προγραφές

Εξώφυλλο: Βιργίλιος, Αινειάδα

'Θεοὶ ποὺ ἐξουσία στὶς ψυχὲς κατέχετε, βουβὲς σκιὲς, Φλεγέθων
καὶ Χάος, τόποι ἄκρας σιωπῆς στῆς νύχτας ἁπλωμένοι τὸ σκοτάδι,
δῶστε μου ἀναμάρτητος νὰ πῶ ὅσα θρυλοῦνται, μὲ τὴ φώτισή σας
νὰ φανερώσω πράγματα στῆς γῆς τὰ ἔγκατα καὶ τ’ ἄφεγγα πνιγμένα.

*

Πορεύονταν στὸ σκότος σκοτεινοί, μονάχοι μὲς στὸ μούχρωμα τῆς νύχτας,
τοῦ Πλούτωνα διαβαῖναν τ’ ἀδειανὸ βασίλειο, τὶς ἄυλες μονές του —
πορεία σὰ σὲ δάσος μὲ ἕνα φῶς ὀλίγιστο ἀβέβαιης σελήνης
τὴν ὥρα ποὺ τὴν ὄψη τ’ οὐρανοῦ τὴν κρύβει ὁ θεὸς μὲς στὸ σκοτάδι
καὶ πέφτοντας τὸ ἄνοιγμα, ἐκεῖ ποὺ ἔχασκαν τοῦ Ἅδη τὰ σαγόνια
λημέρι εἶχαν πιάσει καὶ στρωμνὴ τὸ Πένθος καὶ οἱ Ἔγνοιες ποὺ σκοτίζουν·
ἐδῶ ὠχρὲς Ἀρρώστιες κατοικοῦν, τὸ Γῆρας, μὲς στὴ θλίψη, καὶ ὁ Φόβος,
ἡ Πείνα, πάντα σύμβουλος κακός, κι ἡ Φτώχεια τῆς ντροπῆς καὶ τῆς ἀσχήμιας,
ἀπαίσιες στὴν ὄψη τους μορφές, ὀ Ὄλεθρος καὶ φθαρτικὸς ὁ Μόχθος·
ὁ Λήθαργος, τοῦ Ὀλέθρου ἀδερφός, καὶ οἱ Χαρὲς ποὺ φέρνει ἡ ἀφροσύνη,
ὁ Πόλεμος σ’ ἀντικριστὴ μεριά, θανατικοῦ σπορά, κι οἱ Εὐμενίδες
σὲ σιδερένια δώματα, κι αὐτὴ ποὺ πλέκει μέ κορδέλες ματωμένες
τὶς ἔχιδνες ποὺ ἔχει γιὰ μαλλιὰ στὴν κεφαλή, ἡ ἄμυαλη Διχόνοια.
Καταμεσῆς βαθύσκιωτη φτελιά, πελώρια, τὰ μπράτσα της ἁπλώνει,
πολύχρονα κλωνάρια· καθὼς λὲν ἐδῶ κουρνιάζει ὁ δῆμος τῶν Ὀνείρων
ποὺ ἀτέλεστα καὶ κούφια ἐνδημοῦν στὴ φυλλωσιά της, ὄνειρο καὶ φύλλο.
Πολλὰ ἐκεῖ θεριὰ κάθε λογῆς καὶ τέρατα ἀλλόκοτα ἕνα πλῆθος,
οἱ σταβλισμένοι Κένταυροι μπροστὰ στὴ θύρα καὶ οἱ δίμορφες οἱ Σκύλλες,
ὁ Βριάρεως μὲ χέρια ἑκατό, ἐκεῖ τῆς Λέρνης τὸ πελώριο κῆτος
μὲ συριγμὸ φριχτότατο, ἐκεῖ κι ἡ Χίμαιρα ἀρματωμένη φλόγες,
Ἄρπυιες καὶ Γοργόνες κι ἡ μορφὴ τοῦ σκοτεινοῦ τρισώματου Γηρυόνη.
Τὸν πῆρε τότε φόβος ξαφνικὸς καὶ σύγκορμα τρεμάμενος ό Αἰνείας
ξιφούλκησε, τῆν κόψη τοῦ σπάθιοῦ τὴν ἔτεινε στὰ πλάσματα ἀντίκρυ
κι ἀνώφελα χυμώντας τὶς σκιὲς θὰ ἔκρουε μὲ σίδερο, πλὴν ὅμως
ἀνάλαφρες, ἀσώματες ψυχὲς καὶ κούφια ὁμοιώματα πλασμάτων.
Ἀρχὴ τοῦ δρόμου ἐδῶ ποὺ ὁδηγεῖ στὰ Τάρταρα, στοῦ Ἀχέροντα τὸ κύμα.
Θολὸς ἀπὸ τὴ λάσπη ὁ ποταμός, στροβιλιστὴ πελώρια καταβόθρα,
λυσομανάει καὶ στὸν Κωκυτὸ ξερνάει τὴν ἄμμο ποὺ ἔχει στὰ νερά του.
Φύλακας στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ καὶ φοβερὸς λεμβούχος στέκει ὁ Χάρων,
ἀπαίσια λερός· ἔχει μακριὰ γενειάδα στὸ πηγούνι, ἀσπρισμένη,
ἀνάκατη κι ἀχτένιστη, σκληρὴ στὰ μάτια του μιὰ φλόγα λαμπυρίζει,
κρεμιέται ἀπ’ τὸν ὦμο ρυπαρὸ τὸ ροῦχο του πιασμένο μ’ ἕναν κόμπο.
