προγραφές

Εξώφυλλο: Τζόις Μανσούρ, Ερωτικά

Δὲν ὑπάρχουν λέξεις
τρίχες μόνο
μέσα στὸν δίχως πρασινάδα κόσμο
ὅπου τὰ στήθια μου εἶναι βασιλιάδες·
δὲν ὑπάρχουνε ἀνδραγαθίες
τὸ πετσί μου μόνο καὶ τὰ μερμήγκια
ποὺ ἀνάμεσα στὶς πληθω-
ρικές μου κνῆμες γαυριάζουν
τῆς σιωπῆς φοροῦν τὶς μάσκες καὶ δουλεύουν.
Ἔρχεται ἡ νύχτα κ’ ἡ ἔκστασή σου·

τὸ σῶμα μου βαθύ, αὐτὸ τὸ δίχως
νόηση χταπόδι
χάφτει τὸ πέος σου ποὺ σείεται
πάνω στὴ γέννησή του.

Τζόις Μανσούρ, Ερωτικά, μτφρ. Έκτωρ Κακναβάτος, εκδ. Κείμενα

Εξώφυλλο: Ευτυχία Παναγιώτου, Χορευτές

Η απόπειρα της ελευθερίας
Με τρύπιο σώμα, το φιτίλι να τρέμει,
το ποίημα πυροτεχνουργός.

Μαύρες τολύπες το ξετίναξαν. Οι Μοίρες
παίζανε
γεμάτο ζάρι
– Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτο –
την τύφλα τους λευκό κουτσό.
Λέγαν, θα πάμε από πνιγμό.
Μα μόνο οι λέξεις κατρακύλησαν.
Τα παιδικά σου μάτια θυμούνται
μια έκρηξη. Τον πυρετό
που ανέβαινε
των πεθαμένων.
Ακούς από κάτω
το γραδρμένο γυαλί –

Ευτυχία Παναγιώτου, Χορευτές, εκδ. Κέδρος

Εξώφυλλο: Ιζαμπέλλα ντι Μόρρα, Μέσα από Δρόμους Έρημους

Στην ελπίδα για το μέλλον μου καινούριο εμπόδιο
αν δε μου βάλεις, ως συνήθως, Τύχη μου σκληρή,
μοχθηρέ μου Θάνατε, αλίμονο,
τη φυλακή θα έχω σπάσει και θα ’χω λύσει τη θηλιά
Μα, όταν συλλογίζομαι εκείνη την ημέρα, φλέγομαι και παγώνω,
γιατί ο φόβος και η λαχτάρα είναι οι φύλακές μου.
Τις πόρτες στον έναν τώρα κλείνω, στην άλλη τις ανοίγω,
και ίσως από τον πόνο φθείρομαι κι έχω διαλυθεί.
Με σύνεση η λαχτάρα μου ανοίγει τα φτερά,
και στο λιμάνι της η σκέψη μου πλησιάζει
για να κινήσει τούτη την ψυχή απ’ τους αιώνιους μόχθους.
Όμως η Τύχη μου στο φόβο δείχνει μονοπάτι
απότομο, στενό, γεμάτο τόσες πλάνες
που μέσα στην ελπίδα την ομορφότερη όλων, ύστερα απελπίζομαι.

σονέτο της Ιζαμπέλλα ντι Μόρρα, Μέσα από Δρόμους Έρημους, μτφρ. Άννα Γρίβα, εκδ. Κουκούτσι

Εξώφυλλο: Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Πλούτος και Ανισότητα: Μας Ωφελεί Όλους ο Πλούτος των Ολίγων;

