προγραφές

Εξώφυλλο: Joris-Karl Huysmans, Against Nature: A New Translation by Margaret Mauldon

'However, those girls working in bars were as stupid, as self-seeking, as base, and as self-indulgent as the women who worked in brothels. Like the prostitutes, they drank without being thirsty, laughed without being amused, went into raptures over the caresses of a common labourer maligned one another, and scrapped with one another without the slightest provocation; in spite of that, the youth of Paris had never yet observed that, as regards beauty of form, skill of technique, and desirable attire, bermaids were clearly inferior to the women cooped up in the luxurious salons of brothels. "My God,' thought Des Esseintes, 'what fools these fellows are who hang round bars! Quite part from their idiotic illusions, they even manage to forget the risks associated with damaged or dubious merchandise, to no longer take into account the money spent on a lot of drinks the landlady charges for in advance, or the time wasted in waiting for goods whose delivery is deferred so as to enhance their value, or the endless shilly-shallying used to prompt and to promote the sport of tipping!"
This inane sentimentalism, combined with a fierce practicality, epitomized the dominant thinking of the century; those same individuals who would have blinded their neighbour for the sake of ten sous lost all their rationality, all their shrewdness when confronted by those shifty tavern girls who harassed them without mercy and extorted money from them without remission. Business enterprises laboured and families swindled one another in the name of commerce, so that their money could be fliched by their sons; they in their turn let themselves be cheated by these women who, in the final analysis, were robbed of everything by their fancy men.
Throughout the whole o Paris, from east to west, from north to south, there existed an uninterrupted sequence of frauds, a pile-up of organized thefts each of which occasioned the next; and all this because, instead of customers being satisfied on the spot, they were persuaded to exercise their patience, they were kept waiting. Essentially, the sum total of human wisdom consisted in dragging things out, in saying "no" then, eventually, "yes"; for the most effective way of controlling the younger generation was by constantly putting them off!'

Joris-Karl Huysmans, Against Nature: A New Translation by Margaret Mauldon, publisher: Oxford University Press

Εξώφυλλο: Catherine Breillat, Pornocracy

'What one calls the obscenity of women, what they are punished for, is only the invisibility of their indecency and its inadmissible power by the demoniac seal.'

'He says, I bless the day I was born aside from you and all your species. The elastic resistance of a boy's anus doesn't tell lies on the strength of their gangue which is the inner intestine. It's the lie of women's softness which is hateful. The pernicious insignificance of their access which makes a trap of it.
The horror of the Nothing which is the imprescriptible Everything.'

'Desire doesn't come from the longing to possess, or even to be possessed, which already implies a more burning imbrication, tangling up, the fusional scattering of flesh.
No.
Desire comes from the excessive novelty which makes all hope of a possible fornication be like the promise of a new life.'

Catherine Breillat, Pornocracy, translator: Paul Buck & Catherine Petit, publisher: Semiotext(e)

Εξώφυλλο: Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες

Ο ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Ὁ ἀνθρωπάκος ποὺ τραγούδαγε ἀσταμάτητα
ὁ ἀνθρωπάκος ποὺ χόρευε μὲς στὸ κεφάλι μου
ὁ ἀνθρωπάκος τῆς νιότης
ἔσπασε τὸ κορδόνι τοῦ παπουτσιοῦ του
κι ὅλες οἱ παράγκες τῆς γιορτῆς
μὲς στὴν ἐρημιὰ αὐτῆς τῆς γιορτῆς
μεμιᾶς γκρεμιστῆκαν
καὶ μὲς στὴ σιωπὴ αὐτῆς τῆς γιορτῆς
μὲς στὴν ἐρημιὰ αὐτῆς τῆς γιορτῆς
ἄκουσα τὴ φωνή σου εὐτυχισμένη
τὴ φωνή σου ξεσκισμένη κι εὔθραυστη
παιδιάστικη κι ἀπελπισμένη
ποῦ ἐρχόταν ἀπὸ μακριὰ καὶ μὲ καλοῦσε
κι ἔβαλα τὸ χέρι στὴν καρδιά μου
ὅπου ἔτρεμαν
ματωμένα
τὰ ἑφτὰ κρυστάλλινα κομμάτια τοῦ γέλιου σου ποὺ ράγισε σὰν ἄστρο.

