
'«Δε σ’ αφήνουν να ζήσεις, που να πάρει! Πρέπει να 'σαι συνέχεια στον τροχό!»
«Έτσι είναι».
Ήπιαμε λίγο ακόμα και μετά πέσαμε στο κρεβάτι. Αλλά δεν ήταν το ίδιο, ποτέ δεν είναι το ίδιο, υπήρχε μια απόσταση μεταξύ μας, τόσα πράγματα είχαν συμβεί. Την κοίταζα καθώς πήγαινε στο μπάνιο, κοίταζα τις ρυτίδες και τις δίπλες του πισινού της. Καημενούλα μου. Αχ καημενούλα μου. Η Τζόις ήταν σφιχτή και μεστή, τη χούφτωνες και το ευχαριστιόσουν. Ήταν θλιβερό, θλιβερό, θλιβερό. Όταν γύρισε η Μπέτι δεν τραγούδησαμε ούτε γελάσαμε ούτε μαλώσαμε. Καθίσαμε μονάχα και τα πίναμε και καπνίζαμε μες στο σκοτάδι, και όταν πήγαμε για ύπνο, δεν ακούμπησα τα πόδια μου πάνω στο κορμί της, ούτε εκείνη στο δικό μου, όπως κάναμε παλιά. Κοιμηθήκαμε χωρίς ν’ ακουμπάμε ο ένας στον άλλον.
Μας είχαν ληστέψει και τους δύο.
Τσαρλς Μπουκόβσκι, Το Ταχυδρομείο, μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδ. Οδυσσέας