'[...] το εύρος των «ρεαλιστικών» δυνατοτήτων που θέτει η «μοίρα» διαφέρει, συχνά έντονα, ανάλογα με τον βαθμό του ρεαλισμού τους. Κάποιες δυνατότητες είναι, ή τουλάχιστον μοιάζουν, ευκολότερες από κάποιες άλλες που είναι ή φάινονται ασφαλέστερα, ή λιγότερο ριψοκίνδυνα στοιχήματα και/ή πιο θελκτικές επιλογές. Η πιθανότητα να επιλεγούν είναι συνεπώς μεγαλύτερη από τις εναλλακτικές, προς το παρόν αντιδημοφιλείς (και συνεπώς αντιληπτές ως ασύμφορες) επιλογές, για τις οποίες μπορεί να υποψιαζόμαστε πως χρειάζονται περισσότερο χρόνο και πιο έντονη προσπάθεια ή απαιτούν μεγαλύτερη θυσία ή διατρέχουν τον κίνδυνο της δημόσιας αποδοκιμασίας και της απώλειας του γοήτρου - κάτι που συχνά συμβαίνει. Η κατανομή των πιθανοτήτων να διαλέξει κανείς κάποια από τις «ρεαλιστικές» δυνατότητες ανήκει επίσης στην επικράτεια της «μοίρας»: ζούμε εξάλλου σε ένα «δομημένο» κοινωνικό περιβάλλον και η «δόμηση» συνίσταται ακριβώς στη διαχείριση των πιθανοτήτων. Συνίσταται στη ρύθμιση και αναρρύθμιση της απόδοσης ανταμοιβών και ποινών με τέτοιον τρόπο ώστε να αυξάνεται η πιθανότητα κάποιων επιλογών και να μειώνεται η πιθανότητα κάποιων άλλων. «Πραγματικότητα», εξάλλου, αποκαλούμε την εξωτερική αντίσταση στις μύχιες επιθυμίες μας... Όσο ισχυρότερη είναι η αντίσταση των εμποδίων, τόσο πιο «πραγματικά» τα νιώθουμε.'

'[...] η αγάπη ενός ανθρώπου για έναν άνθρωπο σημαίνει δέσμευση, αποδοχή ρίσκων, προθυμία για αυτοθυσία· σημαίνει να επιλέγει κανείς μια αβέβαιη και αχαρτογράφητη, δύσκολη και ανώμαλη διαδρομή, ελπίζοντας -και όντας αποφασισμένος- να μοιραστεί τη ζωή του με έναν άλλο άνθρωπο. Ανεξάρτητα από το αν η αγάπη θα συνυπάρξει με την ανέφελη ευτυχία, δύσκολα πάντως συνυπάρχει με την άνεση και την ευκολία: ποτέ μην προσδοκάτε με αυτοπεποίθηση, πόσο μάλλον με βεβαιότητα... Απεναντίας, η αγάπη απαιτεί την απόλυτη αξιοποίηση των δεξιοτήτων και της βούλησής μας, ενώ ακόμα και τότε προμηνύει την πιθανότητα της ήττας, την αποκάλυψη της ανεπάρκειάς μας και τη διάλυση της αυτοεκτίμησής μας.'

Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Πλούτος και Ανισότητα: Μας Ωφελεί Όλους ο Πλούτος των Ολίγων;, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Οκτώ

'Ὁ καιρὸς περνοῦσε. Ἔκανα τότε αὐτὸ τὸ συλλογισμό: ἄν δὲν μπορεῖς νὰ ἐπωμιστεῖς αὐτὸ τὸ ρόλο τοῦ ἐξαιρετικοῦ, ἔ! λοιπὸν ἔστω! παράτησε ὅλη τὴν τελευταία σου παραγωγὴ καὶ προσπάθησε νὰ κάνεις κάτι στὴν περιοχὴ τοῦ τελειωμένου, ἔτσι θὰ μπορέσεις νὰ νικήσεις· γιατὶ εἶχα ἀπὸ καιρὸ καταλάβει πὼς ἡ σχέση μου μὲ τὴν ἐποχὴ μου ἦταν ἀντίστροφη· γιὰ νὰ νικὴσω τὸ κοσμικὸ ἔπρεπε νὰ ἐλαττώνω τὶς ἀξιώσεις μου.
Θεώρησα πάντα οὐσιῶδες νἆμαι ἀληθινὸς – ἔστω! θὰ στρέψω τὴν προσπάθειά μου πρὸς τὸ τελειωμένο.

Τὴν ἴδια στιγμὴ ξύπνησε ἡ σκέψη τῆς Ρεγκίνας, γιατί, ἄν πρέπει νὰ ἐλαττώνω τὶς ἀξιώσεις μου, ἄν πρέπει νὰ νικήσω ἐδῶ κάτω, τότε πρέπει αὐτὴ νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ σκιά.
Μ’ αὐτὲς τὶς σκέψεις ὁ καιρὸς πέρασε. Ὑπέφερα πολύ.'

Σέρεν Κίργκεγκορ, Ρεγκίνα, μτφρ. Παύλος Παπασιώτης, εκδ. Κωσταντινίδης

Εξώφυλλο: Παναγιώτης Χαχής, Anus Mundi

Ανελέητα πρωινά

Και χάνεσαι
Ανάμεσα στα ίχνη
Από τόσες οπλές.
Ζωήλατα μυαλά
Όλα τα πρόσωπα
Όλα τα φύλα
Του κάποτε έρωτα
Zdenka
Και Σίσυ,
Εν λευκώ.

Πάνω απ’ τον ξεσκισμένο
Πλακούντα της
Νύχτας, λεωφόροι
Καλοκαίρι σαν
Φλόγα, τρύπα
Στις σελίδες,
Κυλιόμενες σκάλες
Ως τα σπλάχνα της μέρας.
Σέρνοντας τη ζάλη
Μισοκλείνοντας
Θηλαστικά τα μάτια
Στις ξεβαμμένες διαβάσεις.

Παναγιώτης Χαχής, Anus Mundi, εκδ. Πανοπτικόν

'Γιατὶ μέσα στὴν πολλὴ σοφία κρύβεται θλίψη πολλή. Κι ὅποιος τὶς γνώσεις του πληθαίνει, τὰ βάσανά του μεγαλώνει.'

'Τί ἀπομένει λοιπὸν στὸν ἄνθρωπο ἀπ’ ὅλο τὸ μόχθο ποὺ μόχθησε κι ἀπ’ ὅλα τὰ μαρτύρια ποὺ τράβηξε πάνω στὴ γῆ;
Οἱ μέρες τῆς ζωῆς του εἶναι γεμάτες βάσανα καί πόνο· τὴ νύχτα ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά του δὲν ἡσυχάζουν ἀπ’ τὴν ἀγωνία. Κι ὅλα αὐτὰ γιὰ ἕνα τίποτα.'

'Ἔτσι, διαπίστωσα πὼς καλύτερο δὲν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, παρὰ νᾶ νιώθει χαρὰ μ’ αὐτὸ ποὺ κάνει. Νά ποιὸ εἶναι τὸ μερίδιό του στὴ ζωή. Γιατί ποιὸς μπορεῖ νὰ πεῖ τί θὰ γίνει ὅταν αὐτὸς χαθεῖ;'

'Καλύτερα νὰ εἶναι δυὸ μαζί, παρὰ ἕνας μόνος του. Γιατὶ ἔτσι ἀνταμείβονται καλύτερα γιὰ τοὺς κόπους τους.
Ἄν πέσει ὁ ἕνας, θὰ τρέξει ὁ ἄλλος νὰ τὸν σηκώσει. Ἀλίμονο σὲ κεῖνον ποὺ πέφτει καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὸν σηκώσει.'

από το Εκκλησιαστής: Ματαιότητης Ματαιοτήτων..., μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Ολκός

