προγραφές

Εξώφυλλο: Όμηρος, Ιλιάς: Τόμος 6: Ραψωδίες Φ, Χ, Ψ, Ω

'Ἕκτορ ἐγὼ δύστηνος· ἰῇ ἄρα γεινόμεθ’ αἴσῃ
ἀμφότεροι, σὺ μὲν ἐν Τροίῃ Πριάμου κατὰ δῶμα,
αὐτὰρ ἐγὼ Θήβῃσιν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ
ἐν δόμῳ Ἠετίωνος, ὅ μ’ ἔτρεφε τυτθὸν ἐοῦσαν
δύσμορος αἰνόμορον· ὡς μὴ ὤφελλε τεκέσθαι.
νῦν δὲ σὺ μὲν Ἀΐδαο δόμους ὑπὸ κεύθεσι γαίης
ἔρχεαι, αὐτὰρ ἐμὲ στυγερῷ ἐνὶ πένθεϊ λείπεις
χήρην ἐν μεγάροισι· πάϊς δ’ ἔτι νήπιος αὔτως,
ὃν τέκομεν σύ τ’ ἐγώ τε δυσάμμοροι· οὔτε σὺ τούτῳ
ἔσσεαι Ἕκτορ ὄνειαρ ἐπεὶ θάνες, οὔτε σοὶ οὗτος.
ἤν περ γὰρ πόλεμόν γε φύγῃ πολύδακρυν Ἀχαιῶν,
αἰεί τοι τούτῳ γε πόνος καὶ κήδε’ ὀπίσσω
ἔσσοντ’· ἄλλοι γάρ οἱ ἀπουρίσσουσιν ἀρούρας.
ἦμαρ δ’ ὀρφανικὸν παναφήλικα παῖδα τίθησι·
πάντα δ’ ὑπεμνήμυκε, δεδάκρυνται δὲ παρειαί,
δευόμενος δέ τ’ ἄνεισι πάϊς ἐς πατρὸς ἑταίρους,
ἄλλον μὲν χλαίνης ἐρύων, ἄλλον δὲ χιτῶνος·
τῶν δ’ ἐλεησάντων κοτύλην τις τυτθὸν ἐπέσχε·
χείλεα μέν τ’ ἐδίην’, ὑπερῴην δ’ οὐκ ἐδίηνε.
τὸν δὲ καὶ ἀμφιθαλὴς ἐκ δαιτύος ἐστυφέλιξε
χερσὶν πεπλήγων καὶ ὀνειδείοισιν ἐνίσσων·
ἔῤῥ’ οὕτως· οὐ σός γε πατὴρ μεταδαίνυται ἡμῖν.
δακρυόεις δέ τ’ ἄνεισι πάϊς ἐς μητέρα χήρην
Ἀστυάναξ, ὃς πρὶν μὲν ἑοῦ ἐπὶ γούνασι πατρὸς
μυελὸν οἶον ἔδεσκε καὶ οἰῶν πίονα δημόν·
αὐτὰρ ὅθ’ ὕπνος ἕλοι, παύσαιτό τε νηπιαχεύων,
εὕδεσκ’ ἐν λέκτροισιν ἐν ἀγκαλίδεσσι τιθήνης
εὐνῇ ἔνι μαλακῇ θαλέων ἐμπλησάμενος κῆρ·
νῦν δ’ ἂν πολλὰ πάθῃσι φίλου ἀπὸ πατρὸς ἁμαρτὼν
Ἀστυάναξ, ὃν Τρῶες ἐπίκλησιν καλέουσιν·
οἶος γάρ σφιν ἔρυσο πύλας καὶ τείχεα μακρά.
νῦν δὲ σὲ μὲν παρὰ νηυσὶ κορωνίσι νόσφι τοκήων
αἰόλαι εὐλαὶ ἔδονται, ἐπεί κε κύνες κορέσωνται
γυμνόν· ἀτάρ τοι εἵματ’ ἐνὶ μεγάροισι κέονται
λεπτά τε καὶ χαρίεντα τετυγμένα χερσὶ γυναικῶν.
ἀλλ’ ἤτοι τάδε πάντα καταφλέξω πυρὶ κηλέῳ
οὐδὲν σοί γ’ ὄφελος, ἐπεὶ οὐκ ἐγκείσεαι αὐτοῖς,
ἀλλὰ πρὸς Τρώων καὶ Τρωϊάδων κλέος εἶναι.
Ὣς ἔφατο κλαίουσ', ἐπὶ δὲ στενάχοντο γυναῖκες.'

