
‘Μιλώντας ξαπλωμένη στό κρεβάτι τῆς ἡ Ἀγγελική ὅλα σχεδόν τά αναπαραστούσε μέ πόδια, χέρια, δάκτυλα καί μορφασμούς λιγούρας ἤ ἐρωτικῆς φαγούρας, ὅμως ἀπό μιά ἄλλη, πιό λοξή ματιά, ἡ σκέψη τοῦ Λέανδρου περνοῦσε σέ μιά βαθύτερη ἀναπαράσταση, σχεδόν ἀφαίρεση, πού ἐχέφρονες μελετητές τοῦ θέματος συσσώρευσαν ἀπό καιρό σέ κάποια εἰδικά βιβλία, παράξενα γοητευτικά ὅταν τά διαβάζει κανείς, κείμενα ἱερά τῆς πτωματολογίας πού ἔρχονταν μπροστά στά μάτια του σάν νά τά διαβάζει ἐκείνη τήν στιγμή.
Καμμιά ζωντανή ὕπαρξη, συλλογιζόταν ὁ Λέανδρος, δέν μπορεῖ νά νοιώσει τά σκουλήκια τοῦτα πού διαισθάνονται κυρίως οἱ ἀπαρηγόρητες χῆρες πού πᾶνε κάθε μέρα στόν τάφο τοῦ ἄνδρα τούς ἤ τά γραΐδια πού τά τραβάει τό χῶμα. Τό ἑκατονταετές γραΐδιο πού μύριζε χωματίλα, ὅπως ἔλεγε ἡ Ἀγγελική, δέν μποροῦσε βέβαια νά ἀπολαμβάνει πλήρως τήν ιεροτελεστική διαδοχή τῶν ἐντόμων καί σκουληκιῶν πού ἐμφανίζονται ἀναλόγως φάσεων τοῦ θανάτου, βαθμοῦ τῆς σήψης κι ἄλλων ἀντιφάσεων. Τί εἶναι πτῶμα; Μέ τίς χημικές ἀλλοιώσεις τῶν ἱστῶν, τήν ψύξη, τίς πτωματικές ὑποστάσεις ἤ πελιδνότητες, τήν πτωματική ἀκαμψία καί σήψη ὡς ἀπόλυτες ἀξίες τοῦ θανάτου, ἀξίες δηλαδή καί σημεῖα στά ὁποία μέ μιάν ὑπερβατική κατανόηση καί τάξη —στήν κάθε φάση καί τό εἶδος— ὑπακούουν τά δαιμονικά τοῦτα ζωύφια.
Πρίν ἀκόμη ἀρχίσει ἡ σήψη, μεταξύ σώματος καί πτώματος ἴσως, δίπτερα τινά καταθέτουν τά ωά τῶν εἰς τό στόμιο τῶν ρινικῶν κοιλοτήτων, στόν ἔσω κανθό τῶν ὀφθαλμῶν καί σ’ ἄλλες πιό ἀπόκρυφες ἤ κρυπτικές ἀναδιπλώσεις τῆς σάρκας, ἐκεῖ συνήθως ἀναδύονται οἱ βλεννογόνοι καί κάποια ἐκ τῶν ένδων ὑγρά: ἴσως σ’ αὐτό τό στάδιο ἕνα γραΐδιο πού μυρίζει χωματίλα μπορεῖ νά αἰσθανθεῖ τίς ἡδονικές φρικιάσεις τοῦ πρό τῶν πυλῶν θανάτου; Ὁ Λέανδρος διερωτᾶτο περίσκεπτος. Συντόμως πάντως γεννῶνται οἱ νύμφες πού εἰσδύουν στίς κρυπτόφιλες κοιλότητες καί παραλλήλως μέ τά μικρόβια ἔχουν ὡς ἐπιδίωξη τήν τελική λύση τῶν ἱστῶν, μιά διεργασία πού συνεχίζεται ἐπί ἔτη μέ διάφορες καί ποικίλες γενιές ἐντόμων καί σκουληκιῶν. Τά εἴδη διαδέχονται τή τάξη καί κάθε νέα διαφορετική ὁμάδα τίθεται δραστηρίως εἰς τό ἔργον ὅταν τό προηγούμενο εἶδος καταναλώσει τίς οὐσίες οἱ ὁποῖες προσαρμόζονται στήν τροφή πού προτιμοῦνε καί τό συντηρεῖ ὡς μοναδικό στήν φύση εἶδος, ἤ ὅταν ἡ σήψη θά τροποποιήσει καταλλήλως τήν σύνθεση τῶν ἱστῶν προετοιμάζοντας τήν ἔλευση τους... Καί ἡ σκέψη τοῦ Λέανδρου ὄχι μέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια, βεβαίως, μά μέ ἀνελέητη περιπάθεια συνέχιζε τήν εὐφορία της καθώς ἔβλεπε μπροστά τοῦ τήν Ἀγγελική νά σαλεύει ἡμίγυμνη, χωρίς προκλητικότητα κάν ἀλλά σέ μιάν ἀλλόκοτη αἰσθησιακή πανδαισία πού τόν ἔκανε νά ὑποπτεύεται καί σχεδόν νά τρομάζει τόν ἑαυτό του.’
