προγραφές

Εξώφυλλο: Γιώργος Χειμωνάς, Αγάπη σαν Ακολασία

'ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΝΟΙΚΙΑΣΑ. ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ μεγαλοπρεπῆ σταθμὸ Lyon ἐκατοικοῦσα κλεισμένος. Ἤταν ἕνα πολὺ μεγάλο διαμέρισμα τῆς ἐποχῆς Haussmann. Ὑψηλὰ τζάμια περίτεχνων μαρμάρων καὶ οἱ ὠχροὶ καθρέφτες. Ἔφθαναν μέχρι τὴν ἀνάγλυφη ὀροφὴ ἔλαμπαν στὴν ὁμίχλη τῶν ἀπέραντων δωματίων. Τὸ παιδί μου ἦταν συνέχεια ἄρρωστο. Τρεῖς μέρες ἐκοιμόταν συνέχεια. Δάκρυζα κι ἔβλεπα συνέχεια τὸ ἀκίνητο καστανὸ κεφαλάκι του. Ξαφνικὰ βγῆκα στὸν διάδρομο. Ἐκεὶ ἀναγνώρισα καὶ μὲ περιμέναν. Βουβὲς κι ἀσάλευτες μέσα στὸ ἡμίφως. Ἐπάνω στὸ βαθυκόκκινο βελοῦδο ποὺ ἐσκέπαζε τὰ πάντα. Δύο μεγάλες βαλίτσες δεμένες καὶ δίπλα τους οἱ δύο γυναῖκες. Σὰν ἀκουμπισμένες πάνω σ’ ἕνα ἀκίνητο ταξίδι. Ἡ Κυρία Δ. καὶ ἡ κόρη της Εἰρήνη. Φαίνεται μὲ εἶχαν ἀκολουθήσει. Πρὶν δύο μέρες εἲχαν φθάσει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πέρασαν ἐκεῖ. Ὄρθιες στὸν διάδρομο. Ἕτρεμαν ἀπὸ τὴν κακουχία καὶ ἡ Κυρία Δ. λέει μὲ ψιθυριστὴ φωνὴ καὶ μ’ ἕναν λυγμὸ πῶς νὰ σοῦ ζητήσω συγγνώμη ἀλλὰ τί φταῖς ἐσύ. Ἐσύ. Ἐσύ φώναξε μὲ ξαφνικὴ ἀπόγνωση. Εἶμαι ἐξαιρετικά. Θυμωμένη φώναξε δυνατὰ τρέμω ὁλόκληρη ἀπὸ θυμὸ ἔχω μέρες. Νὰ γείρω τὸ κεφάλι μου ἀπὸ τὸν θυμό. Ποῦ μᾶς παρέσυρες δὲν θὰ σᾶς συγχωρήσω ποτὲ σὲ τὶ κόλαση ντροπῆς καὶ ἀπελπισίας μᾶς παρασύρατε ποῦ ξανακούστηκε μάνα καὶ κόρη. Ἐρωτευμένες μαζί σας ἄς πέθαινα κοίτα την! λυπήσου την! μάλωσέ την! πὲς της! τὴν ψυχή μου! τὴν ζωή μου! ἔδειχνε στάζοντας τὴν κόρη της. Νεαρὴ γυναίκα εἴκοσι χρονῶν ἀλλὰ θρήσκα. Κρατοῦσε ἀκόμα τὸ ἄσπρο της πρησμένο πρόσωπο τοῦ κοριτσιοῦ. Μὲ μιὰν ἐξιδανικευμένη ἐμπάθεια ταγμένη στὰ θεῖα. Πάντα ἐντυνόταν στὰ μαῦρα. Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ τὴν εἲδα ἔσκυβε. Μὲ μιὰ λύπη καὶ μ’ ἕναν πένθιμο ἡρωισμό. Εἶπε μὲ ἄϋπνη κούραση βαρειὰ ἀπὸ χθὲς εἶμαι ἁγία. Ἦταν ἡ ὥρα ἕξι τὸ πρωὶ καὶ ἕνα φῶς βεράντας ἄναψε ἀπέναντι. Ἀπὸ τὸ σπίτι μας κι ἀπο ἐκείνη τὴν στιγμή κατάλαβα. Ὅτι εἶμαι ἁγία. Τώρα ἐκεῖ στὸν διάδρομο τὴν ἔβλεπα νὰ μὲ κοιτάζει. Νυσταγμένη ταλαντευόταν καὶ δὲν μὲ ἄφηνε ἀπὸ τὰ μάτια της. Σχεδὸν γυμνὴ ὅπως φανταζόταν πὼς ντύνονταν οἱ πόρνες. Ἕνα κοντὸ φόρεμα σὰν μαγιὸ ἀπὸ φανταχτερὸ πράσινο σατέν. Τὴν ἔσφιγγε καὶ πετάγονταν πρὸς τὰ ἔξω γυμνοὶ οἱ μαστοί της μὲ τὶς ρόδινες πλατειὲς θηλὲς κι ἀπὸ κάτω. Ἀπὸ μιὰν μπροστινὴ σχισμὴ ἐπρόβαλλε τὸ σκοτεινὸ αἰδοῖο της ἐγυάλιζε μέσα στὸ σούρουπο τοῦ διαδρόμου. Νεκρὸ σούροπο γιατὶ τὸ φῶς. Τελευταῖα τὸ φῶς μᾶς εἶχε παραδώσει. Ἐμᾶς μὴ μᾶς ὑπολογίζεις. Ἔτσι ποὺ τόσο σὲ ἀγαπᾶμε λέει ἡ Κυρία Δ. Τίποτα δὲν ὑπολογίσαμε κι ὅλα τὰ ἀφήσαμε. Τὴν οἰκογένειά μας κι ὅλους κι ὅλα τὰ ἀφήσαμε κι ἤρθαμε. Εἶσαι ἡ ζωὴ μας εἶπε μὲ μιὰν ὑπερβολικὴ καὶ προκλητικὴ ἀφοσίωση μὲ μιὰν ἀνεξικακία προκλητικὴ. Τὴν ραγισμένη ἀξιοπρέπεια τῶν ὑβρισμένων αἰσθημάτων. Ἔσπασε τὸ κλάμα ποὺ τόσον καιρὸ ἐκρατοῦσα μὴν κλαῖς μικρούλη λέει ἡ Εἰρήνη παιδικὰ καὶ μοῦ χάϊδευε τὸ κεφάλι. Τὴν τρυφερότητα τοῦ χαδιοῦ τὴν ἐσκλήρυνε ἡ ἀδεξιότητα τῆς κίνησής της. Ἄκαμπτο τὸ χέρι της κουνιόταν ἀπὸ τὸν ὦμο καὶ πηγαινοερχόταν ρυθμικὰ καὶ αὐστηρᾶ πάνω στὸ κεφάλι μου. Ἔτσι τὸ στοργικὸ της ἀκούμπημα ἔγινε μηχανικὸ κι ἀφηρημένο καὶ βάραινε ἐπάνω στὰ μαλλιά μου. Τί φοβερὰ πράγματα σὲ περιμένουν μικρούλη λέει ἡ Εἰρήνη. Εἶπε μὲ μιὰ συμπόνια προσποιητὴ καὶ ὄχι ἐπειδὴ εἶχε κακία γιὰ μένα. Ἀλλὰ εἶχε ὁριστικὰ χάσει κάθε φυσικότητα μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ προσποίηση ἦταν πια ὁ μοναδικός της τρόπος νὰ φέρεται πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ὡστόσο κάτι σὰν διασκέδαση παιγνίδιζε στὸ βάθος τῆς σκέψης της.'

