
‘Τα αγγλικά, που μπορούν να εκφράσουν τις σκέψεις του Άμλετ και την τραγωδία του Ληρ, δεν έχουν λέξεις για το ρίγος και τον πονοκέφαλο. Η γλώσσα αναπτύχθηκε προς μία μόνο κατεύθυνση. Η κάθε μαθητριούλα, μόλις ερωτευθεί, έχει τον Σαίξπηρ και τον Κιτς να μιλήσουν για λογαριασμό της· βάλτε όμως τον άνθρωπο που υποφέρει να περιγράφει τον πόνο στο κεφάλι του κι η γλώσσα στερεύει αμέσως. Δεν υπάρχει καμιά έτοιμη έκφραση για να χρησιμοποιήσει. Θ’ αναγκαστεί να επινοήσει λέξεις, και παίρνοντας απ’ το ένα χέρι τον πόνο του κι απ’ το άλλο ένα κομμάτι καθαρού ήχου (όπως έκαναν ίσως στην αρχή οι κάτοικοι της Βαβέλ), να τους κοπανήσει μεταξύ τους, να τους τσακίσει, ώσπου να ξεπηδήσει τελικά μια ολοκαίνουργια λέξη.’
‘Ας κοιτάξουμε το τριαντάφυλλο. Το έχουμε τόσες πολλές φορές δει ν’ ανθίζει στο βάζο, το έχουμε τόσες πολλές φορές συνδέσει με το κάλλος στην ακμή του, που έχουμε ξεχάσει πόσο ασάλευτο και σταθερό στέκει ολόκληρο το απόγευμα μες στο χώμα. Κρατά μια στάση απόλυτης αξιοπρέπειας και αυτοκυριαρχίας. Το χρώμα διαδέχεται στα πέταλά του με τρόπο αμίμητα ορθό. Αργότερα ίσως πέσει εσκεμμένα· αργότερα ίσως όλα τ’ άνθη, τα ηδονικά ιώδη, τα υπόλευκα, στην κέρινη σάρκα των οποίων το κουτάλι έχει αφήσει έναν μικρό στρόβιλο από βυσσινάδα· γλαδιόλες, ντάλιες, κρίνοι ιερατικοί, εκκλησιαστικοί· άνθη με κομψά κολάρα από χαρτόνι σε ανάλαφρες αποχρώσεις του βερίκοκου και του κεχριμπαριού, θα γείρουν απαλά τα κεφάλι στην αύρα – όλα, εκτός από το βαρύ ηλιοτρόπιο, που περήφανα αντικρίζει τον ήλιο του μεσημεριού κι ίσως τα μεσάνυχτα ν’ αψηφά το φεγγάρι. Έτσι λοιπόν φυτρώνουν· κι αυτά, τα πιο σιωπηλά, τα πιο αυτάρκη διάλεξαν οι άνθρωποι για να τους συντροφεύουν· αυτά συμβολίζουν τα πάθη τους, κοσμούν τις γιορτές τους και κείτονται (λες και εκείνα γνωρίζουν τη θλίψη) στο προσκέφαλο των νεκρών. Είναι άξιο θαυμασμού πώς οι ποιητές βρήκαν στη φύση τη θρησκεία τους· πώς ο κόσμος ζει στην εξοχή για να διδαχθεί απ’ τα φυτά την αρετή. Κι είναι η αδιαφορία τους αυτή που μας ανακουφίζει. Εκείνες τις χιονισμένες εκτάσεις του μυαλού, που ο άνθρωπος δεν έχει διατρέξει, τις επισκέπτεται το σύννεφο και τις φιλά το πέταλο στην πτώση του, με τον ίδιο τρόπο που, σε μιαν άλλη σφαίρα, μας παρηγορούν οι μεγάλοι καλλιτέχνες, οι Μίλτον και οι Πόουπ, όχι με τη σκέψη τους για μας αλλά με τη λησμονιά τους.’
