
'Αν η Μέγκυ έμενε κάπου εδώ κοντά, θα ’χα δώσει από καιρό ένα τέλος σ’ αυτό το μαρτύριο ―κάτι που το βρίσκω και τελείως φυσικό― ωριμασμένη εκείνη θα ’στεκε εδώ στο ρημάδι μου κι εγώ με την πυρωμένη ανάσα των λυρικών ματιών μου θα στριφογυρνούσα με το κουρασμένο και περήφανο βάδισμα πάνθηρα, τα πόδια μου χαμένα στα κατατρυπημένα παντελόνια μου, θα γύριζα αργά προς το μέρος της και θα της έλεγα με άψογη αγγλική προφορά:
«Μωρό μου, σε δυο λεπτά θα σου ξεσκίσω αυτό το καταραμένο ύφασμα για ν’ αφήσω το κορμί σου γυμνό, και τότε θα δεις έναν τόσο χοντρό και ρυτιδιασμένο λαιμό γαλοπούλας μπροστά σου, που θα σε κάνει να τον θυμάσαι και σ’ αυτόν ακόμη τον παγωμένο τάφο που θα σε ξαπλώσουνε μια μέρα. Έχω μια πελώρια κυρτή ψωλή, με μια καμπύλη ―σωστό δρεπάνι― που ’χει ξεκουφιάσει αρκετά μουνιά μέχρις εδώ, ενώ έκανε τους καυτούς τους χυμούς να στάζουνε στο πάτωμα, όπου και ρουφιόντουσαν απ’ αυτό το χνουδάτο και σκοροφαγωμένο χαλί που βλέπεις κάτω. Αλλά πρώτα απ’ όλα άσε με να αδειάσω αυτή τη μπουκάλα μέχρι το τέλος».
Και μετά θ’ άδειαζα μονορούφι όσο ουίσκι είχε απομείνει, θα έσπαγα το ποτήρι με δύναμη στον απέναντι τοίχο μουρμουρίζοντας κάτι σαν «κι ο Βιγιόν έτρωγε για πρωινό ψητές ρώγες βυζιών», θ’ άναβα ένα τσιγαράκι με το πάσο μου και, μέχρι να γυρίσω απ’ την άλλη, το πρόβλημα θα ’χε εξαφανιστεί πια― δηλαδή απ’ την ανοιχτή πόρτα και στο δρόμο. Σε περίπτωση που δεν είχε φύγει ακόμη, τότε θα ήξερε τι την περιμένει. Και θα το ήθελε. Όπως κι εγώ.'
'Ενώ τώρα, εδώ; Τίποτα απ’ όλα αυτά. Μόνο εξαντλημένα και πρόωρα γερασμένα πρόσωπα. Πρόσωπα που στο προσπέρασμα χαμογελάνε σπασμωδικά και λένε ένα «γεια». Ένα συνεχές δυστυχισμένο μισοσκόταδο, γκρίζα ομίχλη και παγωνιά. Ένας ποιητής που γερνάει μένοντας στην άκρη για να φθαρεί μες στα ίδια του τα σκατά. […] Εγώ όμως ήξερα τι πρέπει να κάνω, να τα παρατήσω όλα σύξυλα και να πάω κάπου, όπου θα ’μαι μ’ ένα μυθικής ομορφιάς πλάσμα που θα μου στήνει πάντα κώλο, θα ’χει ελάχιστες απαιτήσεις και κατά τα άλλα θα ’ναι λιγόλογη. Αλλά πού να βρεθεί κάτι τέτοιο; Και πώς; […] Πολύ θα ήθελα να έχω την απαραίτητη ανθεκτικότητα και να ξανάρχιζα από την αρχή, να τα γράψω όλα στο χαρτί, αλλά πολύ πιο τραχιά αυτή τη φορά, πολύ πιο δυνατά και ξεκαθαρισμένα από πριν.'
