προγραφές

Εξώφυλλο: Κώστας Κουτσουρέλης, ‘Δώδεκα Νότες για μια Μετάφραση’, από την Εισαγωγή της έκδοσης

τίγρη φωτόχρωμη, σταχτὶ ἐλάφι
βαθιὰ μὲς στὰ περίχωρα τῆς νύχτας,
μισοϊδωμένο ἕνα κορίτσι γέρνει
ἀπ’ τῆς βροχῆς τὰ πράσινα μπαλκόνια,
πρόσωπο ἐφηβικὸ ποὺ δὲν μετριέται,
ξέχασα τ’ ὄνομά σου, Μελουζίνα,
Λάουρα, Ἰσαβέλλα, Περσεφόνη,
ἕχεις τὰ πρόσωπα ὅλα καὶ κανένα,
εἶσαι οἱ ὧρες ὅλες καὶ καμμία,
μοιάζεις ἐσῦ μὲ σύννεφο, μὲ δέντρο,
εἶσαι ὅλα τὰ πουλιὰ μὰ κι ἕνα ἀστέρι,
μοιάζεις ἐσὺ μὲ τοῦ σπαθιοῦ τὴν κόψη,
τὴν κούπα τὴν αἱμάτινη τοῦ δήμιου,
κισσὸς ποὺ εἰσβάλλει, ζώνει, ξεριζώνει
καὶ τὴν ψυχὴ χωρίζει ἀπ’ τὸν ἑαυτό της

*

ὄψη καμένη, καταφαγομένη,
ὄψη ἐφηβική, κατατρεγμένη,
χρόνια φαντάσματα, κύκλιες ἡμέρες
ποὺ σ’ ἴδια αὐλὴ ὁδηγοῦν, στὸν ἴδιο τοῖχο,
καίει ἡ στιγμή, κι εἶναι μιὰ ὀψη μόνο
οἱ ὄψεις οἱ διαδοχικὲς τῆς φλόγας,
ἕνα ὄνομα ὅλα τὰ ὀνόματα εἶναι,
ὅλα τὰ πρόσωπα εἶναι ἕνα μόνο,
μονάχα μιὰ στιγμὴ ὅλοι οἱ αίῶνες
καὶ πάντα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων
θὰ φράζουν τοῦ αὔριο τὴν ὁδὸ δυὸ μάτια,

*

καλύτερα ἡ ἁγνότητα, ἄυλο ἄνθος
ποὺ στῆς σιωπῆς λικνίζεται τοὺς μίσχους,
τὸ δύσκολο διαμάντι τῶν ἁγίων,
φίλτρο τῶν πόθων, κορεσμὸς τοῦ χρόνου,
γάμοι τῆς κίνησης καὶ τῆς γαλήνης,
μιὰ ἐστεμμένη μοναξιὰ ποὺ ψάλλει,
κάθε ὥρα εἶναι ἕνα πέταλο κρυστάλλου,
ὁ κόσμος ξεγυμνώνεται ἀπ’ τὶς μάσκες,
στὸ κέντρο του, μιὰ διαύγεια ποὺ πάλλει,
ὅ,τι λέμε Θεό, τὸ ἀνώνυμο εἶναι,
κοιτιέται στὸ μηδέν, τὸ ἀπρόσωπο εἶναι
προβάλλει ἐξ ἑαυτοῦ, ἡλίων ἥλιος,
πληρότητα ἀπ’ ὀνόματα καὶ ὄντα·

*

νὰ πάω ζητῶ, μὰ δὲν μπορῶ, πιὸ πέρα,
ἔπεσε ἡ μιὰ στιγμὴ πάνω στὴν ἄλλη,
τὰ ὄνειρα κοιμήθηκα τῆς πέτρας
ποὺ ὄνειρα δὲν βλέπει, τὸ αἷμα μου ἄκουσα
στῆς πέτρας τὸν καιρὸ δέσμιο νὰ ψάλλει,
μὲ μιὰ βοὴ ὅλο φῶς ἔψαλλε ὁ πόντος,
ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὀχυρὰ λυγίζαν,
στὰ τείχη ὅλες οἱ πύλες καταρρέαν
καὶ κούρσευε τὸ μέτωπό μου ὁ ἥλιος,
βίαζε τὰ κλειστὰ τὰ βλέφαρά μου,
τὸ εἶναι μου ἀπ’ τὴ φλούδα του ἀποσποῦσε,
μὲ ἅρπαζε ἀπὸ μένα, μὲ τραβοῦσε
ἀπὸ τὸν βάρβαρο ὕπνο αἰώνων πέτρας
καὶ τοῦ εἰδώλού του ἀνάσταινε ἡ μαγεία
μιὰ ἰτιὰ κρυστάλλινη, μιὰ ὑδρόεσσα λεύκα,
ἕνα ἀναμορδαρμένο σιντριβάνι,
ἕνα δέντρο βαθὺ ποὺ ὅμως χορεύει,
τὸ πέρασμα ἑνὸς ποταμοῦ ποὺ ἑλίσσεται,
μακραίνει, ἀναποδίζει, ἀλλάζει κοίτη
καὶ πάντα ἐκβάλλει:

Οκάβιο Πας, Ηλιόπετρα, μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης, εκδ. Gutenberg

* * *

Ἂν στὴν τεχνοτροπία της ἡ Ἡλιόπετρα κινεῖται διαρκῶς ἀνάμεσα σὲ δύο ἀντικειμενικοὺς πόλους, τοὺς ὁποίους συναιρεῖ, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ θεματικὴ τῆς. Κόκκινος μίτος ποὺ τὴ διαπερνᾶ εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς «χαμένης ἑνότητας» ─ τὸ αἴτημα τῆς ὑπέρβασης τῶν ἀντιθέτων, τῆς γεφύρωσης τῶν διεστώτων, ποὺ τόσο ἀπασχόλησε τοὺς μυστικοὺς καὶ τοὺς ρομαντικοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ὁ Πᾶς παρακολουθεῖ αὐτὸ τὸ αἴτημα μέσα ἀπὸ μιὰ σειρὰ ἀντίμαχα ζεύγη: Ἐγὼ καὶ Ἐσύ∙ Χῶρος καὶ Χρόνος∙ Στιγμὴ καὶ Αἰωνιότητα∙ Ἀθλιότητα καὶ Μεγαλεῖο∙ Εἶναι καὶ Μηδέν∙ Θάνατος καὶ Ἔρωτας. Ἰδίως ὁ ἔρωτας ἔχει στὸ ποίημα ἐξέχουσα θέση. Γιὰ τὸν Πᾶς, ἀποτελεῖ τὴ μόνη ὁδὸ πρὸς τὴν αὐθεντικὴ βίωση τοῦ χρόνου, μιὰ δύναμη λυτρωτικὴ καὶ συνάμα ἀνατρεπτική, ποὺ καταλύει τὸ κράτος τῆς καθημερινότητας καὶ αἴρει τὴ βία τῆς ἱστορίας. Ὁ ἔρωτας στὴν ἔσχατη ὑπαρξιακὴ του ἔνταση ξεφεύγει ἀπὸ κάθε χρονικὸ επικαθορισμό. Ἡ ἐπικράτεια του εἶναι συγχρόνως ἐκείνη τοῦ ἀκαριαίου καὶ τοῦ ἀτελεύτητου: sólo un instante, ἡ μία μόνο στιγμή. Ὁ Χούλιο Κορτάσαρ ἀποκάλεσε τὴν Ἡλιόπετρα τὸ «ὡραιότερο ἐρωτικὸ ποίημα τῆς λατινοαμερικανικῆς λογοτεχνίας».

Κώστας Κουτσουρέλης, ‘Δώδεκα Νότες για μια Μετάφραση’, από την Εισαγωγή της έκδοσης