Γιώργος Χειμωνάς, Αγάπη σαν Ακολασία, εκδ. Κριτική

Εξώφυλλο: Ταχάρ Μπεν Ζελούν, Ημέρα Σιωπής στην Ταγγέρη

'Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου ξεγελασμένου από τον άνεμο, λησμονημένου από το χρόνο και καταφρονημένου από το θάνατο.

Ο άνεμος καταφθάνει από τα ανατολικά, στην πόλη όπου ο Ατλαντικός συναντά τη Μεσόγειο, μια πόλη καμωμένη από λόφους, τυλιγμένη με μύθους, ένα γλυκό και άπιαστο όνειρο.

Ο χρόνος ξεκινάει μαζί με τον αιώνα μας ή σχεδόν. Σχηματίζει ένα τρίγωνο μέσα στον ιδιαίτερο χώρο αυτού του ανθρώπου που, από πολύ νωρίς - δώδεκα ή δεκατριών χρονών - εγκατέλειψε τη Φεζ για να πάει να δουλέψει στο Ριφ, το Ναντόρ και τη Μελίνα, ξαναγύρισε στη Φεζ στον καιρό του πολέμου και, στα χρόνια του πενήντα, μετανάστευσε με τη μικρή του οικογένεια στην Ταγγέρη, την πόλη του πορθμού, όπου βασιλεύουν ο άνεμος, η ακινησία και η αχαριστία.

Ο θάνατος είναι ένα αγγείο που το μεταφέρουν χέρια νεαρών κοριτσιών, μήτε άσχημων μήτε ωραίων, που περιδιαβαίνουν σ’ ένα ερειπωμένο σπίτι, κάτω από το σκεπτικό και δύσπιστο βλέμμα εκείνου, που με χέρι σταθερό, αποδιώχνει αυτή την εικόνα.

Για την ώρα, είναι ξαπλωμένος και πλήττει. Θα ’θελε να βγει, να διασχίσει το κομμάτι της πόλης, να σταματήσει στο Μεγάλο Παζάρι να αγοράσει ψωμί, να ανοίξει το μαγαζί του και να ξαναρχίσει να κόβει κελεμπίες από το μεγάλο τόπι του άσπρου υφάσματος. Αλλά η βρογχίτιδα τον κρατά καρφωμένο στο κρεβάτι, και ο φορτωμένος με βροχή ανατολικός άνεμος είναι πιο αποθαρρυντικός από τις συμβουλές του γιατρού. Το σπίτι είναι κρύο. Η υγρασία σχεδιάζει πρασινωπές γραμμές μούχλας στους τοίχους. Η άχνη στα τζάμια των παραθύρων σταλάζει πάνω στα ξύλινα πλαίσια που σαπίζουν αργά αργά.

Κουκουλωμένος μέσα σ’ ένα μπουρνούζι και μια μάλλινη κουβέρτα, σκέφτεται, μισοκοιμάται, ακούει τη βροχή και δεν ξέρει πια τι να κάνει μέσα σ’ αυτό το κρεβάτι που ’χει πια τόσο γουβιάσει από το κορμί του ώστε κατέληξε να γίνει μια καταπακτή που αργά ή γρήγορα θα ανοιχθεί προς τη μαύρη και υγρή γη. Το κρεβάτι, αυτόν τον φυλάει και τον συγκρατεί. Όταν σηκώνεται, τρέμει ολόκληρος και μόλις που κρατιέται στα πόδια του. Ξαπλώνει και πάλι και αναθυμάται το βουνίσιο δρόμο Αλ Χουσέιμα που τον ανέβαινε μ’ ένα σάκο στην πλάτη τουλάχιστον είκοσι κιλά βαρύ. Τότε ήταν ένας νεαρός που αναγκάστηκε να δουλέψει από πολύ νωρίς ύστερα από το θάνατο του πατέρα του, που εγκατέλειψε μια δεκαριά παιδιά δίχως κανένα εισόδημα, σ’ ένα παλιό σπίτι της μεντίνα της Φεζ. Αυτή η ανάμνηση τον πονάει, αλλά νιώθει περήφανος γι’ αυτήν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, έμαθε την περηφάνια και κατάλαβε πως η ανάγκη «να τα βγάζεις πέρα ολομόναχος» δεν είναι μια κατάρα.

Αυτό το συνεχές αναμάσημα των περασμένων είναι πληκτικό, πληκτικό σαν τον άσπρο ουρανό που μπορεί να τον διακρίνει λιγάκι, σαν αυτόν τον άνεμο που τον ακούει να φυσάει και να βροντά τις πόρτες.'

Ταχάρ Μπεν Ζελούν, Ημέρα Σιωπής στην Ταγγέρη, μτφρ. Λόισκα Αβαγιανού, εκδ. Αστάρτη

Εξώφυλλο: Ιμάνουελ Καντ, Η Έννοια του Αρνητικού Μεγέθους στη Φιλοσοφία

'Η έννοια της πραγματικής αντίθεσης έχει χρήσιμη εφαρμογή και στην πρακτική φιλοσοφία. Το ελάττωμα (demetitum) δεν είναι απλώς και μόνο μια άρνηση, αλλά μια αρνητική αρετή (meritum negativum). Το ελάττωμα λαμβάνει χώρα μόνο εφόσον υπάρχει σε ένα ον ένας εσωτερικός νόμος (είτε απλώς η συνείδηση, είτε η συνείδηση ενός θετικού νόμου) τον οποίον παραβιάζει. Αυτός ο εσωτερικός νόμος είναι θετικός λόγος μιας αγαθής πράξης, και για τούτο η συνέπεια δεν μπορεί παρά να είναι μηδέν, αφού εκείνη που θα προέκυπτε μόνο από τη συνείδηση του νόμου έχει αρθεί. Πρόκειται επομένως για μια στέρηση, για μια πραγματική εντίθεση, και όχι απλώς για μια έλλειψη. Και τούτο δεν αφορά μόνο τα σφάλματα ενέργειας (demerita commisions), αλλά και τα σφάλματα παράλειψης (demetrita ommisionis). Το ζώο που στερείται Λόγου δεν αναπτύσσει καμία αρετή. Η παράλειψη όμως αυτή δεν αποτελεί ελάττωμα (demeritum). Διότι δεν υπάρχει καμία παραβίαση ενός εσωτερικού νόμου. Το ζώο δεν ωθείται σε αγαθές πράξεις από κάποιο εσωτερικό ηθικό αίσθημα, και επομένως το μηδέν, ή η παράλειψη, δεν προσδιορίζεται ως συνέπεια μιας αντίστασης στον ηθκό νόμο, ή μιας αντιρρόπησης. Πρόκειται λοιπόν για μια άρνηση, ελλείψει θετικού λόγου, και όχι για μια στέρηση. Αντίθετα, ο άνθρωπος που εγκαταλείπει έναν άλλον στην απελπισία του, καίτοι μπορούσε εύκολα να τον βοηθήσει, αφουγκράζεται μέσα του τον θετικό νόμο της φιλαλληλίας· και αυτός ο νόμος πρέπει να υπερισχύσει. Άρα χρειάζεται μια πραγματική εσωτερική ενέργεια βάσει κινήτρων, προκειμένου η παράλειψη να είναι δυνατή. Αυτό το μηδέν είναι η συνέπεια μιας πραγματικής αντίθεσης. Ορισμένοι άνθρωποι αισθάνονται πράγματι λύπη στην αρχή, όταν παραλείπουν να πράξουν το αγαθό, στο οποίο τείνουν από ένα ενδιάθετο θετικό κίνητρο· η συνήθεια όμως τα απαλύνει όλα και η υπόθεση περνά εν τέλει σχεδόν απαρατήρητη. Συνεπώς τα αμάρτηματα ενέργειας δεν διαφέρουν από ηθική άποψη από τα αμαρτήματα παράλειψης ως προς το είδος, αλλά μόνο ως προς το μέγεθος. Από φυσική άποψη, δηλαδή σύμφωνα με τις εξωτερικές συνέπειες, διαφέρουν ως προς το είδος. Όποιος δεν πορίζεται τίποτε, υφίσταται τη δοκιμασία της έλλειψης, όποιος πέφτει θύμα κλοπής, τη δοκιμασία της αποστέρησης. Σε ό,τι αφορά όμως την ηθική κατάσταση εκείνου που διαπράττει ένα αμαρτημα παράλειψης, το αμάρτημα ενέργειας απαιτεί απλώς έναν υψηλότερο βαθμό πράξης. Όπως το αντίβαρο του μοχλού εφαρμόζει μια πραγμαιτκή δύναμη απλώς για να κρατά το φορτίο ακίνητο, και αρκεί μια οποιαδήποτε αύξηση του βάρους για να το θέσει σε κίνηση από την άλλη πλευρά· έτσι και εκείνος που δεν πληρώνει τα χρέη του, θα καταφύγει σε ορισμένες περιπτώσεις στην απάτη για να αποκομίσει κέρδος, και εκείνος που δεν προσφέρει τη βοήθειά του όταν μπορεί, θα οδηγήσει τους άλλους στην καταστροφή, μόλις αυξηθούν τα κίνητρά του. Αγάπη και μη αγάπη: η μία είναι το αντιφατικώς αντίθετο της άλλης. Η μη αγάπη είναι μια αληθινή άρνηση· από την άποψη όμως της συνείδησης μιας υποχρέωσης να αγαπούμε, η άρνηση αυτή είναι δυνατή μόνο μέσω μιας πραγματικής αντίθεσης, επομένως μόνο ως στέρηση. Σ’ αυτή την περίπτωση, η μη αγάπη και το μίσος διαφέρουν μόνο ως προς τον βαθμό. Όλες οι παραλείψεις οι οποίες είναι ηθικές ατέλειες, αλλά όχι αμαρτήματα παράλειψης, είναι απλώς αρνήσεις μιας ορισμένης αρετής, και όχι στερήσεις ή ελαττώματα· όπως οι ατέλειες των αγίων και τα σφάλματα των ευγενικών ψυχών. Εκείνο που λείπει είναι ένας μεγαλύτερος βαθμός τελειότητας· και η ατέλεια δεν αποτελεί μια εκδήλωση αντενέργειας.'