Τσαρλς Μπουκόβσκι, Σημειώσεις Ενός Πορνόγερου, Πεζά 1, μτφρ. Τέος Ρόμβος, εκδ. Απόπειρα

'Γράφοντας πρόχειρα σε χαρτόνια από πουκάμισα σε διήμερα μεθύσια:
‘Όταν η Αγάπη γίνεται διαταγή, το Μίσος μπορεί να γίνει ευχαρίστηση.’
‘Ποτέ οι όμορφες σκέψεις κι οι όμορφες γυναίκες δε διαρκούν.’
‘Αν θες να μάθεις πού είναι ο Θεός, ρώτα ένα μεθυσμένο.’
‘Το να μην πονάς σημαίνει πως έπαψες να αισθάνεσαι. Κάθε μια απ’ τις χαρές μας είναι ένα πάρε-δώσε με το διάβολο’
‘Η διαφορά ανάμεσα στην Τέχνη και τη Ζωή είναι πως η Τέχνη είναι πιο υποφερτή.’
‘Σχεδόν όλοι γεννιόμαστε μεγαλοφυΐες και πεθαίνουμε ηλίθιοι.’
‘Συνουσία σημαίνει να κλωτσάς το θάνατο στον κώλο ενώ τραγουδάς.’
‘Διανοούμενος είναι ο άνθρωπος που λέει ένα απλό πράγμα με δύσκολο τρόπο. Καλλιτέχνης είναι ο άνθρωπος που λέει ένα δύσκολο πράγμα με απλό τρόπο.’'
Τσαρλς Μπουκόβσκι, Σημειώσεις Ενός Πορνόγερου, Πεζά 2, μτφρ. Ντίνα Σωτήρα, εκδ. Απόπειρα

'Η γραφή του Κέρουακ έχει να κάνει με τη συγκομιδή όλων όσων συμβαίνουν ακόμη και όταν μοιάζει να μη συμβαίνει απολύτως τίποτα. Δεν έχει να κάνει με την πλοκή ή τη δράση· πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν έχει να κάνει ούτε με τον τρόπο γραφής. Έχει να κάνει με την αντίληψη. Έχει να κάνει με τη συνείδηση, και τη θνητότητα, και την ευσπλαχνία. Είναι ένας διαλογισμός πάνω στη ζωή.
[…] Ο πρωταρχικός σκοπός του Κέρουακ δεν ήταν να κατακτήσει τη λογοτεχνική τελειότητα αλλά να πει την αλήθεια της δικής του εμπειρίας όπως αυτή επηρέαζε το μυαλό του και τις αισθήσεις του. Εάν είχε προσπαθήσει να κατακτήσει τη λογοτεχνική τελειότητα θα το είχε καταφέρει το δίχως άλλο, αλλά με αυτόν τον τρόπο θα είχε θυσιάσει μεγάλο μέρος της, φυσικής του και ευγενικής, δύναμης.
Όχι, χρειαζόμαστε τον Κέρουακ ακριβώς όπως είναι, ακατέργαστο και ετοιμόλογο όπως ήταν κάποτε η αμερικανική Δύση, αυθόρμητο σαν ένα μικρό γατί, απέριττο όπως ένα λουλούδι, με όλα εκείνα που, όπως το είχε θέσει τόσο εύστοχα ο Γκίλμπερτ Μίλσταϊν, αποτελούσαν την «ενήμερη αθωότητά του». Τον χρειαζόμαστε σαν αντίδοτο στο αρνητικό, μινιμαλιστικό, που αρνείται τη ζωή, κόσμιο, δίχως χιούμορ, ειρωνικό, ορθολογικό, υλιστικό, αμερικανικό λογοτεχνικό κατεστημένο, σαν αντίδοτο σε κάθε λογοτεχνικό κατεστημένο. Τον χρειαζόμαστε για την ποιότητα ο οποίος δεν κατέκτησε ποτέ στη δική του ζωή: την ισορροπία.
Η ευφυΐα λαμβάνει άπειρες μορφές: «Το σπίτι της πεζογραφίας», είχε γράψει ο περίφημος Τζέιμς Τζόις, «δεν έχει ένα παράθυρο αλλά ένα εκατομμύριο παράθυρα».