*

'«Έκτορα, εγώ η δυστυχισμένη· για μια μοίρα λοιπόν κι οι δυο γεννηθήκαμε, συ μεν στην Τροία στον οίκο του Πριάμου, εγώ δε στη Θήβα, κάτω από το δασώδη Πλάκο, στον οίκο του Ηετιώνα, ο οποίος με ανέθρεψε όταν ήμουν μικρή, ο δυστυχής, την κακομοίρα· μακάρι να μη με γεννούσε. Τώρα όμως εσύ έρχεσαι κάτω από τα βάθη της γης στα δώματα του Άδη, εμένα δε μ’ αφήνεις σε φριχτό πένθος, χήρα μέσα στον οίκο. Ο δε γιος μας είναι πολύ ανήλικος, τον οποίο μαζί γεννήσαμε, εγώ κι εσύ, οι κακόμοιροι. Ούτε εσύ, Έκτορα, θα είσαι ωφέλιμος σ’ αυτόν αφού πέθανες ούτε αυτός σε σένα. Γιατί κι αν ακόμη διαφύγει τον πολύδακρυ πόλεμο των Αχαιών, πάντοτε βέβαια αυτός θα έχει ταλαιπωρίες και πένθος στο μέλλον· γιατί άλλοι θα του αφαιρέσουν τα κτήματά του· η δε ημέρα της ορφάνιας κάνει το παιδί τελείως περιφρονημένο από τους συνομηλίκους του· πάντοτε δε σκύβει και οι παρέες του είναι δακρυσμένες· στερούμενο δε το παιδί αυτό έρχεται κοντά στους συντρόφους του πατέρα του πιάνοντας άλλον μεν από το ένδυμα κι άλλον από το χιτώνα· απ’ αυτούς δε κάποιος αν το σπλαχνιστεί μπορεί να του προσφέρει μικρό ποτήρι, και βρέχει μεν τα χείλη του, δεν βρέχει όμως τον ουρανίσκο του· αυτόν δε από το γεύμα τον διώχνει ο αμφιθαλής αδελφός του, χτυπώντας τον με τα χέρια του και επιπλήττοντάς τον με υβριστικούς λόγους. “Γκρεμίσου από δω· ο πατέρας σου βέβαια δεν γευματίζει μαζί μας”. Δακρυσμένο δε το παιδί ξαναγυρίζει στη χήρα μητέρα του. Ο Αστυάνακτας, ο οποίος κατά το παρελθόν μεν πάνω στα γόνατα του πατέρα του μόνο μυαλό έτρωγε και παχύ λίπος από τα πρόβατα· όταν δε τον έπιανε ο ύπνος και σταματούσε να παίζει, κοιμόταν σε κρεβάτι στην αγκαλιά της τροφού, σε μαλακό στρώμα, αφού είχε χορτάσει την καρδιά από ευχάριστα πράγματα. Τώρα δε πολλά θα πάθει, αφού στερήθηκε τον πατέρα του ο Αστυάνακτας, όπως τον φωνάζουν οι Τρώες· γιατί μόνο του προσπαθούσε να σώσει τις πύλες και τα μεγάλα τείχη· τώρα όμως εσένα βέβαια τα αεικίνητα σκουλήκια κοντά στα κυρτά πλοία μακριά από τους γονείς, αφού χορτάσουν οι σκύλοι, θα σε φάνε γυμνό· και όμως τα λεπτά και ωραία ενδύματά σου βρίσκονται στο σπίτι, φτιαγμένα από τα χέρια των γυναικών, αλλά όλα αυτά βέβαια θα τα κάψω με δυνατή φωτιά, τα οποία για σένα δεν είναι καμιά ωφέλεια γιατί δεν βρίσκεσαι σ’ αυτά, αλλά για να είναι φήμη στους Τρώες και τις Τρωάδες».

