προγραφές

'Against a clear background, amazed at their own transparency, the faces of Tsaï Ming-liang’s films appear transfixed, born to the streets in a forgotten season where nothing is familiar. Sculpted from some strange substance, they belong to a generation of ashes born by the wind, arriving in the real through the action of foreign forces, foreign bodies; transported by distant, inexplicable energies. They fail to recognize themselves. They examine themselves and each other, but never grow. They search the secret of their mysterious origins in underground conflicts, guided by depressing enigmas. They hope to tell their story in a different way than in submission to the present, to their appearances in each shot to the daily paths. They wish to trace a fold in which to hide halfway, or a line in joining a current of challenges. Control is a distant force for these lost, mistreated, short-winded beings, something that belongs to the rest of the world, to objects, to geometry, to pointless conflicts, their art of sudden awakenings, of unprovoked aggression, of crises without cause, object or even effect, When they can be explained, the answer only appears, finally, as an illusion, a pretext, an accidental creation that sends one back to abstract feelings and their multiple destinations.'

Olivier Joyard, 'Coproral Interference', translated from the French by J. Ames Hodges, in Tsaï Ming-liang edited by Danièle Rivière, publisher: Dis Voir

'Ὁ ἄγγελος καὶ ἡ μούσα ἔρχονται ἀπ’ ἔξω. Ὁ ἄγγελος χαρίζει φῶτα, ἡ μούσα χαρίζει μορφὲς (ὁ Ἡσίοδος διδάχτηκε ἀπ’ αὐτές). Χρυσὸ φύλλο ἤ πτυχὴ χιτώνα ὁ ποιητὴς παίρνει ἕτοιμα τὰ πρότυπα, καθισμένος μὲς στὸ μικρὸ του δαφνώνα. Τὸ ντουέντε, ὅμως, πρέπει νὰ ἔγείρεται στὸ βάθος τῶν κυττάρων τοῦ αἵματός του. Πρέπει νὰ ἀποποιηθοῦμε τὸν ἄγγελο, νὰ ἀπολλακτίσουμε τὴν μούσα, καὶ νὰ ἀποκρούσουμε τὸν φόβο ποὺ μᾶς φέρνει, μὲ τὴν βιολετιὰ εὐωδιά της, ὅλη ἡ ποίηση τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα, καὶ τὸ μεγάλο τηλεσκόπιο, ποὺ στοὺς φακούς του κοιμᾶται ἡ μούσα, ἄρρωστη ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς της.'

'Τὸ μαχαίρι καὶ ἡ ρόδα τῆς ἅμαξας, ὁ σουγιὰς καὶ τ’ ἀγκαθωτὰ γένια τῶν βοσκῶν, τὸ γυμνὸ φεγγάρι, ἡ μύγα, τὰ ὑγρὰ ντουλάπια, οἱ εἰκόνες τῶν ἁγίων ἀποσκεπασμένες μ’ ἄσπρα κεντίδια καὶ τὰ καφασωτὰ παράθυρα· ὅλα αὺτὰ στὴν Ἰσπανία ἔχουν ἔνα μικρὸ βοτάνι θανάτου καὶ ψευδαισθήσεις καὶ φωνές, ἀντιληπτὲς ἀπὸ ἕνα πνεῦμα σὲ ἐγρήγορση, γεμίζοντας τὴν μνήμη μας μὲ τὸν ἀσάλευτο ἀέρα ποὺ ἀφήνει πίσω του τὸ δικό μας πέρασμα. Δὲν εἶναι τυχαίο πὼς ὅλη ἡ ἱσπανικὴ τέχνη εἶναι δεμένη μ’ αὐτὴ τὴ γῆ, τὴν γεμάτη ἀγκάθια καὶ πέτρες, κι οὔτε εἶναι τυχαῖα παραδείγματα ὁ θρῆνος τοῦ Πλεμπέριο ἤ οἱ χοροὶ τοῦ μεγάλου δασκάλου Χοσέφ-Μαρία ντὲ Βαλντιβιέλσο καὶ πὼς ἀπ’ ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς μπαλάντες ξεχωρίζει αὐτὸ τὸ ἐρωτικὸ ἱσπανικὸ τραγούδι:

Ἄν εἶσαι σὺ ἡ άγαπημένη μου
πές μου, γιατὶ δὲν μὲ κοιταζεις;
Κι ἄν κάποτε εἶχα μάτια νὰ σὲ δῶ
τώρα τά ’χω δοσμένα τῆς σκιᾶς.
Ἄν εἶσαι σὺ ἡ ἀγαπημένη μου
πές μου, γιατὶ δὲν μὲ φιλᾶς;
Κι ἄν κάποτε εἶχα χείλια γιὰ φιλιὰ
τώρα σρὴν γῆ τὰ χάρισα.
Ἄν εἶσαι σὺ ἡ ἀγαπημένη μου
πές μου, γιατὶ δὲν μ’ ἀγκαλιάζεις;
Τὰ χέρια πού ’χα γι’ ἀγκαλιὲς
τώρα γεμίσανε σκουλήκια.