Βιρτζίνια Γουλφ, Πώς Είναι να Είσαι Άρρωστος, μτφρ. Άννυ Σπυράκου, εκδ. Συνάψεις
* * *
Η αρρώστια είναι μια από τις βασικές ιστορίες της ζωής της Βιρτζίνια Γουλφ. Οι κλονισμοί και οι απόπειρες αυτοκτονίας στα νεανικά της χρόνια, που μπορούν να θεωρηθούν ενδείξεις μανιοκατάθλιψης (μολονότι αυτή η διάγνωση έχει έντονα αμφισβητηθεί) οδήγησαν στα τριάντα χρόνια της ενήλικης συγγραφικής της ζωής, σε επίμονες περιοδικές αρρώστιες, όπου τα ψυχικά και τα σωματικά συμπτώματα έμοιαζαν άρρηκτα συνδεδεμένα. Στις μυθιστορηματικές εκδοχές της αρρώστιας στο έργο της Γουλφ, υπάρχει μια αλληλοεπικάλυψη ανάμεσα στα χρονικά του παραληρήματος του λυσσώδους πυρετού (Ραχήλ στο The Voyage Out [Το ταξίδι]), στις φοβίες της βαθιάς κατάθλιψης (Ρόντα, Τα κύματα) και στις παραισθήσεις και την ευφορία της αυτοκτονικής μανίας (Σέπτιμους, Η κυρία Νταλαγουέι). Σε όλη της τη ζωή οξέα σωματικά συμπτώματα –πυρετοί, λιποθυμίες, πονοκέφαλοι, ταχυπαλμίες, αϋπνίες– σηματοδοτούσαν και συνόδευαν φάσεις υπερδιέγερσης ή κατάθλιψης. Στις χειρότερες από αυτές, έπαυε σχεδόν να τρώει και αδυνάτιζε τρομακτικά. Τρομεροί πονοκέφαλοι όριζαν το ξεκίνημα της αρρώστιας ή της εξάντλησης. Η σύνδεση που κάνει στο κείμενο ανάμεσα σε «πυρετό» και «μελαγχολία» τής ήταν πολύ οικεία. Οι ταχυπαλμίες και ο πυρετός, που διαρκούσαν κάποτε για εβδομάδες, είχαν διαγνωσθεί ως «γρίπη»· το 1923, διαπιστώθηκε η παρουσία «μικροβίων πνευμονίας». Στις αρχές του 1922, τα συμπτώματα αυτά επιδεινώθηκαν τόσο ώστε επισκέφθηκε έναν καρδιολόγο, ο οποίος διέγνωσε «κουρασμένη» καρδιά ή φύσημα. Απίστευτο για τους μη ειδικούς, της συστήθηκε εξαγωγή των δοντιών για την αντιμετώπιση των επίμονων υψηλών πυρετών – καθώς και για τη «νευρασθένεια». (Η επίσκεψη επομένως στον οδοντογιατρό στο Πώς είναι να είσαι άρρωστος δεν είναι εκτός θέματος.) Είναι λοιπόν πιθανό, παρόλο που δεν μπορεί να αποδειχθεί, ότι ίσως έπασχε από κάποιο χρόνιο εμπύρετο ή φυματώδες νόσημα. Είναι επίσης πιθανό ότι τα φάρμακα που έπαιρνε, τόσο για τα σωματικά όσο και για τα ψυχικά συμπτώματά της, επιδείνωναν την κακή υγεία της. «Αυτός ο ανδρείος πρίγκιπας», το «Κλοράλ» είναι μια από τις κινητήριες δυνάμεις στο Πώς είναι να είσαι άρρωστος. (Οι άλλες λιγότερο ζοφερές δεσπόζουσες θεότητες –σε αντιδιαστολή με το θεό των επισκόπων– είναι η «πάνσοφοι μοίρα» και η «φύση»). Το Κλοράλ ήταν ένα από τα καταπραϋντικά που της χορηγούνταν συχνά, μαζί με τα δαχτυλίδια και τα βερονάλ, ανάμικτα ορισμένες φορές με βρομιούχο κάλιο – το οποίο δεν αποκλείεται να επηρέαζε αρνητικά τη νοητική της κατάσταση. Τη φαρμακευτική αγωγή συμπλήρωνε μια κούρα περιορισμού: αποφυγή «ταραχής», ανάπαυση, δίαιτες με γάλα και κρεατικά, απαγόρευση εργασίας. Σε όλη της της ζωή είχε ν’ αντιπαλέψει ψυχικές καταστάσεις που τη βασάνιζαν και την τρομοκρατούσαν, σωματικά συμπτώματα επώδυνα κι εξουθενωτικά. Στα γραπτά της όμως για την αρρώστια –όπως και σε τούτο εδώ– υπάρχει επίσης μια επαναλαμβανόμενη έμφαση στις δημιουργικές και απελευθερωτικές της επιπτώσεις. «Πιστεύω ότι αυτές οι αρρώστιες είναι στην περίπτωσή μου –πως να το εκφράσω; – σ’ ένα βαθμό μυστικιστικές. Κάτι συμβαίνει στο μυαλό μου». Το Πώς είναι να είσαι άρρωστος ανιχνεύει αυτό το «κάτι» στις «ανεξερεύνητες χώρες», στο «παρθένο δάσος», της εμπειρίας του μοναχικού ανήμπορου ατόμου.
Ερμιόνη Λι, από το ‘Επίμετρο’ της έκδοσης
