Τα κορίτσια του Φλόρες έχουν μάτια γλυκά σαν τα ζαχαρωμένα αμύγδαλα της Confiteria del Molino, και φορούν μεταξωτούς φιόγκους που γεύονται τους γλουτούς φτερουγίζοντας σαν πεταλούδες.
Τα κορίτσια του Φλόρες κάνουν βόλτα αγκαζέ, για να μοιραστούν την αναστάτωσή τους, κι αν κάποιος τις κοιτάξει κατάματα, σφίγγουν τα πόδια από φόβο ότι το φύλο τους θα πέσει στο πεζοδρόμιο.
Όταν σουρουπώνει, όλες τους κρεμούν τα άγουρα στήθη τους στα σιδερένια κλαδιά των μπαλκονιών, ώστα τα φουστάνια τους να κοκκινίσουν όταν τις νιώσουν γυμνές, και τη νύχτα, ρυμουλκούμενες από τις μαμάδες τους –σημαιοστολισμένες σαν φρεγάτες– βγαίνουν βόλτα στην πλατεία, για να εκσπερματώσουν οι άντρες λόγια στο αφτί τους και οι φωσφορίζουσες θηλές τους να αναβοσβήσουν σαν πυγολαμπίδες.
Τα κορίτσια του Φλόρες ζουν με την αγωνία μην τυχόν σαπίσουν οι γλουτοί τους σαν πολυκαιρισμένα μήλα, και ο πόθος των ανδρών τις πνίγει τόσο που κάποιες φορές θα ήθελαν να απαλλαγούν απ’ αυτόν όπως από έναν κορσέ, μιας και δεν έχουν το κουράγιο να κόψουν το κορμί τους κομματάκια και να το πετάξουν σε όσους περνούν απ’ το πεζοδρόμιο.
Μπουένος Άιρες, Οκτώβριος 1920
Ολιβέριο Χιρόντο, Είκοσι Ποιήματα για να Διαβαστούν στο Τραμ, επιμέλεια μετάφρασης: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Σαιξπηρικόν
Frame grab from Harmony Korine’s Gummo (1997)
'Διαισθάνεται κανείς ότι σε κάθε μεταφορά ενυπάρχει κάτι υπόρρητο που την καθιστά προνομιακό ρητορικό μέσο σε σχέση με την ομοφωνία, στις περιπτώσεις όπου η μονοσημαντότητα δεν έχει επιτευχθεί ή είναι αδύνατη. Η διεργασία της γνώσης έχει τίμημα. Το να ορίζει κανείς το χρόνο ως αυτό που μετριέται με ένα ρολόι μοιάζει εύλογο και είναι ένας εξαιρετικά πραγματιστικός τρόπος για την αποφυγή των διαφωνιών. Αλλά αυτό είναι ό,τι έχουμε όλο κι όλο καταφέρει από τότε που ξεκινήσαμε να ρωτάμε τι είναι χρόνος; Η θέση ότι ο χρόνος δεν είναι συλλογιστική έννοια αποτελεί μια αμυντική κίνηση που επιτρέπει στον Καντ να υπερβεί τον απόλυτο νευτώνειο χρόνο και να τον μετατρέψει σε a priori μορφή της εσωτερικής αίσθησης. Όταν όμως ο Καντ εισάγει τον χρονικό καθορισμό στο επιχείρημά του για την «ανασκευή του ιδεαλισμού», στη δεύτερη έκδοση της Κριτικής του καθαρού Λόγου, καθίσταται σαφές ότι και γι’ αυτόν η εποπτεία του χρόνου στηρίζεται στη μεταφορά του χώρου, η οποία δεν μπορεί να απαλειφθεί. Το γεγονός αυτό ενδεχομένως να σχετίζεται με τον τρόπο που λειτουργεί ο εγκέφαλος, στον οποίο οι λειτουργίες