Απλά και μόνο επειδή ο Κέρουακ δεν έγραφε το είδος της πεζογραφίας που έγραφαν η Όστεν ή ο Φλομπέρ ή ο Τολστόι αυτό δε σημαίνει πως η γραφή του ήταν, όπως πίστευε ο Καπότε, τίποτε άλλο από «δακτυλογράφηση». Είχε απίστευτα χαρίσματα και ασύλληπτη ενέργεια και μία μοναδική οπτική ―τα χαρίσματα και την οπτική ενός ποιητή και φιλοσόφου, ίσως, παρά ενός συγγραφέα, διότι παρατηρούσε όλα όσα συνέβαιναν μέσα από το πρίσμα του θανάτου― sub speciae aeternitatis, από τη σκοπιά της αιωνιότητας.
Ο Κέρουακ έζησε κάθε στιγμή σαν να ήταν η τελευταία, λες και όλη του η ζωή περνούσε τη στιγμή του θανάτου μπροστά από τα μάτια του. Αντίθετα μ’ εμάς, θυμόταν τα πάντα, οτιδήποτε του είχε συμβεί. Αυτό όμως ήταν το φορτίο του, και το χάρισμά του συνάμα. […] Χτυπώντας το κεφάλι του πάνω στον τούβλινο τοίχο της αιωνιότητας, κατάφερε τελικά να την κάνει να αποδώσει. Οι λέξεις του χαράχτηκαν πάνω σε γρανίτη και οι ιδέες του στη συνείδηση της γενιάς στην οποία χάρισε το όνομά της. Σε αξιοθαύμαστο βαθμό κατάφερε να πετύχει αυτό που επιθυμούσε. Κατά πόσο άξιζε τον κόπο η επιδίωξή του να συμπεριλάβει τα πάντα θα αποτελεί πάντα θέμα διαφωνίας. Όσο θα υπάρχει τέχνη, θα υπάρχουν οι Έτσι και οι Αλλιώς, και η μεταξύ τους διαμάχη.'
Έλεν Γουίβερ, Ο Αφυπνιστής, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

'This is a cinema of visual understatement and, admittedly, verbal excess, where actors must scrupulously adhere to a text that determines their character’s very being. Je parle, donc je suis: I speak, therefore I am, such is their motto. Rohmer takes to the letter the ‘talking picture’, making conversation the dominant form of screen action. But there is always more to Rohmer film than meets the ear. Endings favour ambiguity over closure, asking spectators to revisit the narrative the better to expose characters’ hidden motives and conflicting points of view [...]. And despite their straightforward linear design, these fictions are not without what Bonitzer calls their ‘secret compartments’, their enigmas and their false trails [...]. Like Hitchcock’s narratives, whose influence they bear, they can aspire to chiselled artistic perfection even as they invite us to contemplate the exterior, world-bound beauty which it is, in Rohmer’s theologically inflected view, cinema’s privilege alone to capture. ‘A humbly documentary presentation of reality inevitably reveals an inherent order, which speaks of God’, writes to this effect Colin Crisp [...].'