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ντουέντε: Πρακτική και Θεωρία, μτφρ. Γιώργος Γεωργούσης, εκδ. Γαβριηλίδης

Εξώφυλλο: Τζόζεφ Κόνραντ, Ένα Προκεχωρυμένο Φυλάκιο της Προόδου

'Ελάχιστοι συνειδητοποιούν πως η ζωή τους, η καθαυτό ουσία του χαρακτήρα, των ικανοτήτων και των παράτολμων ενεργειών τους, εκφράζουν απλώς την πίστη τους στην ασφάλεια του περιβάλλοντός τους. Το θάρρος, η ηρεμία, η αυτοπεποίθηση, τα συναισθήματα και οι αρχές, κάθε σπουδαία και κάθε ασήμαντη σκέψη δεν ανήκουν στο άτομο αλλά στο πλήθος: στο πλήθος που πιστεύει τυφλά στην ακατανίκητη δύναμη των θεσμών και των ηθών του, στην ισχύ της τάξης και της γνώμης του. Ωστόσο η επαφή με την αμιγή, αδυσώπητη αγριότητα, με την πρωτόγονη φύση και τον πρωτόγονο άνθρωπο, ενοχλεί ακαριαία και βαθιά την καρδιά. Στην αίσθηση ότι είναι κανείς μόνος του, στη σαφή αντίληψη της μοναξιάς των σκέψεών του, στην άρνησή του συνηθισμένου, που είναι ασφαλές, προστίθεται η κατάφαση του ασυνήθιστου, που είναι επικίνδυνο. Εμφανίζονται πράγματα θολά, ανεξέλεγκτα και απωθητικά, και η εισβολή τους εξάπτει τη φαντασία, δοκιμάζει και ταράζει τα πολιτισμένα νεύρα τόσο των ανόητων όσο και των σοφών.'

Τζόζεφ Κόνραντ, Ένα Προκεχωρυμένο Φυλάκιο της Προόδου, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Οκτώ

Εξώφυλλο: Ζ. Δ. Αϊναλής, Μυθολογία

Διέσχισα όλες τις απάνθρωπες χιονοστιβάδες
που φυλακισμένος το ίδιο κορμί
εγγαστρίμυθος
αναποδογυρισμένος σε σκοτεινούς λαβυρίνθους
διάτρητος
μπουσουλώντας τα μάτια
τη σιωπή υγρή το σκοτάδι
που δανείζοντας τη φωνή μου
ξένα περάσματα
πάνω
τώρα γαλήνη εγχάρακτος

* * *

Μαύρο το χώμα που καρπίζει τη γης
κι οι μυώνες συσπώνται
μαύρη η βροχή που ποτίζει το χώμα
κι η γη που φουσκώνοντας γεμάτη ζωή
μαύρος ο άγγελος που θερίζει το θέρος
και τα στάχυα στον κάμπο που τρικυμία χρυσή
μαύρο το χιόνι που πέφτει και λιώνει
κι οι πολύβουοι δρόμοι που την πόλη σιωπή
μαύρα τα φώτα και τα πεθαμένα χωριά
και στη μασίνα που το ξύλο δεν καίει φωτιά
μαύρη στην πλατεία το χειμώνα το σκοτάδι σιωπή
κι η γοργόνα που πνίγοτας στη βρύση νεκρή
μαύρα τα χείλια σου που δαγκώνοντας τον έρωτα τα χαράματα
κι αίμα να στάζεις τα δόντια υγρή
το κορμί που το σκεύος που άδειο
κι η ζωή μου κενή

Ζ. Δ. Αϊναλής, Μυθολογία, εκδ. Πανοπτικόν

'Ὑπήρχαν περιπτώσεις ἐπίσης που ὁ βασιλιᾶς βλέποντας τὸν γιό του γερασμένο θύμωνε μὲ τὴ Μοῖρα. Γιατὶ οἱ ξενιτεμένοι πρίγκιπες δὲν γίνονταν ξανὰ νέοι. Μέσα τους κουβαλοῦσαν τὴ λύπη τῆς χαμένης ἀγάπης [...]. Γι’ αὐτὸ ἀδυνατοῦσε ὁ βασιλιᾶς νὰ ἐννοήσει τὰ λόγια τῆς Σαντίρτα: «...Πρόσφερέ την στὴν καρδιὰ ποὺ εἶναι ἀντάξια τῆς δύναμής σου. Ἔτσι θὰ ζήσεις...».
«Ποιὰ δύναμη, τὴν παλιά τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης ἤ τὴν τωρινή τοῦ μίσους καὶ τὴς ὀργῆς;» ἀναρωτιόταν. Καὶ ὑπήρξαν φορὲς ποὺ δὲν θυμόταν κάν τὸν παλιό του ἑαυτό, τὸν καλύτερό του, καὶ πρόσφερε τὴ γυναίκα-πουλὶ στὸν ἑαυτό του, ὁπότε ὑπόγραφε τὴν καταδίκη του. Δηλαδὴ πέθαινε, γινόταν σύννεφο σκόνης.'

Βασίλης Ζηλάκος, Ο Πρίγκιπας και το Πουλί τ’ Αηδιόνι, εκδ. Κουκούτσι

Εξώφυλλο: Μιγέλ Λαμπορδέτα, Ελεγεία Σχεδόν
SINE DIE

τραγικωμωδία ελάχιστο πλήθος περίλαμπρο
στον φαντασμαγορικό κήπο με στρυμώχνουν οι στυγνοί μαθητές
παραδικότατο άπειρο ωχ
φως χιλιοστό χαρά
μύθος συναρπαστικών κακοτυχιών
οι μέρες του περιπαθούς ορνιιορύγχου
γλυκιά ουσία του ενδιαιτήματος
καλοσυνάτη άβυσσος με σύσταση
μικρή βιομηχανία έρωτα μες στα σαγόνια
κρυφή γνώση του θανάτου
άρτι γεννηθείς ο πόθος
σχεδόν χωρίς νόημα
για να
Ε
ΞΑ
ΦΑ
ΝΙ
ΣΤΕΙ

Μιγέλ Λαμπορδέτα, Ελεγεία Σχεδόν, μτφρ. Κώστας Βραχνός, εκδ. Κουκούτσι

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