που σχετίζονται με την παράσταση του χώρου είναι γενετικά προγενέστερες των αντίστοιχων της παράστασης του χρόνου. Στην περίπτωση αυτή, εξακολουθεί άραγε να αποτελεί αναγκαία μεταφορά η παράσταση του fluxus temporis, της ροής του χρόνου; Μήπως το γεγονός ότι η απόλυτη μεταφορά της ροής του χρησιμοποιείται αφενός για τη συνείδηση και αφετέρου για τη συγκρότηση του χρόνου είναι ο καθοδηγητικός μίτος που επιτρέπει στη φαινομενολογία να εξηγήσει το χρόνο ως την πρωταρχική δομή της συνείδησης; Μήπως η εφαρμογή της αρχής διατήρησης της ουσίας στον συγκεκριμένο μεταφορικό τύπο είναι αυτή που επιτρέπει το επόμενο βήμα, το οποίο αποτόλμησε ο Όττο Λίμπμαν (Otto Liebmann) και συνίσταται στο να «φανταζόμαστε» το εγώ ως «τη γαλήνια ακτή, ή μάλλον το στέρεο νησί στο οποίο εκβάλλει η ροή των γεγονότων, ο fluxus temporis»; Τέλος, ας θυμηθούμε ότι ιστορικά η μεταφορά της ροής του χρόνου χρησιμοποιήθηκε αποδομητικά από τον Φράνσις Μπαίηκον, από αυτό το ρεύμα, έφτασε μέχρι τη θέση που βρισκόμαστε επί του παρόντος μόνο ό,τι ήταν αρκετά ελαφρύ για να μη βυθιστεί στο ποτάμι· προφανής μεταφορά για την αποτυχία της παράδοσης έναντι του βάρους της αλήθειας.'
Χανς Μπλούμενμπεργκ, Ναυάγιο με Θεατή, μτφρ. Θοδωρής Δρίτσας, εκδ. Αντίποδες
'Κανείς αντριωμένος δεν το θέλει με δόλο να χτυπήσει τον εχθρό του· πηγαίνει στ᾽ ανοιχτά, στήθος με στήθος. Αυτόν που λες πως κρύφιες στήνει ενέδρες σαν κλέφτης και σοφίζεται καρτέρια, θα πιάσω ζωντανό και μπρος στις πύλες θ᾽ αφήσω σουβλισμένο να τον φάνε τα όρνια. Γιατί όποιος κλέβει ανόσια τους ναούς των θεών κι αρπάζει ολούθε, τέτοιος μονάχα θάνατος του πρέπει.'
'— Είναι μεγάλη ιστορία, είπε, για να σου τη διηγηθώ, αλλά θα σου την πω. Όταν λοιπόν γεννήθηκε η Αφροδίτη, έτρωγαν οι θεοί, και μαζί τους κι ο γιος της Μήτιδος, ο Πόρος. Αφού δείπνησαν, έφτασε η Πενία, για να ζητιανέψει σ᾽ αυτό το τόσο μεγάλο φαγοπότι, και στεκόταν στην πόρτα. Ο Πόρος λοιπόν, μεθυσμένος από το νέκταρ (γιατί το κρασί δεν υπήρχε ακόμα), μπήκε στον κήπο του Δία και βαρύς από το πιοτό αποκοιμήθηκε. Η Πενία τότε, επειδή ακριβώς ήταν άπορη, σκέφτηκε να κάνει παιδί από τον Πόρο. Ξάπλωσε λοιπόν κοντά του και γέννησε τον Έρωτα. Γι᾽ αυτό και έγινε ακόλουθος και υπηρέτης της Αφροδίτης ο Έρωτας, επειδή γεννήθηκε στα γενέθλιά της και επειδή συγχρόνως είναι και από τη φύση του εραστής του ωραίου, και είναι και η Αφροδίτη ωραία. Όντας λοιπόν γιος του Πόρου και της Πενίας, ο Έρωτας βρίσκεται σ᾽ αυτή την