Έτσι είπε θρηνώντας, και γι’ αυτά στέναζαν οι γυναίκες.'

Όμηρος, Ιλιάς: Τόμος 6: Ραψωδίες Φ, Χ, Ψ, Ω, μτφρ. Παναγιώτης Γιαννακόπουλος, εκδ. Κάκτος

Εξώφυλλο: Όμηρος, Ιλιάς: Τόμος 5: Ραψωδίες Ρ, Σ, Τ, Υ

'Ὣς ἔφαθ’, οἳ δ’ ἄρα νεκρὸν ἀπὸ χθονὸς ἀγκάζοντο
ὕψι μάλα μεγάλως· ἐπὶ δ’ ἴαχε λαὸς ὄπισθε
Τρωϊκός, ὡς εἴδοντο νέκυν αἴροντας Ἀχαιούς.
ἴθυσαν δὲ κύνεσσιν ἐοικότες, οἵ τ’ ἐπὶ κάπρῳ
βλημένῳ ἀΐξωσι πρὸ κούρων θηρητήρων·
ἕως μὲν γάρ τε θέουσι διαῤῥαῖσαι μεμαῶτες,
ἀλλ’ ὅτε δή ῥ’ ἐν τοῖσιν ἑλίξεται ἀλκὶ πεποιθώς,
ἄψ τ’ ἀνεχώρησαν διά τ’ ἔτρεσαν ἄλλυδις ἄλλος.
ὣς Τρῶες εἷος μὲν ὁμιλαδὸν αἰὲν ἕποντο
νύσσοντες ξίφεσίν τε καὶ ἔγχεσιν ἀμφιγύοισιν·
ἀλλ’ ὅτε δή ῥ’ Αἴαντε μεταστρεφθέντε κατ’ αὐτοὺς
σταίησαν, τῶν δὲ τράπετο χρώς, οὐδέ τις ἔτλη
πρόσσω ἀΐξας περὶ νεκροῦ δηριάασθαι.
Ὣς οἵ γ’ ἐμμεμαῶτε νέκυν φέρον ἐκ πολέμοιο
νῆας ἔπι γλαφυράς· ἐπὶ δὲ πτόλεμος τέτατό σφιν
ἄγριος ἠΰτε πῦρ, τό τ’ ἐπεσσύμενον πόλιν ἀνδρῶν
ὄρμενον ἐξαίφνης φλεγέθει, μινύθουσι δὲ οἶκοι
ἐν σέλαϊ μεγάλῳ· τὸ δ’ ἐπιβρέμει ἲς ἀνέμοιο.
ὣς μὲν τοῖς ἵππων τε καὶ ἀνδρῶν αἰχμητάων
ἀζηχὴς ὀρυμαγδὸς ἐπήϊεν ἐρχομένοισιν·
οἳ δ’ ὥς θ' ἡμίονοι κρατερὸν μένος ἀμφιβαλόντες
ἕλκωσ' ἐξ ὄρεος κατὰ παιπαλόεσσαν ἀταρπὸν
ἢ δοκὸν ἠὲ δόρυ μέγα νήϊον· ἐν δέ τε θυμὸς
τείρεθ’ ὁμοῦ καμάτῳ τε καὶ ἱδρῷ σπευδόντεσσιν·
ὣς οἵ γ’ ἐμμεμαῶτε νέκυν φέρον. αὐτὰρ ὄπισθεν
Αἴαντ’ ἰσχανέτην, ὥς τε πρὼν ἰσχάνει ὕδωρ
ὑλήεις πεδίοιο διαπρύσιον τετυχηκώς,
ὅς τε καὶ ἰφθίμων ποταμῶν ἀλεγεινὰ ῥέεθρα
ἴσχει, ἄφαρ δέ τε πᾶσι ῥόον πεδίον δὲ τίθησι
πλάζων· οὐδέ τί μιν σθένεϊ ῥηγνῦσι ῥέοντες·
ὣς αἰεὶ Αἴαντε μάχην ἀνέεργον ὀπίσσω
Τρώων· οἳ δ’ ἅμ' ἕποντο, δύω δ’ ἐν τοῖσι μάλιστα
Αἰνείας τ’ Ἀγχισιάδης καὶ φαίδιμος Ἕκτωρ.
τῶν δ’ ὥς τε ψαρῶν νέφος ἔρχεται ἠὲ κολοιῶν
οὖλον κεκλήγοντες, ὅτε προΐδωσιν ἰόντα
κίρκον, ὅ τε σμικρῇσι φόνον φέρει ὀρνίθεσσιν,
ὣς ἄρ’ ὑπ’ Αἰνείᾳ τε καὶ Ἕκτορι κοῦροι Ἀχαιῶν
οὖλον κεκλήγοντες ἴσαν, λήθοντο δὲ χάρμης.
πολλὰ δὲ τεύχεα καλὰ πέσον περί τ’ ἀμφί τε τάφρον
φευγόντων Δαναῶν· πολέμου δ’ οὐ γίγνετ’ ἐρωή.'

* * *

'Έτσι μίλησε εκείνοι δε αμέσως, αφού αγκάλιασαν το νεκρό, τον σήκωσαν ψηλά από τη γη, πάρα πολύ ψηλά· απ’ αυτό δε κραύγαζε από το πίσω μέρος ο τρωικός στρατός, όταν είδε ότι οι Αχαιοί σήκωσαν το νεκρό· όρμησαν δε κατευθείαν όλοι όμοιοι με σκύλους, όταν αυτοί ορμήσουν εναντίον κάπρου που χτυπήθηκε μπροστά από γενναίους κυνηγούς· για λίγο χρονικό διάστημα δηλαδή τρέχουν (οι σκύλοι), επειδή σφοδρά επιθυμούν να τον κατασπαράξουν, αλλά όταν πια κάνει στροφή μεταξύ αυτών έχοντας πεποίθηση στη δύναμή του, προς τα πίσω υποχωρούν και έντρομοι διασκορπίζονται, άλλος εδώ κι άλλος εκεί· κατά τον ίδιο τρόπο οι Τρώες μέχρις ενός σημείου πάντοτε ακολουθούσαν σε αγέλες, και χτυπώντας με ξίφη και δίκοπα δόρατα· αλλά όταν πλέον βρίσκονταν απέναντί τους, αμέσως τότε το χρώμα τους άλλαξε και κανείς δεν τόλμησε να ορμήσει προς τα εμπρός και να μάχεται για το νεκρό.
Έτσι αυτοί με μεγάλη σπουδή έφεραν το νεκρό από τον πόλεμο προς το κοίλα πλοία· από το πίσω μέρος δε αυτών είχε απλωθεί εναντίον τους άγριος πόλεμος, σαν φωτιά, η οποία, αφού σηκώθηκε ξαφνικά ορμητικά, καίει την πόλη αντρών, ώστε καταστρέφονται τα σπίτια στη μεγάλη λάμψη του πυρός· ο δυνατός δε άνεμος με τη βοή ζωντανεύει αυτήν· κατ’ αυτό τον τρόπο βέβαια παρακολουθούσε αυτούς που έφευγαν ασταμάτητος θόρυβος ίππων αφού λάβουν την ισχυρή τους δύναμη, τραβούν από το όρος μέσα από δύσβατη ατραπό ή μεγάλη δοκό ή μεγάλο ξύλο κατάλληλο για ναυπηγεία, μέσα τους δε η καρδιά τους συγχρόνως βασανίζεται, κι από τον κάματο κι από τον ιδρώτα, επειδή τρέχουν· κατά τον ίδιο τρόπο αυτοί με βιασύνη έφεραν το νεκρό, πίσω δε από αυτούς αντιμετώπιζαν τους Τρώες οι Αίαντες, όπως αναχαιτίζει το νερό προεξοχή βουνού δασώδης, η οποία εκτείνεται κι από το ένα κι από το άλλο μέρος της πεδιάδας και η οποία και τα καταστρεπτικά ρείθρα των ορμητικών ποταμών αναχαιτίζει, όλων δε των ποταμών το ρεύμα αμέσως προς την πεδιάδα το κατευθείνει απωθώντας το· καθόλου δε με τη δύναμή τους δεν καταστρέφουν κατά το διάστημα της ροής τους· κατά τον ίδιο τρόπο πάντοτε οι Αίαντες αναχαίτιζαν από το πίσω μέρος τη μάχη των Τρώων· αυτοί δε μαζί ακολουθούσαν, δύο δε μεταξύ αυτών με πάρα πολύ μεγάλη προθυμία, ο γιος του Αγχίση Αινείας κι ο λαμπρός Έκτορας· εκείνοι δε όπως έρχεται σύννεφο από ψαρόνια ή κοράκια τα οποία δυνατά κραυγάζουν, όταν από μακριά δουν ότι έρχεται κίρκος, ο οποίος προκαλεί καταστροφή στα μικρά πτηνά, κατά τον ίδιο τρόπο από τον Αινεία κι από τον Έκτορα, επειδή πιέζονταν τα παλικάρια των Αχαιών, έφευγαν με δυνατές κραυγές, ξεχνούσαν δε την πολεμική όρεξη· ολόγυρα δε στην τάφρο έπεσαν πολλά ωραία όπλα από τη φυγή των Δαναών· όμως ο πόλεμος δεν σταματούσε.'