* * *

ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΔΕΙΤΕ

Μία κοπέλα γυμνὴ κολυμπάει στὴ θάλασσα
Κάποιος ἄντρας μὲ γένια περπατᾶ στὸ νερὸ
Ποιὸ εἶναι τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων
Τὸ θαῦμα ποῦ ἀναγγέλθηκε παραπάνω;

* * *

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

Ἄσπρα σεντονια σε καποιο ντουλαπι
Κόκκινο σεντονι σε καποιο κρεβατι
Κάποιο παιδι μες στη μάνα του
Η μάνα του μὲς στοὺς πόνους
Ὁ πατέρας τοῦ στὸ διάδρομο
Ὁ διάδρομος στὸ σπίτι
Τὸ σπίτι στὴν πόλη
Ἡ πόλη στη νύχτα
Ὁ θάνατος σὲ μια κραυγὴ
Και τὸ παιδὶ μὲς στὴ ζωή.

* * *

ΚΥΡΙΑΚΗ

Ἀνάμεσα στὶς δεντροστοιχίες τῆς λεωφόρου Γκομπλὲν
Κάποιο μαρμάρινο ἄγαλμα μὲ ὁδηγεῖ ἀπ’ τὸ χέρι
Σήμερα Κυριακὴ τὰ σινεμὰ γεμάτα
Τὰ πουλιὰ στὰ κλαδιὰ κοιτάζουν τὴν ἀνθρωπότητα
Καὶ τὸ ἄγαλμα μὲ φιλᾶ μὲ κανεὶς δέ μας βλέπει
Μόνο ἕνα τυφλὸ παιδὶ πού μας δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο.

* * *

ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΟΥ ΒΙΚΕΝΤΙΟΥ

Στὴν Ἂρλ ποὺ κυλᾶ ὁ Ροδανὸς
Στὸ φρικτὸ φῶς τοῦ μεσημεριοῦ
Κάποιος ἄντρας ἀπὸ φώσφορο κι ἀπὸ αἷμα
Ἀφήνει ἕνα μακρόσυρτο λυγμὸ
Σὰ γυναίκα ποὺ γεννᾶ τὸ παιδί της
Καὶ τὸ πανὶ γίνεται κόκκινο
Κι ὁ ἄντρας τρέχει οὐρλιάζοντας
Κυνηγημένος ἀπ’ τὸν ἥλιο
Ἕναν ἥλιο ἀπὸ κίτρινο ποὺ τρίζει
Στὸ μπορντέλο πολὺ κοντὰ στὸ Ροδανὸ
Φτάνει ὁ ἄντρας σὰν Μάγος
Μὲ τὸ παράλογο δῶρο του
Ἔχει βλέμμα γαλάζιο καὶ γλυκὸ
Τὸ ἀληθινὸ καθαρὸ καὶ τρελὸ βλέμμα
Ἐκείνων ποὺ δίνουν στὴ ζωὴ τὰ πάντα
Ἐκεῖνων ποὺ δὲν εἶναι ζηλιάρηδες
Καὶ δείχνει στὴν κακόμοιρη κοπέλα
Τὸ αὐτὶ τοῦ πλαγιασμένο στὸ πανὶ
Κι αὐτὴ κλαίει χωρὶς νὰ καταλαβαίνει τίποτε
Ἔχοντας στὸ νοῦ τῆς θλιβερὰ προαισθήματα
Καὶ κοιτάζει χωρὶς νὰ τολμᾶ νὰ τὸ πάρει
Τὸ ἀπαίσιο καὶ τρυφερὸ κοχύλι
Ὅπου οἱ θρῆνοι τῆς πεθαμένης ἀγάπης
Κι οἱ ἀπάνθρωπες φωνὲς τῆς τέχνης
Ἀνακατεύονται μὲ τοὺς ψίθυρούς της θάλασσας
Καὶ πᾶν νὰ πεθάνουν στὸ πλακόστρωτο
Μὲς στὴν κάμαρα ποὺ τὸ κόκκινο πάπλωμα
Ἀπὸ ἕνα κόκκινο ξαφνικὰ λαμπερὸ
Ἀνακατεύει αὐτὸ τὸ κόκκινο τὸ τόσο κόκκινο
Μὲ τὸ αἷμα ἀκόμη πιὸ κόκκινο
τοῦ μισοπεθαμένου Βικέντιου
Καὶ φρόνιμη σὰν τὴν ἴδια τὴν εἰκόνα
Τῆς δυστυχίας καὶ τῆς ἀγάπης
Ἡ κοπέλα γυμνὴ ὁλομόναχη χωρὶς ἡλικία
Κοιτάζει τὸ φτωχὸ Βικέντιο
Κεραυνοβολημένο ἀπ’ τὴ δική του καταιγίδα
Ποῦ γκρεμίζεται στὸ πλακόστρωτο
Ξαπλωμένο στὸν πιὸ ὡραῖο του πίνακα
Καὶ ἡ καταιγίδα φεύγει καλμαρισμένη ἀδιάφορη
Κυλώντας μπρὸς τῆς τὰ μεγάλα βαρέλια μὲ αἷμα
Ἡ ἐκθαμβωτικὴ καταιγίδα τῆς μεγαλοφυΐας τοῦ Βικέντιου
Κι ὁ Βικέντιος μένει ἐκεῖ κοιμᾶται ὀνειρεύεται ψυχορραγεῖ
Κι ὁ ἥλιος πάνω ἀπ’ τὸ μπορντέλο
Σὰν τρελὸ πορτοκάλι μέσα σὲ ἀκατονόμαστη ἔρημο
Ὁ ἥλιος πάνω ἀπ’ τὴν Ἂρλ
Στριφογυρίζει οὐρλιάζοντας.

