
'Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως έβλεπε ένα πρόσωπο, κι έπειτα άλλο ένα· είχε αρχίσει να ξεχνά πως μια άλλη μέρα θα ακολουθούσε, όπως ξεχνάει κανένας και ότι κάποτε θα πεθάνει. Σου έρχεται ξαφνικά, σαν εκκωφαντικό φρενάρισμα ή σαν σφύριγμα μέσα στον αέρα, η επίγνωση πως ο χρόνος κυλάει και πλησιάζει σ’ ένα τέλος. Οι φωνές έγιναν σιγά-σιγά πρόσωπα – ουδεμία έκπληξη. Το εξομολογητήριο σου μαθαίνει να αναγνωρίζεις το σχήμα των φωνών: το κρεμασμένο χείλος του αδύναμου σαγονιού, την κάλπικη ειλικρίνεια στο υπερβολικά ευθύ βλέμμα. Είδε την ευσεβή γυναίκα λίγα μέτρα παραπέρα να ονειρεύεται ανήσυχη με το σεμνότυφο στόμα της ανοιχτό, και μέσα σ’ αυτό δόντια γερά σαν ταφόπλακες· είδε τον γέρο· στη γωνία, είδε εκείνον που καυχιόταν, και τη φιλενάδα του ξαπλωμένη άτσαλα πάνω στα γόνατά του. Τώρα που είχε έρθει επιτέλους η ημέρα, ήταν εκείνος ο μόνος ξυπνητός, με εξαίρεση τον μικρό Ινδιάνο που καθόταν σταυροπόδι κοντά στην πόρτα με μια έκφραση χαρούμενου ενδιαφέροντος, λες και πρώτη φορά τύχαινε σε τόσο φιλική παρέα. Πέρα στην αυλή, στον απέναντι τοίχο, φάνηκε η ασπρίλα του ασβέστη. Άρχισε να αποχαιρετά και επίσημα τον κόσμο: του ήταν αδύνατον να το κάνει με την καρδιά του. Οι αισθήσεις του αντιλαμβάνονταν τη διαφθορά του λιγότερο απ’ όσο τον θάνατο. Μια σφαίρα, σκέφτηκε, είναι σχεδόν σίγουρο πως θα πάει κατευθείαν στην καρδιά – όλο και κάποιον καλό σκοπευτή θα πρέπει να περιλαμβάνει το απόσπασμα. Η ζωή θα έφευγε «σε ένα κλάσμα του δευτερόλεπτου» (αυτή ήταν η φράση), όλη τη νύχτα όμως εκείνος συνειδητοποιούσε πως ο χρόνος εξαρτιόταν από τα ρολόγια και από την κίνηση του φωτός, Ρολόγια δεν υπήρχαν κι ούτε το φως θα άλλαζε. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά πόσο μπορεί να είναι ένα δευτερόλεπτο πόνου. Ίσως να κρατάει όσο και ολόκληρο Καθαρτήριο – ή και για πάντα. Για κάποιο λόγο θυμήθηκε έναν άνθρωπο που είχε εξομολογήσει κάποτε ενώ πέθαινε από καρκίνο – οι συγγενείς είχαν βάλει μαντίλια στο πρόσωπό τους, τόσο φρικτή ήταν η μυρωδιά των σωθικών που σάπιζαν. Δεν ήταν άγιος. Τίποτα στη ζωή δεν είναι τόσο άσχημο όσο ο θάνατος...'
Γκράχαμ Γκριν, Η Δύναμις και η Δόξα, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις
* * *
'Η συμπάθεια του Γκράχαμ Γκρην προς τους πτωχούς τω πνεύματι, προς τους ταπεινούς της ζωής, προηγούνταν της θρησκευτικής μεταστροφής του και, προφανώς, επιβίωσε και περισσότερο απ’ αυτήν: στον Νόρμαν Σέρι είχε εκφράσει την αμφιβολία του, αν πίστευε όντως ακόμα στον Θεό, και στο !Μια Κάποια Ζωή! μάς λέει πώς «πολλοί από μας εγκαταλείψαμε και την Εξομολόγηση και τη Μετάληψη προκειμένου να ενταχθούμε στη Λεγεώνα των Ξένων της Εκκλησίας και να αγωνιστούμε για μια πολιτεία της οποίας δεν είμαστε πια πλήρεις πολίτες». Η θρησκευτική του πίστη ανέκαθεν περιείχε και την πεποίθηση ότι, όπως το θέτει σε ένα δοκίμιο για τον Έρικ Γκιλ το 1941, «ο συντηρητισμός και ο καθολικισμός πρέπει να είναι [...] αταίριαστοι συγκοιμώμενοι». Στοχαζόμενος ξανά γύρω από το Μεξικό στους !Δρόμους Απόδρασης! (όπου περιγράφει πώς γράφτηκε το !Η Δύναμις και η Δόξα!, στο Λονδίνο, τα απογεύματα, με αργό ρυθμό, υπό την επήρεια μπενζεντρίνης, ενώ περνούσε τα πρωινά γράφοντας μανιωδώς τον !Μυστικό Πράκτορα!), δεν παραπονιέται που η παρούσα κυβέρνηση είναι αριστερή, αλλά που δεν είναι αρκούντως αριστερή, σε σύγκριση με της Κούβας. Οι συμπάθειες του τον οδήγησαν μεταπολεμικά σε έναν στιβαρό αντι-αμερικανισμό και στη μάλλον αμήχανη υποστήριξη προσώπων όπως ο Κάστρο και ο Κιμ Φίλμπι. Ωστόσο, η ενέργεια και το μεγαλείο του καλύτερου μυθιστορήματός του απορρέουν από την ίδια ροπή προς τη συμπόνοια, από έναν ιδεατό κομουνισμό, περισσότερο χριστιανικό παρά κομουνιστικό. Μονάδα του είναι το άτομο, όχι η οποιαδήποτε κοινωνική τάξη. Μέσα στο σκοτεινό κελί ο ιερέας βλέπει πως, «όταν φέρνεις έναν άντρα ή μια γυναίκα στον νου σου με ακρίβεια, πάντα αρχίζεις να νιώθεις οίκτο – είναι κι αυτό ένα από τα γνωρίσματα που φέρει η εικόνα του Θεού».'
Τζον Άπνταϊκ, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης
