. Έμοιαζε, πάντως, με κάποια από τα σκαλίσματα πάνω στο διαβολικό βωμό, αλλά αυτό ήταν ζωντανό. Η φύση δεν το είχε φτιάξει ποτέ μ’ αυτή τη μορφή, γιατί ήταν ημιτελές. Οι ατέλειές του ήταν του πλέον απίστευτου είδους, και οι ανατομικές ανωμαλίες του δε θα μπορούσαν να περιγραφούν.'
Χ. Φ. Λάβρκαφτ, Η Περίπτωση του Τσαρλς Ντέξτερ Ουώρντ, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
Clip from Shemi Zarhin’s Ha-Kochavim Shel Shlomi (2003)
'Η πυροδότηση της κριτικής από την καταγραφή των νόσων της ποιητικής τέχνης έως τις επικριτικές ρήσεις από ορισμένες πανεπιστημιακές ομάδες που συντάσσουν τους κανόνες της ποίησης, και γεννοβολούν, με περίσσιο ύφος και χάρη, τις μαριονέτες που ελέγχουν─ όλα αυτά, μαζί με τους υποστηρικτές τους και το σινάφι τους, συνιστούν την πλέον θανάσιμη και ψωροπερήφανη ποιητική έδρα. Δημιουργούν, καταγράφουν, και επιχειρηματολογούν γύρω από την ιστορία των ιδίων, γοητευμένοι από τη γενναιοδωρία των αυλικών τους. Αυτό που οι πανεπιστημιακοί κριτικοί έχασαν απομονώνοντας τους εαυτούς τους μέσα στην ακαδημία το κέρδισαν με το παραπάνω σε στόχευση και κύρος. Σε όσους απόμειναν από μας, τους βρόμικους, τους αργόσχολους μέσα στα μπιλιαρδάδικα και τα σοκάκια, μοιάζει λες και δεν απομένει παρά μια ματαιωμένη και παράφωνη φλυαρία. Προκειμένου να δημιουργηθεί μία δυναμική, πιθανόν ένα μανιφέστο, μια κίνηση… η κυοφορία μιας ιδέας… να είναι απαραίτητα. Είναι δύσκολο για έναν ποιητή να σταθεί ολομόναχος ενάντια στην πανεπιστημιακή κλίκα. Πιθανόν να πρέπει εμείς οι ίδιοι να εφεύρουμε τη δική μας ιστορία και να επιλέξουμε τους δικούς μας θεούς, αν είναι να ακουστεί η δική μας συνεισφορά στην αμερικανική λογοτεχνία σε κάποιο απώτερο μέλλον. Οι λογοτέχνες μας οφείλουν να γνωστοποιήσουν την ύπαρξή τους στην πανεπιστημιακή κοινότητα που εξορκίζει τα πάντα και γράφει προς ιδίαν κατανάλωση─ και ας είμαστε δίκαιοι επ’ αυτού: πολλά απ’ αυτά που εκδίδονται δεν ανήκουν μονάχα στη βρομιά αλλά δεν τα διαβάζει σχεδόν κανένας (κι αυτό δυστυχώς ισχύει τόσο για τους αναγνώστες όσο και για τους λογοτέχνες). Αυτό που μας σώζει είναι η τρομερή μας ανοιχτοσύνη και η πολυφωνία μας. Όμως, αυτή μας η υπεροχή θα πρέπει να είναι εξίσου καλοσχηματισμένη όσο και άμορφη, και να συνοδεύεται από της δικό της δίκτυο κριτικής ενημέρωσης και να εκφράζει επί το πλείστον τις τάσεις, και την πολιτιστική παρεμβολή των λογοτεχνών μας. Κι αυτό όχι ως προϋπόθεση επικύρωσης ή αισθητικού περιορισμού αλλά ως η μετουσίωση ποικίλων φωνών σε μία πολύ πιο ξεκάθαρη φόρμα. Ο άνεμος ανανέωσης μιας καινούργιας κουλτούρας, ο μαγνητισμός και το νόημα και η ελπίδα, η ακρίβεια των ενεργειών μας─ όλα αυτά δεν έχουν ακόμα, υπό οποιαδήποτε έννοια, υλοποιηθεί και δεν έχουν πραγματωθεί. Και έως ότου υλοποιηθούν και πραγματωθούν… πέντε-έξι τύποι, μίζεροι καρεκλοκένταυροι των πανεπιστημίων, θα παριστάνουν τους ιεροφάντες του ποιητικού μας σύμπαντος.'
'Από πού να ξεκινήσω; Λοιπόν, ήταν ο Νίτσε που, όταν τον ρώτησαν σχετικά με τους ποιητές, απάντησε, «οι ποιητές; Οι ποιητές ψεύδονται ασυστόλως». Εάν διαβάσει κανείς την παλαιότερη ποίηση και τη σύγχρονη ποίηση, θα συμφωνήσει ότι ετούτη η κριτική είναι διαολεμένα ακριβής. Υπάρχει τόση πόζα, τόση δηθενιά… τόσοι πολλοί που παριστάνουν τους ποιητές, τους εκλεκτούς μαντατοφόρους των θεών. Πιστεύω ότι εάν πράγματι οι θεοί επέλεξαν όλους αυτούς για ποιητές, τότε, έκαναν αναμφισβήτητα, λάθος επιλογή. Βεβαίως, όλες οι τέχνες κατακλύζονται από κομπιναδόρους και επιτήδειους, αλλά έχω την εντύπωση ότι οι ποιητές είναι αυτοί με τις καλύτερες επιδόσεις του είδους. Και σε αυτό το σημείο θα υπογραμμίσω ότι το να κριτικάρεις την ποίηση είναι πολύ πιο εύκολο από το να τη γράφεις. Όταν ήμουν πολύ νέος, απολάμβανα να διαβάζω τις κριτικές στήλες στα τεύχη των λογοτεχνικών επιθεωρήσεων Σουάνι και Κένιον, που αφορούσαν την ποίηση. Εκείνοι οι κριτικοί ήταν τόσο λαπάδες, τόσο σνομπ, που μιλούσαν τόσο πολύ εκ του ασφαλούς, ήταν τόσο μονόπλευροι, και ήταν επίσης με έναν πολύ διασκεδαστικό τρόπο επιθετικοί ─ανά καιρούς─ προς άλλους κριτικούς. Κυριολεκτικά έκαναν ο ένας τον άλλον κομματάκια χρησιμοποιώντας μια καθώς πρέπει γλώσσα, και θαύμαζα το γεγονός πως παρότι η δική μου γλώσσα ήταν πιο άμεση και πιο χοντροκομμένη, και έτσι την προτιμούσα, παρ’ όλα αυτά ο δικός τους τρόπος έκφρασης μου προκαλούσε κάποιο δέος. Ω, τι κόσμιος τρόπος που ήταν αυτός, με τον οποίο αποκαλούσε ο ένας τον άλλο μαλάκα και ηλίθιο. Παρ’ όλα αυτά, γενικότερα, έλεγαν και καμιά σωστή κουβέντα σχετικά με το τι πήγαινε στραβά στην ποίηση και με τι θα μπορούσε να γίνει για να αλλάξει η κατάσταση. Όμως, το νου σας, όταν διάβασα τα ποιήματα που δημοσιεύονταν μέσα σ’ εκείνα τα έντυπα, είδα πως επρόκειτο για πολύ κακή ποίηση─ πομπώδη, άψυχη, αναποτελεσματική, χιλιοειπωμένη, βαρετή… ήταν πραγματική προσβολή για τις σελίδες. Η κόντρα απουσίαζε, το παιχνίδι απουσίαζε. Ήταν σκέτη μούχλα. Ήταν η μιζέρια του είναι όλα προσεκτικά γραμμένα. Και όταν οι ίδιοι οι κριτικοί έγραφαν κανένα ποίημα, τότε δεν περιείχε κανένα από τα αφοπλιστικά και εντυπωσιακά στοιχεία που περιέγραφαν οι ίδιοι στις κριτικές που έγραφαν για τους άλλους. Έμοιαζε λες και με το που ασχολούνταν με τη γραφή ενός ποιήματος, είχαν λησμονήσει αυτό που ήταν προηγουμένως η ίδια τους η ψυχή. Η ποίηση είναι το έσχατο πεδίο άσκησης και ελάχιστοι απ’ όσους καταγίνονται μ’ αυτήν σήμερα, ή ασχολήθηκαν πριν από αιώνες, κατάφεραν να βγουν νικητές. Η ποίηση έρχεται μέσα απ’ όσα έχεις ζήσει και μέσα από τον τρόπο με τον οποίο τα έχεις ζήσει και μέσα από τον λόγο για τον οποίο γράφεις. Οι περισσότεροι άνθρωποι εισέρχονται σε διαδικασία θανάτου από τα 5 τους χρόνια, και με κάθε χρόνο που περνάει λιγοστεύουν όλο και πιο πολύ υπό την έννοια ότι χάνουν σταδιακά την αυθεντικότητά τους και την πιθανότητα να κάνουν κάποια στιγμή τη διαφορά σπάζοντας τα δεσμά του προφανούς και της κατακρεούργησης. Γενικά μιλώντας, είναι εκείνοι που διέθεταν σημαντικές εμπειρίες στη ζωή τους οι οποίες τους καθιστούν ξεχωριστούς, τους περιθωριοποιούν μ’ έναν τρόπο ο οποίος τους έχει μετατρέψει σε όμορφα τέρατα, οραματιστές που διαθέτουν τα δικά τους οράματα. Πιθανόν σε όλο αυτό να βοηθά και κάποια τύχη αλλά αυτό δεν ευσταθεί και τόσο, γιατί καθημερινά μας εμφανίζονται ευκαιρίες, εάν επιλέγει κανείς πολύ συχνά τη λανθασμένη επιλογή, την αντίθεση στη ζωή, τότε σύντομα θα καταλήξει νεκρός πολύ πριν από την πραγματική του κηδεία. Οι καλύτεροι ποιητές είναι εκείνοι που δε γίνεται να μη γράφουν και θα συνεχίσουν να γράφουν ανεξάρτητα από την κατάληξη. Γιατί, εάν δεν το κάνουν, θα συμβεί κάτι άλλο: φονικό, αυτοκτονία, τρέλα, ένας θεός ξέρει τι. Η πράξη της καταγραφής του Κόσμου είναι ένα θαύμα, μια σωτήρια χάρη, η τύχη, η μουσική, η διάρκεια. Ξεκαθαρίζει το χώρο, ξεχωρίζει την ανοησία, σώζει το τομάρι σου όπως και το τομάρι ορισμένων ανθρώπων συνάμα. Εάν για κάποιον λόγο μέσα απ’ όλα αυτά υπάρξει και κάποια φήμη, οφείλεις να την αγνοήσεις, πρέπει να συνεχίσεις να γράφεις λες και ο επόμενος στίχος θα είναι ο πρώτος που θα γράψεις. Επίσης, υπάρχουν πράγματι και άλλοι λογοτέχνες, παρότι είναι ελάχιστοι. Για μένα προσωπικά όμως, δεν υπήρχαν παραπάνω από 6 ή 7 οι οποίοι μου έδωσαν κουράγιο όταν όλοι οι υπόλοιποι με συμβούλευαν να σταματήσω να γράφω.'
Τσαρλς Μπουκόβσκι, Η Απουσία του Ήρωα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός
'Από εκείνους τους υπόγειους χώρους, με οδήγησε στην κορυφή του κτιρίου. Αυτό ήταν ένας μεγάλος πύργος, επιστεγασμένος μ’ ένα θόλο από ένα υλικό σαν γυαλί, απ’ όπου μπορούσα ν’ αγναντέψω προς το τοπίο πέρα και χαμηλά. Είδα τότε ότι το δάσος των φτεροειδών δέντρων που είχα δει ήταν από ξερά πράσινα φύλλα, όχι φρέσκα, και ότι, πέρα από τις άκρες του δάσους, εκτεινόταν μια απέραντη έρημος που κατηφόριζε προς μια σκοτεινή άβυσσο· αυτό, όπως μου εξήγησε, ο οδηγός μου, ήταν ο στεγνός βυθός κάποιου εξαφανισμένου μεγάλου ωκεανού. Το σκοτεινό αστέρι είχε μπει στην απώτερη τροχιά μιας νόβα και τώρα πέθαινε αργά και σίγουρα. Πόσο παράξενο, πράγματι, φάνταζε εκείνο το τοπίο! Τα δέντρα ήταν ατροφικά, σε σύγκριση με τα μεγάλα κτίσματα από μεγαλιθική πέτρα σαν αυτό από το οποίο κατοικούσαμε. Κανένα πουλί δεν πετούσε σ’ εκείνους τους γκρίζους ουρανούς, κανένα σύννεφο δεν υπήρχε εκεί, καμιά καταχνιά δεν πλανιόταν πάνω από την άβυσσο· και το φως του μακρινού ήλιου που φώτιζε το σκοτεινό αστέρι έφτανε διάχυτο από το διάστημα, έτσι που το τοπίο ήταν αιώνια βυθισμένο σε μια γκρίζα εξωπραγματικότητα.'
Χ. Φ. Λάβκραφτ & Όγκαστ Ντέρλεθ, Το Σφαλιστό Δωμάτιο και Άλλες Ιστορίες, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
'Η συνείδησή μας μας μεταδίδει εκ των έσω όχι μόνο συναισθήματα ευχαρίστησης και δυσαρέσκειας, αλλά και μιας ιδάζουσας έντασης, που με τη σειρά της μπορεί να είναι είτε δυσάρεστη είτε ευχάριστη. Μήπως θα μπορούσε, τώρα, η διαφορά μεταξύ αυτών των συναισθημάτων να μας κάνει να ξεχωρίσουμε τη δεσμευμένη από την αδέσμευτη διαδικασία ενέργειας, ή το συναίσθημα της έντασης συνδέεται με το απόλυτο μέγεθος, πιθανόν με το επίπεδο, της επένδυσης, ενώ το φάσμα της ευχαρίστησης και δυσαρέσκειας δείχννει μήπως μια μεταβολή στο μέγεθος της επένδυσης εντός μιας δεδομένης χρονικής ενότητας; Ένα άλλο εντυπωσιακό γεγονός είναι ότι οι ενορμήσεις της ζωής έχουν μια τόσο μεγάλη επαφή με την εσωτερική μας αντίληψη -έτσι καθώς αναδύονται ως διαταραχές της ηρεμίας και καθώς παράγουν σταθερά εντάσεις που η άρση τους γίνεται αισθητή ως ευχαρίστηση-, ενώ οι ενορμήσεις του θανάτου φαίνεται να κάνουν τη δουλειά τους υπόγεια. Η αρχή της ευχαρίστησης φαίνεται να εξυπηρετεί, όντως, τις ενορμήσεις του θανάτου. Είναι αλήθεια ότι επαγρυπνά για τις έξωθεν διεγέρσεις, που θεωρούνται επικίνδυνες από αμφότερα τα είδη ενορμήσηεων· όμως φυλάγεται, ειδικότερα, από τις έσωθεν αυξήσεις των διεγέρσεων, που κάνουν το έργο της ζωής δυσκολότερο.'
Σίγμουντ Φρόιντ, Πέρα από την Αρχή της Ευχαρίστησης, μτφρ. Βασίλης Πατσογιάνης, εκδ. Πλέθρον
'Οι φόβοι μου, πράγματι, σχετίζονταν με το παρελθόν μάλλον παρά με το μέλλον. Ούτε καν η φρίκη της θέσης μου σ’ εκείνον το στριμόχωρο διάδρομο με τα νεκρά ερπετά και τις προκατακλυσμιαίες τοιχογραφίες, χιλίομετρα κάτω από τον κόσμο που ήξερα και μπροστά σ’ έναν άλλον κόσμο απόκοσμου φωτός και καταχνιάς, δεν μπορούσε να συγκριθεί με το θανάσιμο τρόμο που ένιωθα μπροστά στην αβυσσαλέα αρχαιότητα της σκηνής και της ψυχής της.
Μια αρχαιότητα, τόσο ασύλληπτη που οι αριθμοί ωχριούν μπροστά της, φαινόταν να με λοξοκοιτάζει από τις αρχαϊκές πέτρες και τους βραχοσκαμμένους ναούς της ανώνυμης πόλης, ενώ οι πιο τελευταίοι συνταρακτικοί χάρτες στις τοιχογραφίες έδειχναν ωκεανούς και ηπείρους που ο άνθωπος έχει πια ξεχάσει με μόνον εδώ κι εκεί κάποιο αόριστα γνώριμο περίγραμμα. Το τι θα μπορούσε να έχει συμβεί στους γεωλογικούς αιώνες που μεσολάβησαν από την εποχή που σταμάτησαν οι τοιχογραφίες ως την εποχή που η φυλή που μισούσε το θάνατο υπέκυψε τελικά στη φθορά, κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να το πει. Η ζωή έβριθε κάποτε σε τούτα τα σπήλαια και στο φωτερό βασίλειο πιο πέρα· τώρα ήμουν μόνος με κάποια καλοδιατηρημένα λείψανα, και με συγκλόνιζε η σκέψη των αμέτρητων αιώνων που τ’ απομεινάρια αυτά είχαν διατηρήσει τη σιωπηλή μοναχική ξαγρύπνια τους.'
Χ. Φ. Λάβκραφτ, από το διήγημα 'Η Ανώνυμη Πόλη', Η Ανώνυμη Πόλη και Άλλες Ιστορίες, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
'Στα λόγια αυτά, τα μάτια της γυναίκας έκλεισαν αθέλητα, κι ολόκληρο το εξαίσιο πρόσωπό της, κατέρρευσε σε μια απότομη, σπαραχτική θλίψη, τόσο βαριά, που θα ’λεγε κανείς ότι εκείνα τα αιθέρια χαρακτηριστικά θα τσάκιζαν από το βάρος της, ότι ολόκληρο το ντελικάτο κορμί της θα σωριαζόταν υπερφορτωμένο στο γρασίδι. Αλλά δεν έπεσε. Στάθηκε παραπαίοντας για μια στιγμή, αλλά μετά τα μπράτσα του άντρα τυλίχτηκαν γύρω της σφίγγοντάς την πάνω του μ’ ένα αγκάλιασμα απόγνωσης. Και μέσω της μνήμης του προ πολλού νεκρού άντρα που την κρατούσε, ο Σμιθ μπορούσε να νιώσει τη λεπτότητα της προαιώνια νεκρής γυναίκας, τη ζεστή απαλότητα της σάρκας της, τα ντελικάτα κόκαλα σαν του πουλιού. Ένιωσε και πάλι -μάταια- ότι ήταν ένα πολύ εύθραστο πλάσμα για να γνωρίζει μια τέτοια θλίψη όσο εκείνη που την τυραννούσε τώρα, και μια ανήμπορη οργή φούντωσε μέσα του ενάντια σ’ οτιδήποτε αφύσικο ήταν εκείνο που γεννούσε μέσα και στους δύο τόσο τρόμο και σπαραγμό. Για μια ατέλειωτη στιγμή ο άντρας την έσφιγγε πάνω του, νιώθοντας την εύθραστη απαλότητα του κορμιού της και το τράνταγμα από τα βουβά της αναφιλητά πάνω στο δικό του, που σίγουρα δεν μπορεί παρά να θρυμμάτιζαν τον τόσο λεπτοκαμωμένο σκελετό της - τόσο έντονο ήταν το σιωπηλό της μαρτύριο! Και στο φικό του λαιμό ένιωθε να τον πνίγει ο κόμος της θλίψης, και τα δικά του μάτια έκαιγαν από τα άχυτα δάκρυά του. Το ζοφερό μίασμα του τρόμου είχε ενταθεί τόσο, που ακόμη και ο γεωφώτιστος κήπος φάνηκε να καταπλακώνεται απ’ αυτό, και τίποτε δεν απέμενε πλέον πέρα απ’ αυτό το μαύρο βάρος του φόβου του και τον πόνο μιας δίχως ελπίδα θλίψης.'
Κ. Λ. Μουρ, από το διήγημα 'Ο Χαμένος Παράδεισος', Το Άλικο Όνειρο και Άλλες Ιστορίες Του Νόρθγουεστ Σμιθ - 2, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
'Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να αμφισβητήσουμε στην ερωτική κατάσταση που εκδηλώνεται κατά την αναλυτική θεραπεία τον χαρακτήρα του «γνήσιου» έρωτα. Το ότι δεν μοιάζει αρκετά φυσιολογική εξηγείται επαρκώς από το γεγονός ότι κάθε άλλη ερωτική κατάσταση εκτός αναλυτικής αγαγωγής θυμίζει περισσσότερο τα μη φυσιολογικά παρά τα φυσιολογικά χαρκατηριστικά, τα οποία της εξασφαλίζουν μια ξεχωριστή θέση: 1. προκλήθηκε από την αναλυτική κατάσταση· 2. κλιμακώθηκε μέσω της αντίστασης που διέπει αυτή την κατάσταση· και 3. στερείται σε μεγάλο βαθμό της μέριμνας για την πραγματικότητα, είναι λιγότερο συνετή, πιο αδιάφορη για τις συνέπειές της, πιο τυφλή ως προς την εκτίμηση του αγαπημένου προσώπου απ’ ό,τι πρόθυμα αναγνωρίζουμε στην περίπτωση ενός φυσιολογικού έρωτα. Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά που αποκλίνουν από τον κανόνα συνιστούν το ουσιώδες μιας ερωτικής κατάστασης.' Σίγκμουντ Φρόιντ, 'Για τη Δυναµική της Μεταβίβασης', Για τη Δυναµική της Μεταβίβασης. Παρατηρήσεις για τον Έρωτα Μεταβίβασης, μτφρ. Γιώργος Σαγκριώτης, εκδ. Πλέθρον