Derek Schilling, Eric Rohmer, publisher: Manchester University Press

'Όποιος υποφέρει από ένα συγκεκριμένο κακό δεν έχει δικαίωμα να παραπονιέται: έχει κάτι να ασχολείται. Οι μεγάλοι πάσχοντες δεν ανιούν ποτέ: η αρρώστιά τους γεμίζει όπως η τύψη τρέφει τους μεγάλους ενόχους. Γιατί κάθε έντονο άλγος γεννά ένα είδοωλο πληρότητας και προτείνει στη συνείδηση μια τρομερή πραγματικότητα, την οποία δε θα μπορούσε να αποφύγει· ενώ το άλγος που δεν έχει υλικό μέσα σε αυτό το πρόσκαιρο πένθος που είναι η ανία δεν αντιτάσσει στη συνείδηση τίποτα που να μην υποχρεώνει να κάνει ένα λυσιτελές διάβημα. Πώς να γιατρευτούμε από ένα κακό που δεν εντοπίζεται πουθενά, που είναι εξόχως απροσδιόριστο, που πλήττει το κορμί χωρίς να αφήνει ίχνη, που τρυπώνει στην ψυχή χωρίς να αφήνει σημάδι; Μοιάζει με μια αρρώστια από την οποία γλιτώσαμε, που θα είχε όμως απορροφήσει τις δυνατότητές μας, τα αποθέματα προσοχής που διαθέτουμε, και θα μας είχε αφησει ανήμπορους να πληρώσουμε το κενό που ακολουθεί την εξάλειψη των φρικιάσεων και των βασάνων μας. Η κόλαση είναι ένα λιμάνι μπροστά σε αυτή τη μετατόπιση μέσα στο χρόνο, σε αυτή την κενή και καταβεβλημένη ατονία όπου τίποτα δεν επισύρει την προσοχή μας εκτός από το θέαμα του σύμπαντος που σήπεται μπροστά μας.'
'Όσο για τους εραστές, θα ήταν απεχθείς αν μέσα στους μορφασμούς τους δεν τους άγγιζε το προαίσθημα του θανάτου. Είναι συγκλονιστικό να σκέπτεται κανείς ότι παίρνουμε το μυστικό στον τάφο μας -την αυταπάτη μας- ότι δεν επιβιώσαμε του μυστηριώδους λάθους που αναζωογονούσε την πνοή μας, ότι εκτός από τις πόρνες και τους σκεπτικιστές όλοι οι άλλοι βουλιάζουν μέσα στο ψέμα επειδή δεν μαντεύουν καν την ισοδυναμία που υπάρχει, μέσα στη μηδαμινότητα, ανάμεσα στις απολαύσεις και τις αλήθειες. Θέλησα να διαγράψω μέσα μου τους λόγους που καλούν τους ανθρώπους να υπάρξουν και να δράσουν. Θέλησα να γίνω ανείπωτα φυσιολογικός - να με λοιπόν αμβλύνους, δίπλα-δίπλα με τους ηλίθιους και εξίσου κενός με αυτούς.'
'Δείτε το οποιοδήποτε πρόσωπο που προκάλεσε την προσοχή σας ή σας μετέδωσε κάποια έξαψη: μέσα στο μηχανισμό του ένα τίποτα έχει παραλύσει προς όφελός του. Δίκαια περιφρονούμε εκείνους που δεν αξιοποίησαν τις ελλείψεις τους, που δεν εκμεταλλεύτηκαν τις ένδοιές τους και δεν πλούτισαν από τις απώλειές τους, όπως περιφρονούμε κάθε άνθρωπο που δεν υποφέρει που είναι άνθρωπος ή που απλώς είναι. Έτσι, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε μεγαλύτερη προσβολή σε κάποιον από το να τον αποκαλέσουμε «ευτυχισμένο», ούτε να τον κολακεύσουμε περισσότερο από ό,τι αποδίδοντάς του μια «σκιά θλίψης»... Η ευθυμία δε συνδέεται με καμιά σημαντική πράξη και, με εξαίρεση τους τρελούς, κανείς δε γελάει όταν είναι μόνος.'
'Μια συγκίνηση πρέπει να ξεπέσει πολύ χαμηλά για να καταδεχτεί να μεταμορφωθεί σε ιδέα.'
'Δεν είναι οι μεγάλοι πόνοι που μας σημαδεύουν, αλλά οι υπόκωφοι, επίμονοι, υποφερτοί, που έχουν γίνει μέρος της μικρής μας καθημερινότητας και μας υποσκάπτουν το ίδιο συστηματικά όπως μας υπονομεύει ο Χρόνος.'
'Τα μόνο αξιοσημείωτα γεγονότα μιας ζωής είναι οι χωρισμοί. Είναι επίσης τα τελευταία που σβήνουν από τη μνήμη μας.'
Εμίλ Σιοράν, Στοχασμοί, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης & Κυβέλη Μαλαμάτη, εκδ. Εξάντας

'Η προσχώρηση της Ελλάδας στην ΕΟΚ, το 1981, οπωσδήποτε δεν προκάλεσε ρίγη ενθουσιασμού στους υπόλοιπους εννέα (τότε) εταίρους. Ο σκεπτικισμός των Ευρωπαίων αφορούσαι κυρίως το επίπεδο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Με κάτι περισσοτερο από το μισό του μέσου Ακαθόριστου Κοινοτικού Προϊόντος, η Ελλάδα γινόταν το φτωχότερο μέλος της Κοινότητας των «10». Παράλληλα, οι σχεδόν τρελοί οικονομικοί ρυθμοί ανάπτυξης των δεκαετιών ’60 και ’70 είχαν ήδη, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχίσει να δείχνουν σημάδια κάμψης, μιας κάμψης που η σημασία της, όσον αφορά τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, θα φανεί περισσότερο κατά τη δεκαετία του ’80, όταν η Ελλάδα, ως μέλον πλέον της ΕΟΚ, εμφανίζει ακόμη και αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Δεν ήταν λοιπόν οικονομικά αλλά πολιτικά τα κριτήρια που επικράτησαν και που ευνόησαν την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ. Η επιχειρηματολογία περί πολιτικής προσέγγισης Ελλάδας-ΕΟΚ, περί ταύτισης του πολιτικοκοινωνικού συστήματος, την οποία ανέπτυξε ο Κωσταντίνος Καραμανλής, πρωθυπουργός της Ελλάδας κατά την περίοδο των διαπραγματεύσεων, βρήκε θερμό υποστηρικτή, κατ’ αρχάς, τον Γάλλο πρόεδρο Βαλερύ Ζισκάρ ντ’ Εσταίν. Όταν αργότερα τα πολιτικά επιχειρήματα Ζισκάρ ντ’ Εσταίν-Καραμανλή έκαμψαν τις οικονομικές επιφυλάξεις του Χέλμουτ Σμιτ, ο δρόμος προς την Κοινότητα ήταν ανοικτός για την Ελλάδα: από τη στιγμή όπου ο γαλλογερμανικός άξονας είχε αποφανθεί, κανείς από τους υπόλοιπους δεν είχε λόγο ή διάθεση να γίνει κακός με τον υποψήφιο εταίρο.
Ποια ήταν λοιπόν αυτή η συνάφεια ή και ταύτιση συμφερόντων, που τόσο πολύ μέτρησε τότε ως επιχείρημα; Μια ματιά στην πολιτική γεωγραφία της εποχής, στην πολιτική γεωγραφία της μεταπολεμικής περιόδου αρκεί· η Ελλάδα του (έστω και λιγότερου αναπτυγμένου) καπιταλισμού και της (έστω και με τη διακοπή της από την επτάχρονη δικτατορία) δυτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αποτελεί μια δυτική ή δυτικότροπη νησίδα μέσα σε μια αφιλόξενη θάλασσα, στην οποία κυριαρχούν άλλοι νόμοι. Οι νόμοι του κομμουνισμού στα βορειοανατολικά, ο νόμος του Ισλάμ στην Ανατολή και το Νότο. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα δεν είχε απ’ ευθείας επικοινωνία με τη Δύση μέσω ξηράς. Υπήρχε βέβαια και η Τουρκία, ένας ακόμη σύμμαχος του ΝΑΤΟ, μια χώρα επίσης δυτικότροπη. Όχι όμως αρκετά: η Τουρκία ήταν κράτος κοσμικό μεν, αλλά ισλαμικό. Η οικονομία της ήταν καπιταλιστική αλλά υπανάπτυκτη. Η δημοκρατία της υπό αναστολή σε μια αέναη εναλλαγή με τη δικτατορία των στρατιωτικών. Όχι, η Τουρκία δεν μπορούσε να είναι υποψήφια για ένταξη στην Ευρώπη, αφού άλλωστε μόνον ένα μικρό της τμήμα ανήκει γεωγραφικά στην Ευρώπη. Η Τουρκία, σε διαρκή διαμάχη με την Ελλάδα, δεν ήταν παρά ένα ακόμη μοναχικό κράτος της περιοχής. Στην Ελλάδα υπάρχει μια ειδική έκφραση γι’ αυτή τη μοναξιά: είμαστε μια χώρα ανάδελφη, ένας λαός ανάδελφος.'