Ιμάνουελ Καντ, Η Έννοια του Αρνητικού Μεγέθους στη Φιλοσοφία, μτφρ. Χάρης Τασάκος, εκδ. Printa

Εξώφυλλο: Κομπάγιασι Ίσα, Διακόσια Εξήντα Επτά Χάικου

Δροσερή αύρα —
Ενός ονείρου
το μακρύ πέρασμα.

*

Στον ίδιο ρυθμό
οι ψαλμοί
και το χαλάζι.

*

Τα πρόσωπα
σε χάση
πριν απ’ το φεγγαρι.

*

Στη λάσπη πάνε
σχεδόν όλα τα άνθη
της κερασιάς.

*

Το γέρικο σκυλί ξέρει
τον δρόμο
για τους τάφους.

*

Στο μνήμα της φέρνει
ο άνεμος άνθη που
της άρεσε να μαζεύει.

*

Μόνο όταν γράφεις
για σένα
είναι τέχνη.

Κομπάγιασι Ίσα, Διακόσια Εξήντα Επτά Χάικου, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Κουκούτσι

* * *

'Στο χάικου το διανοητικό στοιχείο είναι τόσο απόλυτα συγχωνευμένο με το διαισθητικό που καμία πιθανή ανάλυση δεν θα μπορούσε να τα διαχωρίσει. Ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει το χάικου άκοπα, δίχως την παραμικρή προσπάθεια, μόνο με το διανοητικό ένστικτο. Ουσιαστικά πρόκειται για την αντίληψη ενός γεγονότος που δημιουργεί ακαριαία εσωτερική δράση, περιεχόμενο, μέσω της συνειδητοποίησης της δικής μας ένωσης μαζί του. Η όλη διαδικασία καταλήγει στην ικανοποίηση της επανένωσης του εαυτού μας με τα πράγματα, με το Όλον. Η εμπειρία ενός χάικου αφορά το άφατο του κενού και τον υπερβατικό χώρο που μας παραχωρεί να γεμίσουμε μέσα του. Τα πράγματα είναι των εαυτών τους σύμβολα και όλα τα σύμβολα συνιστούν το Ένα.'

'Η αυτόδηλη αρχή που διέπει ολικά το χάικου, είναι το ζεν, εντός και εκτός βουδισμού. Κατά τη ζενική αντίληψη, η αξία και αλήθεια κάθε πράγματος βρίσκεται στο κενό του — όπως ακριβώς η χρηστικότητα ενός δοχείου. Χωρίς το ζεν δεν θα μπορούσε να υπάρξει το χάικου. Το χάικου είναι η απόλυτη καλλιτεχνική έκφραση του ζεν, γιατί συλλαμβάνει το ακαριαίο, το παροδικό, τη μοναδική στιγμή της σύγκρουσής του με το αιώνιο.'