Σπρώχνει τὴ βάρκα μέσα στὸ νερὸ μὲ τὸ κοντάρι, στρέφει τὰ πανιά της
κι ἀντίπερα περνάει τὰ κορμιὰ μὲ τὸ πικρό, τὸ μπλάβο του πορθμεῖο,
στὰ χρόνια γηραλέος, πλὴν χλωρὸ καὶ θαλερὸ γιὰ τὸ θεὸ τὸ γῆρας.
Πλῆθος τρανὸ ξεχύνονταν ἐδῶ καὶ βιάζονταν νὰ φτάσει στὸ ποτάμι,
γυναῖκες κι ἄντρες, ἄψυχα κορμιὰ λαμπρῶν ἡρῶων ποὺ εἶχαν τερματίσει
πέρασμά τους μέσ᾽ ἀπ’ τὴ ζωή, ἀνύπαντρες κοπέλες καὶ ἀγόρια
καὶ νέοι ποὺ σὲ ἄωρη πυρὰ δοθῆκαν μπρὸς στὰ μάτια τῶν γονιῶν τους —
ἀμέτρητοι σὰ φθινοπωρινὰ φύλλα ποὺ πέφτουν χάμω μὲς στὸ δάσος
στὴν πρώτη ψύχρα καὶ σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ ἀμέτρητα συνάζονται σὲ σμάρι
ἀπ’ τὰ βαθιὰ πετώντας στὴ στεριὰ ὅταν χειμώνας πέρα ἀπὸ τὸν πόντο
τὰ διώχνει καὶ τὰ στέλνει μακριά, στὶς χῶρες τοῦ Νοτιᾶ καὶ τῆς λιακάδας.
Περίμεναν μὲ παρακαλετὰ νὰ κάνουν πρῶτοι αὐτοὶ τὸ πέρασμά τους
καὶ ἅπλωναν τὰ χέρια μὲ καημὸ τὴν ἀντιπέρα ὅχθη ἀποζητώντας.
Μὰ ὁ θλιβερὸς πορθμέας μιὰ αὐτοὺς καὶ μιὰ τοὺς ἄλλους δέχεται στὴ βάρκα
κι ἄλλους μακριὰ ἀπ’ τὴν ἀκροποταμιὰ τοὺς ἀποδιώχνει βάζοντας ἐμπόδιο.
Μέγας ὁ χαλασμὸς κι ἡ ταραχὴ καὶ μίλησε ὁ Αἰνείας σαστισμένος.
«Σεβάσμια κόρη, τούτη ἡ συρροὴ στὸν ποταμὸ τί εἶναι, τί σημαίνει;
Τί θέλουν οἱ ψυχές; Ποιὰ διαφορά καὶ ἄλλες ξεμακραίνουν ἀπ’ τὴν ὄχθη
τὴν ὥρα ποὺ ἄλλες λάμνουν μὲ κουπὶ στὸ μελανὸ ποτάμι τοῦ θανάτου;»
Τοῦ ἔδωσε ἀπόκριση κοφτὰ ἡ προαιώνια μάντισσα καὶ εἶπε:
«Γιὲ τοὺ Ἀγχίση, γνήσιε βλαστὲ γενιᾶς ποὺ ἐπουράνιοι φυτέψαν,
μπροστὰ σου βλέπεις τέναγος βαθύ, τὸν Κωκυτὸ καὶ τῆς Στυγὸς τό τέλμα·
σ’ αὐτὰ ἐδῶ ὀμνύουν οἱ θεοὶ κι ὀμνύοντας φοβοῦνται ν’ ἀπιστήσουν.
Ἀπελπισμένη σύναξη ψυχῶν, ὅσους ἐμεῖναν ἄθαφτοι κοιτάζεις·
ἀντίπερα ὅσοι βγαίνουν εἶναι αὐτοὶ ποὺ θάφτηκαν· πορθμέας τους ὁ Χάρων.
Εἶναι γραφτὸ κανεὶς νὰ μὴν περνᾶ τὸ βόρβορο κι ἀντίπερα νά φτάνει
ἄν τὰ ὀστὰ ἀνάπαυση δὲ βροῦν στὸν ὁρισμένο τόπο τῆς ταφῆς τους.
Στῆν ποταμιὰ γιὰ χρόνους ἑκατὸ ματαίως τριγυρνοῦν τὰ φάσματά τους
καὶ τότε μόνο ἐλεύθεροι μποροῦν τῶν πόθων τους νὰ δοῦν τὴν ἄλλη ὄχθη».
Ἐκράτησε τὸ βῆμα μιὰ στιγμὴ τοῦ Ἀγχίση ὁ γιός, κι ἐκεῖ καθὼς στεκόταν
βαθιὰ συλλογισμένος τὸ κακὸ καὶ τ’ ἄδικο τῆς μοίρας τὸν λυποῦσε.
Βλέπει θλιμμένους ποὺ εἶχαν στερηθεῖ τὴν ὕστατη τιμὴ τῶν πεθαμένων,
τὸ Λεύκαστη, μαζὶ καὶ τὸν ταγὸ τοῦ στόλου τῶν Λυκίων, τὸν Ὀρόντη,
τοὺς δυὸ ποὺ τῆς Τρωάδας τὸ γιαλὸ ἀφήνοντας στὸ πέλαγο ὁ σιρόκος
τοὺς σάρωσε καὶ κύματα βαριὰ κατάπιαν τὸ καράβι μὲ τοὺς ναῦτες.'