* * *

'Τὸ ἐρώτημα ποὺ θέτει ὁ Ἐκκλησιαστὴς στὸν ἑαυτό του καὶ κατ’ ἐπέκταση στὴν ἀνθρωπότητα σύμπασα εἶναι: «ὁ ἄνθρωπος μοχθεῖ καὶ βασανίζεται νυχθημερόν, ποιὸ τὸ ὄφελος»; Μὲ ἄλλα λόγια· εἶναι ἡ εὐτυχία ἐδῶ καὶ τώρα ἐφικτὴ; Ἡ ἀπάντηση στὸ ὠμὸ ἐρώτημα, ποὺ δὲν ἀφήνει περιθώρια ὑπεκφυγῆς, εἶναι ἐξίσου ὡμή: ἐφόσον τὸ παρόν ἀναπαράγει τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον εἶναι μέσα στὸ παρόν, ἀρκεῖ ἡ πείρα μιᾶς ἀνθρώπινης ζωῆς γιὰ νὰ πιστοποιήσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀποκλεισθεῖ ἅπαξ διὰ παντὸς ἀπὸ τὴν εὐδαιμονία. Οὔτε οἱ ἀπολαύσεις γαστρὸς καὶ ὑπογαστρίου, οὔτε ἡ κοινωνικὴ καὶ ἐπαγγελματικὴ ἐπιτυχία, οὔτε ἡ σοφία καὶ ἡ ὀξύνοια, οὔτε κὰν ἡ ἀρετὴ (κατὰ τὴν ἑβραϊκὴ ἀντίληψη ὁ συνδυασμὸς εὐλάβειας καὶ ἡθικῆς ἀκεραιότητας) διασφαλίζουν τὸν ἄνρθωπο ἀπὸ τὴν πικρὴ γεύση τῆς ματαιότητας, τοῦ ἐσφαλμένου ὑπολογισμοῦ καὶ τῆς ἀποτυχίας. Ἡ κοινωνικὴ ἀδικία, ὁ φθόνος, ἡ μοναξιά, ἡ σωματικὴ φθορά, τὰ γηρατειὰ καὶ ὁ θάνατος ἐξουσιάζουν τὸ άνθρώπινο γένος.'

Μ.Ζ. Κοπιδάκης, από το 'Επίμετρο' της έκδοσης

Εξώφυλλο: Χρίστος Γούδης, Έζρα Πάουντ: Οι Ιδέες, η Ζωή και τα Ποιήματα

'Ποίηση είναι ο χώρος της ευφυΐας στο ανάμεσα των λέξεων, σύμφωνα με μία από τις προσεγγίσεις του ορισμού της από τον Έζρα Πάουντ, ο οποίος την θεωρούσε επίσης ως ένα είδος εμπνευσμένων μαθηματικών, που διαμορφώνουν τις εξισώσεις όχι αφηρημένων σχημάτων, τριγώνων, σφαιρών και των συναφών, αλλά τις εξισώσεις των ανθρώπινων συναισθημάτων. Σύμφωνα πάντα με τις απόψεις του, η κατάταξη ενός ποιητή σε μια συγκεκριμένη σχολή δεν σημαίνει καθόλου ότι αυτός γράφει ποίηση βασισμένος σε μια προκαθορισμένη θεωρία. Κάποιος γράφει ποίηση όταν, όπου, επειδή, και μόνον όταν έχει την διάθεση να γράψει. Όμως για να γράψει ποίηση απαιτείται να έχει την κατάλληλη ποιητική παιδεία, που δεν είναι άλλη από την επιστήμη του να είναι ανικανοποίητητος και δυσαρεστημένος. Η βιαιότητα της γραφής του ως νεαρού ποιητή αναδείκνυε με τον τρόπο της, αυτό που ήταν ο Πάουντ στην πραγματικότητα, ένας κατ’ εξοχήν επαναστάτης, μια υπαιρευαίσθητη προσωπικότητα με ιδιαίτερη αισθητική, ο οποίος δε θα μπορούσε ποτέ να αυτοπεριχαρακωθεί πίσω από τα τείχη μιας οποιασδήποτε σχολής, ακόμα και της δικής του.'

'Ο Πάουντ ανήκε σε έναν κύκλο αγγλόφωνων διανοούμενων (μεταξύ των οποίων οι ποιητές και λογοτέχνες: Ουΐλιαμ Μπάτλερ Γιέητς, Τόμας Στερνς Έλιοτ και Ντέηβιντ Χέρμπερτ Λώρενς) που πίστευε στην αυστηρά ελεγχόμενη οικονομία από το στιβαρό χέρι ενός φωτισμένου ηγέτη, φοβόταν ότι ο εκφυλισμός της δημοκρατίας θα οδηγούσε σε μία διάβρωση των πολιτιστικών και ηθικών αξιών, και εξέφραζε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμπάθεια προς την φασιστική ιδεολογία της εποχής.
Στο ίδιο μήκος κύματος εκινούντο και άλλοι διανοούμενοι στην Γαλλία όπως οι Λουΐ-Φερντινάντ Σελίν («Ταξίδι στο Τέλος της Νύχτας»), αλλά και ο Σαρλ Μωρράς, ιδρυτής της «Γαλλικής Δράσης» (Action Française), μιας ακροδεξιάς αντισημιτικής οργάνωσης που επηρέασε τόσο τον Πάουντ, όσο και τον Τ. Σ. Έλιοτ. Ο Σαρλ Μωρράς πίστευε πως οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί παράγοντες ελέγχονταν από ερβαϊκά συμφέροντα, ιδίως από εκείνα της οικογένειας Ρότσιλντ, και συνιστούσαν ένα κοινωνικό κακό, ενώ θεωρούσε πως ο κοινωνικός εξισωτισμός που απέπνεε η εβραϊκή κουλτούρα από την εποχή της Βίβλου δηλητηρίαζε την κοινωνία.'