* * *

Η ΠΑΛΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ

Μὴν πηγαίνεις
ὅλα εἶναι προσχεδιασμένα
τὸ μὰτς εἶναι φτιαχτὸ
κι ὅταν ἐμφανιστεῖ πάνω στὸ ρὶνκ
περιχυμένος ἀπὸ φλὰς
θὰ ξεκινήσουν φωναχτὰ τὴ δοξολογία
καὶ πρὶν ἀκόμα σηκωθεῖς ἀπ’ τὴν καρέκλα σου
θὰ σοῦ χτυπᾶν ὁμοβροντίες καμπάνας
θὰ σοῦ ρίξουν κατάμουτρα τὸν ἅγιο σπόγγο
καὶ δὲ θὰ προφτάσεις νὰ τὸν ξεπουπουλιάσεις
θὰ πέσουν πάνω σου
καὶ θὰ σὲ χτυπήσει κάτω ἀπὸ τὴ μέση
καὶ θὰ σωριαστεῖς
τὰ μπράτσα κουτὰ σὲ σταυρὸ
μὲς στὰ πριονίδια
καὶ ποτὲ πιὰ δὲ θὰ μπορέσεις νὰ κάνεις ἔρωτα.

Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες, μτφρ. Μιχάλης Μεϊμάρης, εκδ. Καστανιώτη

'«Δε σ’ αφήνουν να ζήσεις, που να πάρει! Πρέπει να 'σαι συνέχεια στον τροχό!»
«Έτσι είναι».
Ήπιαμε λίγο ακόμα και μετά πέσαμε στο κρεβάτι. Αλλά δεν ήταν το ίδιο, ποτέ δεν είναι το ίδιο, υπήρχε μια απόσταση μεταξύ μας, τόσα πράγματα είχαν συμβεί. Την κοίταζα καθώς πήγαινε στο μπάνιο, κοίταζα τις ρυτίδες και τις δίπλες του πισινού της. Καημενούλα μου. Αχ καημενούλα μου. Η Τζόις ήταν σφιχτή και μεστή, τη χούφτωνες και το ευχαριστιόσουν. Ήταν θλιβερό, θλιβερό, θλιβερό. Όταν γύρισε η Μπέτι δεν τραγούδησαμε ούτε γελάσαμε ούτε μαλώσαμε. Καθίσαμε μονάχα και τα πίναμε και καπνίζαμε μες στο σκοτάδι, και όταν πήγαμε για ύπνο, δεν ακούμπησα τα πόδια μου πάνω στο κορμί της, ούτε εκείνη στο δικό μου, όπως κάναμε παλιά. Κοιμηθήκαμε χωρίς ν’ ακουμπάμε ο ένας στον άλλον.
Μας είχαν ληστέψει και τους δύο.