Βιργίλιος, Αινειάδα, μτφρ. Θεόδωρος Παπαγγελής, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

* * *

Ἕνας παλιὸς θρύλος θέλει τὸν άπόστολο Παῦλο νὰ ἐπίσκεπτεται τὸ ταφικὸ μνημεῖο τοῦ Βιργιλίου στὴ Νάπολη καὶ νὰ συλλογίζεται μὲ θλίψη ὅτι ἄν εἶχε προλάβει ζωντανὸ τὸν μέγιστο τῶν ποιητῶν θὰ μποροῦσε νὰ τὸν εἶχε ἐγγράψει στὸν κατάλογο τῶν προσήλυτων τῆς χριστιανοσύνης. Ὡστόσο, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ποιητὴς τῆς Αἰνειάδας πέθανε δεκαεννιὰ χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴ συμβατικὴ ἀρχὴ τῆς χριστιανικῆς ἐποχῆς δὲν ἐμπόδισε τοὺς πιστοὺς νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸ βαπτιστήριο, ὄχι μόνο ἐπειδὴ σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πρωιμότερες ποιητικὲς συνθέσεις του προαναγγέλει τὴ γέννηση ἑνὸς παιδιοῦ ποὺ θὰ φέρει ἐπὶ γῆς εἰρήνην καὶ ἐν ἀνθρώποις εὐδοκίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπειδή, ἀκόμη καὶ σὲ ἕνα ἔπος «γιὰ βασιλιάδες καὶ ἥρωες», ὅπως εἶναι ἡ Αἰνειάδα, ξέρει νὰ ψηλαφᾶ μὲ συμπόνια καὶ εὐαίσθησία τὸν ἀνρθώπινο πόνο. Ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος ἐξομολογεῖται ὅτι, πρὶν μάθει νὰ δακρύζει γιὰ τὸν ἀμύητο στὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ ἑαυτό του, ἔχυσε δάκρυα γιὰ τὴ Διδώ, τὴ βασίλισσα τῆς Καρχηδόνας, τὴν ἀθεράπευτα ἐρωτευμένη Διδὼ ποὺ ὁ πρωταγωνιστὴς τῆς Αἰνειάδας πρῶτα τὴ γοήτευσε καὶ στὴ συνέχεια τὴν ἄφησε ἕρμαιο θανάσιμης ἀπόγνωσης. Ἀλλὰ τὸν καιρὸ ποὺ δάκρυσε ὁ μετέπειτα ἐπίσκοπος Ἱππῶνος ἦταν μᾶλλον ἐρωτευμένος, ἦταν μόνο εἰκοσιενὸς ἐτῶν καὶ σπούδαζε στὴν Καρχηδόνα.

