προγραφές

Εξώφυλλο: Αντόν Τσέχοφ, Ο Θείος Βάνιας: Σκηνές από τη Ζωή στην Ύπαιθρο σε Τρεις Πράξεις

'ΣΟΝΙΑ: Κι εσείς δεν είστε ικανοποιημένος απ’ τη ζωή;

ΑΣΤΡΩΦ: Τη ζωή γενικά την αγαπώ, αλλά τη δική μου ζωή, την επαρχιώτικη, τη ρώσικη, τη μικροαστική, δεν μπορώ να την υποφέρω και την περιφρονώ μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Όσο για τη ζωή μου, την προσωπική μου ζωή, αυτή, μα το Θεό, δεν έχει απολύτως τίποτα το ωραίο. Κοιτάξτε, όταν περνάς μια σκοτεινή νύχτα στο δάσος και βλέπεις ένα φως να φέγγει κάπου μακριά, δε λογαριάζεις ούτε την κούραση, ούτε το σκοτάδι, ούτε τα κλαδιά που γδέρνουν με τ’ αγκάθια τους το πρόσωπό σου... Εγώ δουλεύω, το ξέρετε, όσο κανένας άλλος στην επαρχία μας· η μοίρα με χτυπάει ασταμάτητα, είναι στιγμές που υποφέρω αβάσταχτα, όμως κανένα φως δε φέγγει μακριά για μένα. Για τον εαυτό μου τίποτα δεν περιμένω, δεν αγαπώ τους ανθρώπους. Πάει καιρός που πια δεν αγαπώ κανέναν.

ΣΟΝΙΑ: Κανέναν;

ΑΣΤΡΩΦ: Κανέναν. Μόνο για την παραμάνα σας αισθάνομαι κάποια τρυφερότητα. Μου ξυπνά μνήμες παλιές. Οι χωριάτες μοιάζουν όλοι μεταξύ τους, καθυστερημένοι, ζούνε μες στη βρόμα, και με τους διανοούμενους δύσκολο να τα βγάλεις πέρα. Κουράζουν. Όλοι αυτοί οι καλοί μας φίλοι, η σκέψη τους είναι ρηχή, τα αισθήματά τους ρηχά, και δε βλέπουνε πέρα απ’ τη μύτη τους – είναι απλούστατα βλάκες. Κι όσοι είναι λίγο πιο έξυπνοι και πιο σημαντικοί, αυτοί είναι υστερικοί, τους έχει φάει η ανάλυση, και η ενδοσκόπηση... Κλαίγονται, μισούν, διαβάλλουν νοσηρά ο ένας τον άλλο, πλησιάζουν τον άνθρωπο, τον λοξοκοιτάνε και αποφαίνονται: «Α, αυτός είναι ψυχοπαθής!» ή «αυτός είναι ωραιολόγος!». Κι άμα δεν ξέρουν ποια ετικέτα να σου κολλήσουν τότε λένε: «Είναι παράξενος άνθρωπος, παράξενος!» Εγώ αγαπώ το δάσος – αυτό είναι παράξενο· δεν τρώω κρέας – αυτό είναι επίσης παράξενο. Μια σχέση άμεση, αγνή, ελεύθερη με τη φύση και με τους ανθρώπους δεν υπάρχει πια... Όχι, όχι, δεν υπάρχει!'

Αντόν Τσέχοφ, Ο Θείος Βάνιας: Σκηνές από τη Ζωή στην Ύπαιθρο σε Τρεις Πράξεις, μτφρ. Χρύσα Προκοπάκη, εκδ. Κάπα Εκδοτική

* * *

'Η ανθρώπινη συμπεριφορά στον κόσμο του Τσέχωφ αφήνει τα ίχνη της με ένα μοναδικό και ιδιαίτερο τρόπο, πολύ διαφορετικό από αυτόν που είχε συνηθίσει το κοινό να βλέπει. Γιατί μέχρι τότε οι ήρωες πάνω στη σκηνή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έπρεπε να φανερώσουν τις πιο μύχιες σκέψεις τους και τα αισθήματα τους. Ο Τσέχωφ εγκαινιάζει μια νέα εποχή. Εκείνη που οι άνθρωποι θα κρύβουν αυτά που σκέφτονται, αυτά που νιώθουν και εννοούν. Είναι οι άνθρωποι του 20ου αιώνα, μεγάλοι μέσα στη μικρότητά τους, πολλές φορές ασήμαντοι, γεμάτοι αναστολές, φόβους αλλά και κρυμμένο μεγαλείο.
Η γλώσσα των έργων του Τσέχωφ είναι ακονισμένη πάνω στα εκατοντάδες διηγήματα που είχε ήδη γράψει πριν τον κερδίσει το θέατρο· είναι μια γλώσσα ογκόλιθος μέσα στην παραπλανητική απλότητά της. Καθόλου, μα καθόλου κατασκευασμένη, θα έλεγε κανείς μαγνητοφωνημένη απ’ τη συχνά ζοφερή πραγματικότητα της εποχής του, αποτέλεσμα μιας τρομερής συμπύκνωσης και συνθετικής σκέψης, που μοιάζει χαώδης αλλά στη βαθύτερη ουσία της είναι πάντα μουσική και τέλεια δομημένη. Αποφεύγοντας τη θεατρικότητα και τις συναισθηματικές υπερβολές, ο Τσέχωφ γεμίζει με μισόλογα και υπαινιγμούς τις μισοειπωμένες και μισοερειπωμένες ζωές των ηρώων του.'

Στάθης Λιβαθηνός, 'Τσέχωφ σαν Έλληνας', από τον πρόλογο της έκδοσης

·

↑