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Το Ταχυδρομείο, μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδ. Οδυσσέας

Εξώφυλλο: Εμίλ Σιοράν, Ο Κακός Δημιουργός

'Όσο περισσότερο προχωρώ, τόσο περισσότερο βλέπω να ελαττώνονται οι πιθανότητές να σέρνομαι από τη μία μέρα στην άλλη. Για να πω την αλήθεια, αυτό συνέβαινε πάντα: δεν έζησα μες στο πιθανό, αλλά μέσα στο αλλόκοτο. Η μνήμη μου σωριάζει βυθισμένους ορίζοντες.'

'Όταν έχεις καταλάβει ότι δεν υπάρχει τίποτε, ότι τα πράγματα δεν αξίζουν καν την κατάσταση των φαινομένων, δεν έχεις ανάγκη πλέον να σωθείς, έχεις σωθεί και είσαι για πάντα δυστυχής.'

'Το μέλλον, αυτό το βάραθρο, με τρομάζει σε τέτοιο βαθμό ώστε θα προτιμούσα να το έβλεπα να εξαφανίζεται. Και αυτό και την έννοια του μέλλοντος. Γιατί στο βάθος αυτή με τρομάζει και με εμποδίζει να γεύομαι το παρόν, περισσότερο κι από το γλίστρημα στην άβυσσο που κρύβει. Ο νους μου κλονίζεται μπροστά σε όλα όσα συμβαίνουν, μπροστά σε όσα όλα πρέπει να συμβούν. Δεν είναι τόσο αυτό που με περιμένει όσο η ίδια η αναμονή, το επικείμενο αυτό καθαυτό με κατατρώει και με τρομάζει. Για να ξαναβρώ κάποια ηρεμία, μου χρειάζεται να γαντζωθώ σε ένα χρόνο χωρίς αύριο, σε έναν καρατομημένο χρόνο.'

'Σου ζητούν πράξεις, αποδείξεις, έργα, και το μόνο που μπορείς να δώσεις είναι δάκρυα μετασχηματισμένα.'

'Τη νύχτα που θα αποφασίσω ότι τα όνειρά μας δεν είχαν καμία σχέση με τη βαθύτερη ζωή μας και ότι προέρχοντας από τη χαμηλού επιπέδου λογοτεχνία, την ίδια νύχτα θα κοιμηθώ μόνο και μόνο για να παρευρεθώ στην παρέλαση των πιο παλιών και πιο κρυφών μου τρόμων.'

'Η τρέλα είναι ίσως μια λύπη που δεν εξελίσσεται άλλο.'

'Κλείνω τα μάτια, ξαπλωμένος. Σχηματίζεται ένα βάραθρο, σαν ένα πηγάδι που αναζητώντας νερό θα τρυπούσε το έδαφος με μια σχεδόν ιλιγγιώδη ταχύτητα. Παρασυρμένος σ’ αυτή τη φρενίτιδα, σ’ αυτό το κενό που αναγεννάει συνέχεια τον εαυτό του, ταυτίζομαι με την αρχή της γενεαλογίας της αβύσσου και, τι ανέλπιστη ευτυχία, βρίσκομαι έτσι μια απασχόληση και μάλιστα ένα σκοπό.'

'Κάθε ύπαρξη είναι ένας καταστραμμένος ύμνος.'

'Οι απωθημένες προσευχές εκρήγνυνται σε σαρκασμούς.'

'Αντίθετα με την τρέχουσα άποψη, οι οδύνες μας δένουν, μας καθηλώνουν στη ζωή: είναι οι οδύνες μας, κολακευόμαστε ότι μπορούμε να τις αντέξουμε, αποτελούν αποδείξεις για την ποιότητα της ύπαρξής μας και όχι φόβητρα. Και είναι τόσο πικρή η περηφάνια της οδύνης που ξεπερνιέται μόνο από όποιον έχει υποφέρει.'

'Βρισκόμαστε όλοι στον πάτο μιας κόλασης που κάθε της στιγμή είναι κι ένα θαύμα.'

Εμίλ Σιοράν, Ο Κακός Δημιουργός, μτφρ. Θανάσης Χατζόπουλος, εκδ. Εξάντας

Scarface and the Gangster Films’ Scarcity of Shame at the Pre-Code Era by Ioannis Tsirkas

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