Ὁ Βιργίλιος πρόλαβε νὰ γευτεῖ φήμη καὶ αἴγλη ὅσο ἀκόμη ζοῦσε, ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ εἶχε φανταστεῖ ὅτι μὲ χρόνια μὲ καιροὺς ἡ μεσαιωνικὴ Δύση, ἐκτὸς ἀπὸ ψυχὴ φύσει χριστιανικὴ ἤ καὶ χριστιανὸ μὲ τὴ βούλα, θὰ τοῦ ἔδινε καὶ τὸ ραβδὶ τοῦ μάγου. Στὴ Νάπολη κάποτε πίστευαν ὅτι προστάτευε τὴν πόλη ἀπὸ τὶς μύγες καί, τὸ σημαντικότερο, ὅτι εἶχε πείσει τὸν Βεζούβιο νὰ βράζει ἀπὸ μέσα του καὶ νὰ ἀποφεύγει τὶς ἐκρήξεις. Ἄλλοι τὸν εἶχαν γιὰ τρανὸ προφήτη. Ἀπὸ λαχτάρα νὰ μάθουν τὰ μελλούμενα καὶ τὸ ριζικό τους, πολλοί, θῆτες τῆς σκληρῆς καθημερινότητας ἤ πριγκιπικὲς ἐξοχότητες, θὰ ἔβαζαν τοὺς στίχους του στὴν κληρωτίδα: νὰ παντρευτῶ αὐτὴ τὴ γυναίκα ἤ ὄχι, ἀναρωτιόταν ὁ δείνα, καὶ τραβοῦσε τὸν στίχο ἤ τοὐς στίχους-λαχνὸ ποὺ κάποτε, ἀπὸ σαρδόνια σύμπτωση, μπορεῖ νὰ τοῦ ἔλεγαν μὲ ὀπερατικὴ ἔμφαση: «varium et mutabile semper femina» («ἡ γυναίκα εἶναι πάντα ἀπρόβλεπτη»). Ὁ ὑποψήφιος γαμπρὸς κατὰ πάσα πιθανότητα δὲν ἤξερε ὅτι ὁ λαχνὸς ἦταν ἀπὸ τὴν Αἰνειάδα, ἐκεῖ ὅπου ὁ θεός Ἑρμὴς ἐπείγεται νὰ στείλει τὸν Αἰνεία ἔξω ἀπὸ τὴν ἄκτίνα δράσης μιᾶς ἤδη ἀπεγνωσμένης καὶ μαινόμενης Διδῶς· ἀλλὰ δὲν χρειαζόταν νὰ τὸ ξέρει, κι ἄν εἶχε ἀρκετὴ σέβαση γιὰ τὸν μάγο ἀπέσυρε τὴν ὑποψηφιότητά του.
Ἀπὸ τὸν ἡμίφωτο Μεσαίωνα μέχρι τὶς καταυγασμένες ἀπὸ διαφωτιστὲς καὶ ἀπομυθοποιητὲς μέρες μας, λόγια τοῦ μάγου βρίσκονται ἀπομνημειωμένα παντοῦ, ἐντεύθεν καὶ ἐκεῖθεν τοῦ Ἀτλαντικοῦ, στὸ πάνω καὶ στὸ κάτω ἡμισφαίριο, στὸ χαρτονόμισμα τοῦ ἑνὸς δολαρίου ἤ στὸν λογότυπο τῆς αὐσταλιανῆς Μελβούρνης. Καὶ εἰδικὰ γιὰ τὴν Αἰνειάδα τοὺυ εἶπαν, μὲ τὸν ἔναν ἤ τὸν ἄλλον τρόπο, ὅτι εἶναι ἡ πιο ‘κλασικὴ ἀναγραφὴ στὴν πολιτισμικὴ ταυτότητα τῆς Δύσης —μεγάλη κουβέντα καὶ μεγάλη ἱστορία, ποὺ ἔδωσε ἄφθονοι σοδειὰ φιλολογικῶν περιγραφῶν καὶ πολιτισμικῶν ἀφηγήσεων. Καὶ ἐπειδὴ στὶς μέρες μας, μέρες Θεωρίας τῆς Λογοτεχνίας ἤ ἁπλῶς Θεωρίας, ἡ ἀνάγνωση ρέπει πρὸς τῆ σεσοφισμένη καχυποψία, ἄς ὑπενθυμίσουμε τὸ ἁπλούστερο: ὅτι ἡ Αἰνειάδα, μὲ ὅλες τὶς καλειδοσκοπικὲς ἀποχρώσεις της, εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα ἕνα ἐθνικὸ ἔπος —ἕνα ἔπος ποὺ γράφτηκε γιὰ τὸν συντελεσμένο ἄθλο μιᾶς κοσμοκράτειρας Ρώμης.'

Θεόδωρος Παπαγγελής, 'Προλεγόμενα στην Αινειάδα', από τον πρόλογο της έκδοσης

·

↑