Όμηρος, Ιλιάς: Τόμος 5: Ραψωδίες Ρ, Σ, Τ, Υ, μτφρ. Παναγιώτης Γιαννακόπουλος, εκδ. Κάκτος

Εξώφυλλο: Georges Bataille, Correspondence: Georges Bataille, Michel Leiris

[Paris (?), 1924]

Dear friend,

Are you still bored? I am too alone to take this business of boredom seriously on my own account. The things that exert an influence on us in Paris through friendship or from any other reason are idiotic. If what I express is something different from what I have to say, forgive me: which is to say that all this goes on being as muddled as it is. Nor do I believe that the extreme simplifications that I finish up with my own really mean anything, but it is not very hard to work out how I manage to get myself a bargain out of all the various prospects we come to believe in here in Paris. Of course we are not yet at the point of proceedings that can be bought into the open, but if hypocrisy makes us unwilling to risk anything more than the conviction that failure would bring us to the height of ridicule, I am all the more inclined to play and lose: I’m used to it. Clearly nothing of greater consequence than writing this page for example.
In friendship,
Georges Bataille

Georges Bataille’s letter to Michel Leiris, from Correspondence: Georges Bataille, Michel Leiris, edited with notes by Louis Yvert, translator: Liz Heron, publisher: Seagull Books

Εξώφυλλο: Jean-Luc Nancy, Identity: Fragments, Frankness

'Identity is in its lineage, for it can give itself in a gesture that relates the same to itself: “I am I” does not produce such a relation. At most is the relation of logical identity: “I = I.” What is immediately troubling in this equality is that equality states that all the “I” are identically “I.” “I” cannot be posited like an x identical to x, because the “I,” the very word itself, has already engaged the process of its identification. It will speak―or do something―that will be its identity. (This is already done the first time the child says “I,” or when he or she designates himself or herself by name.) However, in order to do this, he or she must return in himself or herself to a point prior [en mont] to himself or herself: to a point where, for instance, prior to any speech, he or she was already disposed to speak. But this is still too general: It is a return, a Platonic anamnesis that would not only be a return to the true Forms (or “Ideas”) but rather to the singular and proper form of this “I.” And this form is deposited nowhere, it is not given, it is not given to him or her: He or she gives himself ot herself to it, or gives it to himself or herself, which amounts to the same, and he or she does so by identifying himself or herself.'