'Η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929 και η διαχρονική απέχθειά του για τους δημιουργούς της τον έκανε να υιοθετήσει μία σαφή αντικαπιταλιστική προσέγγιση των πραγμάτων, την οποία εξέφρασε και ποιητικά μέσα από τα Κάντος, με αποκορύφωμα το Κάντο XLV (45) ή Κάντο της Τοκογλυφίας (With Usura), που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1937, αλλά και τα δύο «απαγερευμένα» φασιστικά Κάντος LXXII και LXXIII (72 και 73), στα οποία παράλληλα προέβαλλε το φασιστικό ιδεώδες της εποχής, παρά την στρατιωτική ήττα, ως αντίβαρο μιας διεφθαρμένης, υποκριτικής, και ελεγχόμενης από τα οικονομικά συμφέροντα «φιλελεύθερης δημοκρατίας» της Δύσης που, κατά την εκτίμηση του, προκάλεσε με τον τρόπο της τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στον κόσμο.

Τα δύο αυτά Cantos Facistas (Κάντος Φασίστας) γράφτηκαν τον Δεκέμβριο του 1944, μετά την πτώση του καθεστώτος του Μουσολίνι και την φυγή του τελευταίου στη Βόρειο Ιταλία, όπου εγκαθίδρυσε την Δημοκρατία του Σαλό, και ενώ το Ράπαλλο βομβαρδίζονταν νυχθημερόν από τους Συμμάχους και οι οπαδοί του Μουσσολίνι έφευγαν στο Βορρά, καταδιωκώμενοι από τις συμμαχικές δυνάμεις.'
'Το Κάντο LXXII (72), γραμμένο κατά το πρότυπο της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη, είναι ένα ταξίδι στον κόσμο των νεκρών (νέκυια), κατά το οποίο ο ποιητής συναντά μία σειρά προσώπων, αρχής γενομένης με τον φουτουριστή φασίστα διανοούμενο Φίλιππο Τομάζο Μαρινέττι, του οποίου ο θάνατος το 1944 αποτέλεσε μία από τις αφορμές για την γραφή των δύο Κάντος Φασίστας. Με τις «παρουσίες» αυτές ο ποιητής συζητά τα ζητήματα που ανακύπτουν από τον πόλεμο που μαίνεται, το ποίος πρόδωσε τον Μουσσολίνι, τους κινδύνους που εμπερικλείει η υπερβολική αγάπη είτε για το παρόν είτε για το μέλλον, ενώ παράλληλα εκφράζει την προσδοκία ότι τα ιταλικά στρατεύματα θα προελάσουν πάλι στο Αλαμέϊν.
Το Κάντο LXXIII (73), γραμμένο στο ύφος του Ιταλού μεσαιωνικού ποιητή Καβαλκάντι, εμφανίζει τον ίδιο τον Καβαλκάντι έφιππο να αφηγείται τον ηρωϊσμό μιας κοπέλας του Ρίμινι, που παγιδεύει Καναδούς εισβολείς των συμμαχικών δυνάμεων, οδηγώντας τους σε ένα ναρκοπέδιο, όπου σκοτώνονταιι μαζί με την κοπέλα, που θυσιάζει την ζωή της για να τιμωρήσει τους εχθρούς της πατρίδας της, πιστή στην ιδεολογία του φασισμού.'

Χρίστος Γούδης, Έζρα Πάουντ: Οι Ιδέες, η Ζωή και τα Ποιήματα, εκδ. Νέα Θέσις

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