Γιάννης Λειβαδάς, από το 'Επίμετρο' της έκδοσης

'Η αναπαράσταση της βίας λοιπόν, η αναπαράσταση γεγονότων που έχουν καταγραφεί ως βία, δεν μπορεί κατά τη γνώμη μας να είναι αδιάφορη απέναντι στους λόγους που κάνουν τη βία να συνεχίζει να υπάρχει, και η οποία, πέρα από τις υλικές της διαστάσεις, οφείλεται σε μία αστοχία του λόγου. Μία αστοχία ή ανεπάρκεια του λόγου, η οποία όπως φάνηκε και μέσω της ανάλυσης, ο Levinas προσπαθεί να αντισταθμίσει, μέσω μιας ηθικής της ηθικής, με τον νόμο του προσώπου και την κλήτευση στην ευθύνη για τον άλλον άνθρωπο, όπως επιχειρεί αντίστοιχα, ο Adorno, μέσω του αισθητικού στοχασμού.
Βέβαια, η αστοχία ή η ανεπάρκεια του λόγου δεν ισοδυναμεί με την πλήρη αδυναμία του λόγου. Η υπενθύμιση της ύπαρξης ενός άλλου το οποίο είναι μη αναγώγιμο στο ίδιο και ωστόσο κάθε άλλο παρά αμελητέο, συμβάλλει κατά τη γνώμη μας, περισσότερο σε μία διορθωτική και επιφυλακτική απέναντι στο ίδιο και λιγότερο σε μια παραλυτική απροσδιοριστία μέσα από την επαφή με τον άλλο. Η έμφαση στο άλλο, μέσα από την οπτική μιας φιλοσοφίας της ετερότητας στο πρότυπο που θέτει ο Levinas, αναδεικνύει ποιότητες, οι οποίες μέσω της επαφής με το άλλο μπορούν να εμπλουτίσουν το ίδιο, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την αφομοίωση του άλλου στο ίδιο.
Η αυτοϋπονόμευση λοιπόν, είναι μία πράξη σεβασμού απέναντι στο άλλο, αλλά και μία πράξη αποδοχής και διάνοιξης. Μέσα από αυτό το πρίσμα και σε σχέση με την προβληματική μας, ο Ποιητής καλείται να αναγνωρίσει και να διερευνήσει τα όριά του στην προσέγγιση του άλλου, τόσο στο ίδιο όσο και στο άλλο, τόσο στο άλλο που υπάρχει στον ίδιο του τον εαυτό, όσο και στο άλλο που υπάρχει στον άλλο άνθρωπο. Ο Ποιητής μέσα από αυτό το πρίσμα, θέτοντας επί σκηνής σώματα τα οποία έχουν συγκεκριμένους ιστορικούς προσδιορισμούς, λιγότερο ή περισσότερο εμφανείς, αναλαμβάνει ένα αδύνατο έργο δικαιοσύνης.'

Θωμάς Συμεωνίδης, από το δοκίμιο 'Από την Αναπαράσταση της Βίας στη Βία της Αναπαράστασης. Σκέψεις με Αφορμή τη Σκέψη του Emmanuel Levinas' από το Μεταμοντέρνο Σώμα: Οι Αναπαραστάσεις του Σώματος στη Σύγχρονη Τέχνη (μαζί με τους Μαρία Γιαγιάννου, Γιώργο Λαμπράκο και Δημήτρη Νάκο), εκδ. Γαβριηλίδης