‘Ἡ παρουσία τοῦ στρατοῦ ὑπό τίς κρίσιμες αὐτές συνθῆκες ἁπλῶς ἔφερνε τό θέμα σέ μιάν ἄλλη ἐπιφάνεια, μιά ἄλλη προβολή. Τουτέστιν ἡ βαθύτερη μελέτη ἑνός ζητήματος μποροῦσε νά βοηθήσει καί στήν καλύτερη κατανόηση τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ καί στίς δύο περιπτώσεις, σέ μιά τελευταία ἀνάλυση, πρόκειται γιά μιά ἐμπορία τῆς σάρκας. Βέβαια στήν περίπτωση τοῦ στρατοῦ συχνά ὑπό τήν ἔννοια τοῦ πτώματος, ἄν καί γνωστές καί μάλλον παγκόσμιες, εἶναι ἐπίσης οἱ νεκροφιλικές τάσεις τοῦ ἐρωτικοῦ πεδίου. Καί λέγοντας πεδίου βρισκόμαστε ἤδη σ’ ἕνα κοινό καίτοι ἀνεξερεύνητο ἀκόμη ἔδαφος. Λοιπόν, τί περί ἐξουσίας, γιατρέ μου; Εἶναι τῶ ὄντι μιά ἔφεση ἐκ γενετῆς, μιά διάθεση ἤ μιά ἕξη; Ἡ ἀπάντηση ἴσως μπορεῖ νά βρίσκεται στό ἐρώτημα: Εἶναι πράγματι ἡ βία μιά ἔμφυτη προδιάθεση, μιά διάθεση ἤ θέση; Τί εἶναι ἐκεῖνο λόγου χάρη πού δημιουργεῖ τόν ἐθισμό στίς οὐσίες καί στίς ἰδέες; Μιά επιμόλυνση ἁπλῶς ἤ ἡ προσπάθεια ἐπίλυσης κανενός πραγματικοῦ ἤ φανταστικοῦ προβλήματος. Μά τά προβλήματα ὡς ποιό σημεῖο εἶναι πραγματικά, φανταστικά ἤ καθαρή ἐφεύρεση, πού ἡ σύγχυση καί ἡ συνείδηση, πού ἡ διαύγεια καί ἡ θόλωση τῆς;
Ἡ μεγάλη κυρία τοῦ Οἴκου χαμογέλασε. Εἶχε βεβαίως τεκμηριωμένες ἀπόψεις, μά ὁ Λέανδρος ἔκανε μέσα τοῦ μιά μεταφραστική προσαρμογή σάν νά τ’ ἄκουγε ὅλα ἀπό ἄμβωνος: Θά ἔπρεπε νά δοῦμε τήν λέξη ἱερόδουλος σέ ὅλη τῆς καί τήν βαθύτερη σημασία, στήν ἐτυμολογία πάντως καί στήν ἐκφορά, ἡ προσφορά τέλος μιᾶς ὕπαρξης, ἔστω καί μέ τήν περιφρονημένη ἔννοια τῆς πουτάνας, τῆς πιό χυδαίας ἐμπλοκῆς ὅπου ἀφαιρώντας ἔκσταση, ὄχι μόνο ἡ ψυχή ἀλλά καί τό σῶμα τό ἴδιο περνάει, ἐν τέλει, σέ μιά φυτική κατάσταση καί λειτουργεῖ μηχανικά σάν μιά μόνιμη ὀπή ὅπου μπαινοβγαίνει κάποιο ἰοβόλο ἔμβολο. Ἕνα σύμβολο μάλλον; Καλά, ἡ πουτάνα μπορεῖ στό κάτω