κατάσταση. Πρώτα πρώτα είναι πάντοτε πένης, και καθόλου απαλός και ωραίος, όπως νομίζουν πολλοί, αλλά σκληρός και βρόμικος και ξυπόλυτος και άστεγος. Ξαπλώνει πάντοτε κατάχαμα και χωρίς στρώμα, κοιμάται στο ύπαθρο έξω από τις πόρτες και στους δρόμους, έχοντας τη φύση της μητέρας του, και παντοτινή σύντροφο την ένδεια. Από τον πατέρα του πάλι, κυνηγάει τα ωραία και τα καλά, όντας ανδρείος και ριψοκίνδυνος και ορμητικός, δεινός κυνηγός, μηχανευόμενος συνεχώς κάτι, παθιασμένος για γνώση και επινοητικός, φιλοσοφώντας ολόκληρη τη ζωή του, δεινός γητευτής και μάγος και σοφιστής. Και ούτε αθάνατος είναι από τη φύση του, ούτε θνητός· αλλά την ίδια μέρα πότε ανθεί και ζει, πότε πεθαίνει, και αναβιώνει και πάλι όταν τα καταφέρνει χάρη στη φύση του πατέρα του· κι εκείνο που αποκτάει, του φεύγει πάντοτε γρήγορα, ώστε ο Έρωτας δεν είναι ποτέ ούτε φτωχός ούτε πλούσιος. Βρίσκεται επίσης ανάμεσα στη σοφία και την αμάθεια. Κι αυτό γιατί συμβαίνει το εξής: από τους θεούς κανείς δεν φιλοσοφεί ούτε επιθυμεί να γίνει σοφός (αφού είναι), κι αν είναι και κανείς άλλος σοφός, δεν φιλοσοφεί· ούτε πάλι και οι αμαθείς φιλοσοφούν κι ούτε επιθυμούν να γίνουν σοφοί, γιατί αυτό ακριβώς είναι το κακό της αμάθειας, μη όντας κανείς ούτε ωραίος ούτε καλός ούτε σώφρων, να νομίζει ότι τα έχει όλα αυτά σε ικανοποιητικό βαθμό. Δεν επιθυμεί λοιπόν εκείνος που δεν πιστεύει ότι του λείπει κάτι εκείνο που δεν πιστεύει ότι του λείπει.'
Πλάτων, Συμπόσιον (ή περί Έρωτος), μτφρ. Ηλέκτρα Ανδρεάδη, εκδ. Κάκτος
Σάμουελ Μπέκετ, Πρώτος Έρωτας, μτφρ. Αχιλλέας Αλεξάνδρου, εκδ. Άγρα
'Όσο η σύγχρονη ψυχολογία διεισδύει στον εσωτερικό μηχανισμό του ανθρώπου, τόσο καθίσταται φανερό ότι η λειτουργία της βούλησης και γενικά του πνεύματος δεν είναι δημιουργική, αλλά απλώς διορθωτική. Η βούληση δεν κινεί, αλλά αναστέλλει τη μία ή την άλλη προ-βουλητική ορμή η οποία ανεβαίνει όπως ένα φυτό από το ψυχικό μας υπέδαφος. Η επέμβαση της βούλησης είναι, λοιπόν, αρνητική. Αν κάποτε μας φαίνεται ότι συμβαίνει το αντίθετο, είναι για τον εξής λόγο: καθώς οι τάσεις, οι ορέξεις, οι επιθυμίες μας περιπλέκονται, συμβαίνει η μία να επενεργεί πάνω στην άλλη σαν τροχοπέδη. Η βούληση, εξουδετερώνοντας αυτή την τροχοπέδη, επιτρέπει στην κλίση που πριν είχε συγκρατηθεί να εκφραστεί και να φανερωθεί πλήρως. Έτσι, η «βούλησή» μας φαίνεται να έχει μια ενεργητική δύναμη, ενώ επακριβώς έχει αφαιρέσει απλώς τους υδατοφράχτες που συγκρατούσαν την προϋπάρχουσα αυτή ορμή.'