Εξώφυλλο: Κλαρίσε Λισπέκτορ, Η Ώρα του Αστεριού

'Φαινόταν ξεκάθαρα πως ήταν ζωντανή από το σταθερό τρεμόπαιγμα των μεγάλων ματιών, από το αδύνατο στήθος που υψωνόταν και κατέβαινε με μια ίσως δύσκολη ανάσα. Ποιος ξέρει όμως αν δεν είχε ανάγκη να πεθάνει; Γιατί είναι κάτι ώρες που ο άνθρωπος έχει ανάγκη έναν τοσοδούλη θάνατο και ούτε που το ξέρει. Όσο για μένα, αντικαθιστώ την πράξη του θανάτου με το σύμβολό του. Σύμβολο που μπορεί να συνοψιστεί σ’ ένα βαθύ φιλί, όχι όμως στον τραχύ τοίχο αλλά στόμα με στόμα στην αγωνία της ηδονής που είναι ο θάνατος. Εγώ, που συμβολικά πεθαίνω ξανά και ξανά μόνο και μόνο για την εμπειρία της ανάστασης. […]
Προς το παρόν η Μακκαμπέα δεν ήταν παρά διάχυτο αίσθημα στα βρώμικα λιθόστρωτα. Θα μπορούσα να την αφήσω στο δρόμο και απλώς να μην ολοκληρώσω την ιστορία. Όχι όμως: θα πάω ως εκεί που ο αέρας σώνεται, θα πάω ως εκεί που η μεγάλη θύελλα κοπάζει ουρλιάζοντας, θα πάω ως εκεί που το κενό κάνει καμπύλη, θα πάω όπου με οδηγήσει η ανάσα μου. Θα με οδηγήσει άραγε η ανάσα μου στον Θεό; Είμαι τόσο αγνός που τίποτα δεν ξέρω. Ένα μόνο ξέρω: δεν πρέπει να δείχνω έλεος στο Θεό. Ή πρέπει;
Ήταν τόσο ζωντανή που αργοσάλεψε και βόλεψε το σώμα σε θέση εμβρύου. […] Αγκαλιαζόταν μόνη της με τη λαχτάρα του γλυκού τίποτα. Ήταν καταραμένη και δεν ήξερε. Κρεμόταν από μια λεπτότατη κλωστή συνείδησης και νοερά επαναλάμβανε ασταμάτητα: εγώ είμαι, εγώ είμαι, εγώ είμαι. Ποια ήταν, αυτό ήταν που δεν ήξερε. Είχε πάει να γυρέψει στα ίδια τα βαθιά και μαύρα ενδόμυχα του εαυτού της την πνοή της ζωής που ο Θεός μας δίνει.
Τότε ─ξαπλωμένη εκεί─ γνώρισε μια υπέρτατη υγρή ευτυχία, για ήταν γεννημένη για την αγκαλιά του θανάτου.[…] Θα έλεγε αντίο στον εαυτό της; Νομίζω πως δε θα πεθάνει γιατί έχει τόση λαχτάρα για ζωή. Και υπήρχε κάτι αισθησιακό στο πώς είχε κουλουριαστεί. Ή μήπως είναι γιατί ο προ-θάνατος μοιάζει με έντονη αισθησιακή ανησυχία; Γιατί η όψη της θύμιζε μορφασμό πόθου. Τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές και αν δεν πεθάνει τώρα βρίσκεται όπως εμείς στις παραμονές του θανάτου, συγχωρέστε μου που σας το θυμίζω γιατί εμένα δε μου συγχωρώ την ενόραση.
Μια γεύση απαλή, ανατριχιαστική, παγερή και οξεία όπως στον έρωτα. Άραγε είναι αυτή η χάρις που εσείς λέτε Θεό; Ναι; Αν πέθαινε, στο θάνατο θα γινόταν από παρθένα γυναίκα. […] Ο αγώνας της να ζήσει έμοιαζε με κάτι που, αν ποτέ δεν το είχε δοκιμάσει, καθότι παρθένα, το διαισθανόταν τουλάχιστον, εφόσον τώρα μόνο καταλάβαινε πως η γυναίκα γεννιέται γυναίκα από το πρώτο πρώτο κλάμα. Μοίρα της γυναίκας είναι να είναι γυναίκα. Διαισθανόταν τη σχεδόν επώδυνη και βουερή στιγμή της ερωτικής παραζάλης. Ναι, οδυνηρή επανάνθηση τόσο δύσκολη που εκείνη της δινόταν με το σώμα και το άλλο πράγμα που εσείς λέτε ψυχή κι εγώ το λέω─ τι;
Τότε η Μακκαμπέα είπε μια φράση που κανένας από τους περαστικούς δεν κατάλαβε. Είπε αργά και καθαρά:
-Ως προς το μέλλον.
[…] Τι είναι αυτό που βλέπω τώρα και που με τρομάζει; Βλέπω πως ξέρασε λίγο αίμα, ευρύς σπασμός, τα ενδόμυχα ν’ αγγίζουν επιτέλους τα ενδόμυχα: νίκη!
Και τότε─ τότε ο αιφνίδιος ρόγχος ενός γλάρου, ξάφνου ο αδηφάγος αετός να υψώνει πέρα στους αέρηδες τον τρυφερό αμνό, το λείο γατί να κατασπαράζει ένα τυχαίο βρωμερό ποντίκι, η ζωή τρώει τη ζωή.'

Κλαρίσε Λισπέκτορ, Η Ώρα του Αστεριού, μτφρ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, εκδ. Αντίποδες

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