κάτω νά εἶναι καί μιά σιχαμένη, μιά βρωμιάρα ἤ μιά διανοητικά καθυστερημένη μυξιάρα, μιά μουνήθρα ἤ κωλάθρα, ὅ,τι ἄλλο πεῖς. Ὅμως αὐτό τό ἔμβολο ὅσο καί ἄν ὠθεῖται ἀπό μιά μυστηριώδη ὁρμή, ἐν τούτοις, ἐκεῖ συγκεντρώνει ὅλη τήν προσωπικότητα τοῦ κατόχου, τόν πόθο, πολλές φορές καί τήν ὑπερηφάνεια τοῦ φαλλοῦ —ἄχ, ἐσεῖς οἱ γελοῖοι ἀρσενικοί!— ἄρα ἡ πουτάνα εἶναι πάντοτε μιά προσφορά. Ἡ θρησκευτικότης τοῦ θεσμοῦ τόσο στούς ἀνατολικούς λαούς ὅσο καί στούς Ἕλληνες δέν χρειάζεται ἀνάπτυξη, ὅμως ἐκεῖνο πού δέν μελετήθηκε καλά εἶναι ἡ σχέση τῶν ἱεροδούλων μέ τόν κυνηγό, μέ τόν πολεμιστή καί τέλος μέ τό στράτευμα ὡς θεσμό. Ὑποστήριζε, δηλαδή, ἡ οἰκοδέσποινα ὅτι ἄν δέν μεσολαβοῦσε ἡ προσφορά, τότε ὁ βιασμός θά ἔκανε τό μυῶδες καί παρορμητικό ἀρσενικό πολύ πιό δολοφονικό ζῶο καί ὅτι στήν πραγματικότητα ὁ νόμος τῆς ζήτησης καί προσφοράς μετά τήν ἀναπόφευκτη ἐκτροπή τοῦ ἄρρενος κυνηγού-βιαστή-πολεμιστή ἐπράυνε τίς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων, συνετέλεσε δε σ’ αὐτό πού —ὕστερα ἀπό μιά ὁρισμένη ἐξέλιξη— ἐννοοῦμε σάν διεθνή ἀντίληψη τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων: ἀλληλεγγύη, ἐγκυμοσύνη, ἐμπιστοσύνη! Τί σημαίνει φίλοι μου, ὑπέρ βωμῶν καί ἑστιῶν; Ἡ αιδοιική σημασία τοῦ βωμοῦ καί τῆς ἑστίας δέν χρειάζεται ἀναλύσεις· καί σ’ αὐτό τό σημεῖο ἔκανε κάτι οσφυογονικές κινήσεις σάν ν’ ἄφηνε νά πέσει τό βρακί τῆς: στήν ἄκρη τῶν ποδιῶν τῆς φάνηκε, πράγματι, ἕνα πορφυρό μεταξωτό ὕφασμα σάν μιά κρυφή αὐτοκρατορική ἐσθήτα, ὑπολειμματική, πού μέ ἀργές περίτεχνες χειρονομίες μάζεψε ἡ μία ἐκ τῶν αὐστηρῶν συνοδῶν τῆς —Φαλίτσα ἤ Ἀγγελική;— ἐνῶ κάποιος ἔλεγε στό αὐτί: πλακούς, βασιλικός πολτός!’
Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Ο Ανιχνευτής, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