Δαμιανός Παπαδημητρόπουλος, Η Ελλάδα στη Βαλκανική Κρίση, εκδ. Πόλις

'Τὸ βαθύτερο νόημα τῆς νεοελληνικῆς ἱστορίας μπορεῖ νὰ συνοψιστεῖ στὰ παρακάτω: εἶναι ἡ ἱστορία τῶν ἐπίπονων προσπαθειῶν ἑνὸς ἀρχαίου λαοῦ νὰ συγκροτηθεῖ σε σύγχρονο ἔθνος, νὰ συνειδητοποιήσει τὸν ἰδιαίτερο χαρακτήρα του καῖ νὰ ἐξασφαλίσει τὴ θέση του ὡς καθορισμένη ὀντότητα μέσα στὸ σύνολο τοῦ σύγχρονου κόσμου. Αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ φαινόμενο, παρ’ ὅλο ποὺ δὲν περιορίζεται στὸν ἑλληνικὸ λαὸ ―κι ἄλλοι ἐξίσου ἀρχαῖοι λαοὶ ἐπειχείρησαν καὶ ἐπιχειροῦν τὴν ἴδια προσπάθεια― παρουσιάζει, στὴν ἑλληνικὴ περίπτωση, ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ γενικὴ ἱστορία. Πρόκειται γιὰ ἕνα λαὸ ποὺ ὁ τρόπος τῆς ζωῆς καὶ τῆς σκέψης του τὸν συνδέει, τόσο χάρη στὴν ἴδια του τὴ βούληση ὅσο καὶ χάρη σὲ ἀντικειμενικοὺς δεσμοὺς, μὲ τὴν παράδοση ποὺ ἀποτελεῖ τὶς βάσεις τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Ἔτσι, ἡ νεοελληνικὴ ἱστορία προσφέρει ἕνα τυπικὸ παράδειγμα γιὰ τὴ μελέτη τοῦ φαινομένου, ὅπως ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα, μὲ τὴν ἀδιάκοπη ἐξέλιξή της δίνει στὸ γλωσσολόγο τὸ καλύτερο ἀντικείμενο μελέτης γιὰ τὶς ἰνδο-ευρωπαϊκὲς γλῶσσες καὶ τὴ γενικὴ γλωσσολογία. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο γεννήθηκε στοὺς ξένους παρατηρητὲς καθὼς καὶ στοὺς Ἕλληνες ἡ ἰδέα τῆς «διαρκοῦς παρουσίας τῆς Ἑλλάδος», ἰδέα πού, ἄν καὶ εἶναι πάντα παρούσα σὲ κάθε ἀποφασιστικὸ στάδιο τῆς πορείας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν αὐτογνωσία του, ἔχει ὠστόσο συμβάλλει εὐρύτατα στὴν παρέκκλιση τῆς πορείας αὐτῆς καὶ στὸ θόλωμα τῆς καθαρότητας τοῦ περιγράμματος τῆς νεοελληνικῆς ἰδεολογίας. Ἀπαιτεῖται ἤδη μεγάλη διαλεκτικὴ προσπάθεια, ποὺ ἄλλα στοιχεῖα τὴν δυσκολεύουν ἀκόμα περισσότερο, γιὰ νὰ συμφιλιωθοῦν οἱ ἐγγενεῖς ἀντιφάσεις αὐτῆς τῆς ἰδέας ποὺ διαπερνᾶ πολιτισμικὲς πραγματικότητες καὶ δομὲς διαφορετικὲς καὶ ἀντιτιθέμενες: τὴν παγανιστικὴ καὶ ἀνθρωπιστικὴ Ἀρχαιότητα, ὅπου ἡ ἀπρόσωπη πόλη καὶ ὁ πολίτης βρίσκονται σε ἁρμονικὴ ἀλληλεξάρτηση· τὸ ὀρθόδοξο Βυζάντιο, ὅπου τὸ ἀνθρώπινο δὲν ὑπάρχει παρὰ μέσα στὸ θεῖο καὶ διαμέσου τοῦ θείου καὶ ὅπου τὸ ἄτομο εἶναι ἀπόλυτα ὑποταγμένο στὴν προσωπικὴ βούληση τοῦ μονάρχη.