'Ο έρωτας είναι ο πόθος της γενεσιουργίας μέσα στην ομορφιά - τίκτειν εν τω καλώ, έλεγε ο Πλάτων. Γενεσιουργία, δημιοργία του μέλλοντος. Ομορφιά, τέλεια ζωή. Ο έρωτας εννοεί την ενδόμυχη αποδοχή ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπινης ζωής, που μας φαίνεται η άριστη και που ένα άλλο πλάσμα ήδη την διαθέτει και μας την προτείνει.'
'Εφόσον ο έρωτας αποτελεί τόσο καθοριστική επιλογή, όπως υποθέτω, θα κατέχουμε μ’ αυτόν μία ratio cognoscendi [έναν τρόπο ειδέναι] και μια ratio essendi [έναν τρόπο είναι] του ατόμου. Μας χρησιμεύει ως κριτήριο και ως σημείο αναφοράς για να γνωρίσουμε την ηθική κρηπίδα, όπως τα πώματα από φελλό, σύμφωνα με την παρομοίωση του Αισχύλου, που επιπλέουν στο θαλάσσιο αφρό και δηλώνουν την παρουσία του διχτυού που ξύνει τον τραχύ πυθμένα. Επιπλέον, ενεργεί αιτιολογικά στη ζωή του ατόμου εφόσον φέρνει, στο πιο προσωπικό του κέντρο, άτομα ορισμένου τύπου ενώ αποκλείει άλλα. Ο έρωτας πλάθει έτσι την προσωπική μας μοίρα.'
Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασέτ, Η Επιλογή στον Έρωτα, μτφρ. Μαίρη Γεωργίου, εκδ. Ροές
Εμίλ Σιοράν, Εμίλ Σιοράν: Επιλογή από το De l’inconvénient d’être né, μτφρ. Αντώνης Καραβασίλης, εκδ. Στιγμή
'Αντιλαμβάνεται κανείς έναν τριαδικό ρυθμό, μία πρέπουσα ρυθμική ακολουθία, ίδια με την ανθρώπινη προφορά. Με το πέρασμα του χρόνου, αυτός ο τρομακτικός θόρυβος γίνεται το ίδιο αποδεκτός με τον ήχο ενός σιντριβανιού. Φέρνει κανείς στο μυαλό του έναν πίδακα νερού, γιατί είναι συμμετρικός, μεθοδικός, αδιάκοπος, μαθηματικός. Η μουσική των σφαιρών. Η ανάσα του κόσμου. Διακρίνω ολοκάθαρα τον κορσέ μιας γυναίκας που σείεται από γλυκιά αναστάτωση. Υψώνεται και πέφτει. Είναι σφαιρικός. Ισχυρός. Οραματίζομαι τη Γιγάντισσα του Μποντλέρ. Η ασημένια σφυρίχτρα. Ο συνταγματάρχης τινάζεται μπροστά με ανοιχτά χέρια. Είναι η ώρα που ξεκινά η στρατιωτική επιχείρηση.'
'Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί μια γενική καχυποψία απέναντι στην ίδια τη γλώσσα. Όχι μόνο από φιλοσοφικής άποψης, όπως διαφαίνεται στη χιλιοειπωμένη φράση του Ludwig Wittgenstein: «Η φιλοσοφία είναι η μάχη ενάντια στην εκμάγευση της νόησής μας από τη γλώσσα μας» [28]· αλλά και από λογοτεχνικής άποψης, όπως αφήνει να εννοηθεί ο Λόρδος Τσάντος (στην Επιστολή του Λόρδου Τσάντος προς τον Φράνσις Μπέικον του Hugo von Hofmannstahl) όταν λέει ότι οι λέξεις αποσυντίθεται στο στόμα του «σα μουχλιασμένα μανιτάρια» [15]. Είναι λοιπόν καθ’ όλα λογικό οι συγγραφείς να αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στις συνθήκες, στις δυνατότητες και στα όρια της εργασίας τους από όση κανονικά θα προϋπέθετε ένας τύπος επικοινωνίας, για τον οποίο η μορφή θα ήταν εξίσου σημαντική με το περιεχόμενο. Στον συλλογικό τόμο Pragmatics of Human Communication. A Study of Interactional Patterns, Pathologies and Paradoxes [Για μια πραγματιστική προσέγγιση της ανθρώπιινης επικοινωνίας] [24], ο Watzlawick και οι συνεργάτες του περιέγραψαν με ποιον τρόπο –και αυτό ισχύει για οποιοδήποτε είδος ανθρώπινης αλληλόδρασης– ο προσδιορισμός της σχέσης, με άλλα λόγια η επικοινωνία περί της επικοινωνίας αποκτά μεγαλύτερη σημασία ανάλογα με το πόσο «παθολογική» ή διενεκτική είναι η σχέση των επικοινωνούντων (σ. 50). Είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε αυτή την κατάσταση στις προβληματικές διαπροσωπικές σχέσεις: πράγματι, παρατηρούμε συχνά ότι οι μετέχοντες σε μια σχέση επικοινωνούν ελάχιστα σε επίπεδο περιεχομένου, ενώ καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους, ή έστω της ενέργειάς τους, σε αμοιβαίες εξηγήσεις (που μάλλον απευθύνουν και στον ίδιο τους τον εαυτό) αναφορικά με το τι σκέπτονται για τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μετα-επικοινωνία καταπνίγει την επικοινωνία· ακόμα και όταν διαπληκτίζονται για χρήματα ή οικιακά ζητήματα (με άλλα λόγια, όταν το περιεχόμενο είναι η αιτία του διαπληκτισμού), δεν πρόκειται παρά μονάχα για αφορμές, που έχουν ως στόχο να πυροδοτήσουν συγκρούσεις ενώ, σε τελική ανάλυση, ο καβγάς δεν γίνεται για τα χρήματα, κ.τ.λ. Απ’ ότι φαίνεται, το ίδιο ισχύει και στη λογοτεχνία: σε μια ορισμένη στιγμή της ιστορίας της, η εξιστόρηση μιας απλοϊκής μυθοπλασίας, η συγγραφή εύκολων θεατρικών έργων και η πίστη στο όργανο της γλώσσας αποδείχθηκαν ανεπαρκή για τους ευαίσθητους καλλιτέχνες. Επιπλέον, χάθηκε η εμπιστοσύνη τόσο στις παλαιές μορφές τέχνης όσο και στη σχέση με το κοινό, ενώ παράλληλα ακυρώθηκε το «συμβόλαιο» με τον αναγνώστη –με τον θεατή, στο θέατρο– στο οποίο ανέκαθεν προσέβλεπε ο συγγραφέας. Ο λόγος για όλα αυτά υπήρξε η ολική αναδιοργάνωση του κοινού, η απώλεια αυτο-εκτίμησης από την πλευρά του καλλιτέχνη και η εμφάνιση νέων μέσων, όπως η τηλεόραση και ο κινηματογράφος. Σε μια τέτοια εποχή, εν τω μέσω μιας τέτοιας αποσύνθεσης, ο συυγραφέας κειμένων μυθοπλασίας φάνταζε, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, ανίκανος να γράψει για οτιδήποτε άλλο παρά μονάχα για την ίδια τη γραφή, ή πιο συγκεκριμένα, για την αδυνατότητα του γράφειν, ελπίζοντας ότι, ακόμα και με αυτόν τον τρόπο, θα εξακολουθούσε να ασκεί το επάγγελμά του.'
Rolf Breuer, Η Αναστοχστικότητα στη Λογοτεχνία: Το Παράδειγμα της Τριλογίας του Sammel Beckett, μτφρ. Ρούλα Τσιτούρη, εκδ. Futura