*

Ἡ Ἡλιόπετρα εἶναι ποίημα συνεχές, ἀδιάλειπτο. Δὲν εἶναι μόνο ὅτι μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τὴ διαβάσουμε «μιὰ κι ἔξω», οὔτε κὰν ὅτι προσφέρεται ἰδιαίτερα γιὰ κάτι τέτοιο ─ τὸ ἀπαιτεῖ. Καθὼς τὸ κείμενο εἶναι φτιαγμένο ἀπὸ ἀνομοιοκατάληκτους ἐνδεκασύλλαβους, οἱ παύσεις ποὺ στὴν Ἡλιόπετρα ἔχουν τὴν μορφὴ κενῶν τυπογραφικῶν διαστημάτων δὲν δηλώνουν μιὰ συμβατικὴ στροφικὴ διαίρεση, ἀλλὰ ἀποτελοῦν σημεῖα μετάβασης: θέσεις ἀλλαγῆς τοῦ τόνου, ρυθμικὲς ἐπιτάχυνσης ἀπὸ τὴ μιὰ θεματικὴ βαθμίδα στὴν ἄλλη. […] ὅλο τὸ ποίημα ἀποτελεῖται ἀπὸ μιὰ συνεχὴ ἀλληλοδιαδοχὴ καὶ συνύπαρξη τέτοιων βαθμίδων. Ἀκόμη καὶ ὅταν οἱ παύσεις μᾶς προσκαλοῦν νὰ ἀναλογιστοῦμε τὰ ὅσα προηγήθηκαν, τὰ ἐνδιάμεσα αὐτὰ κενὰ ἐπ’ οὐδενὶ μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν κίνητρο γιὰ νὰ διακόψουμε τὴν ἀνάγνωση. Σὲ κάτι τέτοιο στέκει ἐμπόδιο ἕνα διπλό, δραστικότατο μορφικὸ μέσο: ἀπὸ τὴ μιά, ὁ ρυθμὸς τοῦ ἐνδεκασύλλαβου, ποὺ στὴ μετρικὴ παράδοση τῆς ἰσπανικῆς ─κληρονομιά ἀπὸ τὰ ιταλικά─ συνιστᾶ ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση τὸ μέτρο τῆς λογίας ἔμμετρης ἀφήγησης, τὸ ὁποῖο ἔχει τὸ ἀντίστοιχο τοῦ στὸν ὀκτασύλλαβο στίχο τῆς δημοτικῆς ποίησης∙ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ φραστικὸς ρυθμὸς τοῦ ποιήματος, ὁ ὁποῖος προκύπτει ἀπὸ παραθετικὲς καὶ ἀλληλένδετες προτάσεις ποὺ ἡ καθεμιὰ τοὺς δρᾶ σὰν γέφυρα, σὰν ἐνδιάμεσος κρίκος καὶ ποὺ στὸ ἐπίπεδο τῶν εἰκόνων συγχωνεύεται σχεδὸν πλήρως μὲ ὅ,τι προηγεῖται καὶ ὅ,τι ἕπεται, ἔτσι ὥστε ἡ κίνηση τοῦ ἐκφερόμενου λόγου στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ποιήματος νὰ μοιάζει μὲ μιὰ διηνεκὴ παλινδρόμηση ρευστῶν εἰκόνων, μὲ τὴν καθεμιὰ τους νὰ ἐκβάλλει σὲ μιὰ καινούργια, κι αὐτὴ μὲ τὴ σειρὰ τῆς νὰ ἀνοίγεται πρὸς μιὰν ἄλλη. Τούτη ἡ βασικὴ ἰδέα τῆς ἑνότητας τονίζεται ἀκόμη περισσότερο μὲ τὴν κυκλικὴ μορφὴ τοῦ ποιήματος, ποὺ καταλήγει στοὺς ἴδιους στίχους ἀπὸ τοὺς ὁποίους ξεκινᾶ, ἔτσι πού, ἂν δὲν θέλουμε νὰ τὴ δοῦμε ὡς ἀλληγορία τοῦ κοσμικοῦ κύκλου τῆς τροχιὰς τῆς Ἀφροδίτης (ὁ ἀριθμὸς τῶν στίχων δίχως τοὺς ἐπαναλαμβανόμενους ἕξι τελευταίους ἀντιστοιχεῖ στὶς 584 ἡμέρες τῆς συνοδικῆς περιόδου τοῦ πλανήτη), νὰ μποροῦμε πάντως νὰ τὴ θεωρήσουμε, λόγω αὐτῆς τῆς ἔμμονης κίνησης τῆς πρὸς τὰ ἐμπρός, ὡς ἕνα perpetuum mobile μ’ ἐκείνη τὴν ἰδιότητα τῆς ἀέναης ροῆς ποὺ ἔχει ἡ ζωή, καὶ ποὺ κατὰ ἀξιοπρόσεχτο τρόπο μόνο ἡ στιγμή, ἡ γεννημένη στὸ ποίημα, μπορεῖ νὰ συγκρατήσει. Ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε: Ἡ ο ὐ σ ί α τ ῆ ς π ο ί η σ η ς ε ἶ ν α ι ἡ ἱ κ α ν ό τ η τ α τ ῆ ς ν ὰ σ υ γ κ ρ α τ ε ῖ τ ὴ σ τ ι γ μ ὴ γ ι ὰ λ ο γ α ρ ι α σ μ ὸ τ ῶ ν α ἰ σ θ ή σ ε ώ ν μ α ς. Τὸ βίωμα αὐτῆς τῆς ἀποκάλυψης μπορεῖ νὰ παραβληθεῖ μὲ τὴν ἔκσταση τῶν μυστικῶν τοῦ δυτικοῦ κόσμου, μὲ τὸν «νηφάλιο φωτισμὸ» στὸ Ζὲν ἢ μὲ τὴν κλιμάκωση στὴν ἐρωτικὴ πράξη καὶ ἐν προκειμένω συνιστᾶ μιὰ ἀπὸ τὶς ὠθητήριες δυνάμεις στὴν Ἡλιόπετρα, καθὼς καὶ 'σ’ ὅλο τὸ ποιοητικὸ ἔργο τοῦ Οκάβιο Πᾶς.

 

Πέρε Ζιμφερέρ, ‘Η Ηλιόπετρα του Οκτάβιο Πας’, από το Επίμετρο της έκδοσης

·

↑