Jean-Luc Nancy, Identity: Fragments, Frankness, translator: François Raffoul, publisher: Fordham University Press

Εξώφυλλο: Όμηρος, Ιλιάς: Τόμος 4: Ραψωδίες Ν, Ξ, Ο, Π

'Ὥς εἰπὼν ἔμπνευσε μένος μέγα ποιμένι λαῶν.
ὡς δ’ ὅτε τις στατὸς ἵππος ἀκοστήσας ἐπὶ φάτνῃ
δεσμὸν ἀπορρήξας θείῃ πεδίοιο κροαίνων
εἰωθὼς λούεσθαι ἐϋρρεῖος ποταμοῖο
κυδιόων· ὑψοῦ δὲ κάρη ἔχει, ἀμφὶ δὲ χαῖται
ὤμοις ἀί̈σσονται· ὃ δ’ ἀγλαί̈ηφι πεποιθὼς
ῥίμφά ἑ γοῦνα φέρει μετά τ’ ἤθεα καὶ νομὸν ἵππων·
ὣς Ἕκτωρ λαιψηρὰ πόδας καὶ γούνατ’ ἐνώμα
ὀτρύνων ἱππῆας, ἐπεὶ θεοῦ ἔκλυεν αὐδήν.
οἳ δ’ ὥς τ’ ἢ ἔλαφον κεραὸν ἢ ἄγριον αἶγα
ἐσσεύαντο κύνες τε καὶ ἀνέρες ἀγροιῶται:
τὸν μέν τ’ ἠλίβατος πέτρη καὶ δάσκιος ὕλη
εἰρύσατ’, οὐδ’ ἄρα τέ σφι κιχήμεναι αἴσιμον ἦεν:
τῶν δέ θ’ ὑπὸ ἰαχῆς ἐφάνη λὶς ἠϋγένειος
εἰς ὁδόν, αἶψα δὲ πάντας ἀπέτραπε καὶ μεμαῶτας·
ὣς Δαναοὶ εἷος μὲν ὁμιλαδὸν αἰὲν ἕποντο
νύσσοντες ξίφεσίν τε καὶ ἔγχεσιν ἀμφιγύοισιν·
αὐτὰρ ἐπεὶ ἴδον Ἕκτορ’ ἐποιχόμενον στίχας ἀνδρῶν
τάρβησαν, πᾶσιν δὲ παραὶ ποσὶ κάππεσε θυμός.'

*

'Έτσι αφού είπε, προκάλεσε μεγάλη ανδρεία στον αρχηγό των στρατειωτών. Όπως δε ακριβώς συμβαίνει, όταν κάποιος ίππος που έμεινε στο στάβλο και φάει κριθάρι στη φάτνη, αφού σπάσει το χαλινάρι, τρέχει καλπάζοντας στην πεδιάδα, συνηθισμένος να λούζεται μέσα σε ποτάμι που ρέει ωραία, καμαρωτός· έχει δε ψηλά το κεφάλι του και στους ώμους του, κι από τα δυο μέρη, κυματίζουν χαίτες· αυτόν δε που υπερηφανεύεται για την ωραιότητά του γρήγορα τα βήματά του τον φέρνουν στους συνηθισμένους τόπους και στη βοσκή των ίππων· έτσι ο Έκτορας γρήγορα οδήγησε τα πόδια του και τα γόνατά του παροτρύνοντας τους ίππους, όταν άκουσε τη φωνή του θεού. Εκείνοι δε, όπως ακριβώς σκύλοι και άντρες αγρότες καταδιώκουν ή ελάφι με κέρατα ή άγρια αίγα, αυτό δε απότομος βράχος και σκιερό δάσος το διασώζει, γιατί βέβαια δεν ήταν πεπρωμένο σ’ αυτούς να φτάσουν· από τις κραυγές τους δε εμφανίζεται στο δρόμο λιοντάρι με πυκνή χαίτη, αμέσως δε αποτρέπει τους πάντες παρ’ ότι σφοδρά το επιθυμούν. Έτσι οι Δαναοί, μέχρι ενός σημείου πάντοτε, ακολουθούσαν όλοι μαζί, χτυπώντας μεταξύ τους και τα δίκοπα δόρατα· μόλις όμως είδαν τον Έκτορα να πλησιάζει τις πυκνές φάλαγγες των αντρών, τρόμαξαν, το θάρρος δε όλων έπεσε στα πόδια τους.'

Όμηρος, Ιλιάς: Τόμος 4: Ραψωδίες Ν, Ξ, Ο, Π, μτφρ. Παναγιώτης Γιαννακόπουλος, εκδ. Κάκτος

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