Πράγματι, ἐκτὸς ἀπ’ τὴν ἕλξη τῆς Ἀρχαιότητας καὶ τὴ συνεχὴ παρουσία τοῦ Βυζαντίου, ἔστω καὶ μόνο μέσω τῆς ἐκκλησίας, ὁ ἑλληνισμός ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ συνειδητοποιήσει, γιὰ νὰ τὶς κυριαρχήσει, ἀνατολικὲς ἐπιδράσεις· νὰ ἀναγνωρίσει τὸν ἑαυτό του μεσα στὸ πλέγμα τῶν δεσμῶν του μὲ τοὺς ἄλλους βαλκανικοὺς λαούς, μὲ τοὺς ὁποίους ἔχει ζήσει σ’ ἐπαφὴ γιὰ αἰῶνες στὴ βυζαντινὴ, στὴν ὁρθόδοξη καὶ στὴν ὀθωμανικὴ κοινότητα· τέλος, νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του στὴν οἰκουμενικότητα τῆς δυτικῆς παιδείας, πρὸς τὴν ὁποία, παρὰ τὶς ὁποιεσδήποτε ἀντίροπες τάσεις, τὸν ἔφερναν, μόλις συγκροτήθηκε σὲ ἔθνος, οἱ γεωγραφικὲς καὶ οἱκουμενικὲς του σχέσεις καθὼς καὶ ἡ ἑλληνικὴ του παράδοση, ποὺ τὴν ξανάβρισκε μέσα στὶς ἄρχὲς τῆς δυτικῆς σκέψης καὶ ποὺ τὸν βοηθοῦσε νὰ τὶς ἀφομοιώσει γιὰ τὶς δικές του δημιουργίες.
Αὐτὴ ἡ πολλαπλότητα τῶν παραγόντων, διαφορετικῶν ἤ ἀντίθετων, ὅπου ἡ νεοελληνικὴ σκέψη βρέθηκε περιπλεγμένη, εἶναι στὴ βάση τῆς ἀντίφασης ποὺ διαπιστώνουμε συχνὰ στὴν ἐξέλιξη τῆς σύγχρονης Ἕλλάδας, ἀντίφαση ποὺ τὴν ἐκμεταλλεύτηκαν διάφορες κοινωνικὲς ὁμάδες στὶς συγκρούσεις τους καὶ ποὺ τὴν ἐπιδείνωσε ἡ ἄμεση ἀνάμιξη στὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς Ἑλλάδας τῶν μεγάλων δυνάμεων ποὺ ἀνταγωνίζονται στὴ νοτιο-δυτικὴ Εὐρώπη καὶ στὴν Ἐγγὺς Ἀνατολὴ. Δὲν ὑπάρχει ἄρα τίποτε τὸ ἐκπληκτικὸ στὸ ὅτι ἡ νεοελληνικὴ ἱστορία εἶναι τόσο ἰσχυρὰ σημαδεμένη ἀπὸ προόδους καὶ ὐποχωρήσεις, καθὼς καὶ ἀπὸ ἐξάρσεις ποὺ ἀνακάπτονται ἀπότομα γιὰ λόγους ξένους πρὸς τὴν ἐσωτερικὴ ἐξέλιξη του Ἔθνους.'
Νίκος Γ. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, μτφρ. Αικατερίνη Ασδραχά, εκδ. Θεμέλιο










