
'Εἶναι σημαντικὸ νὰ μὴ διογκώνουμε τὴν ἀνορθολογικότητα τοῦ κοσμοειδώλου πάνω στὸ ὁποῖο στηρίχθηκε ἡ προσωκρατικὴ παράδοση, γιὰ νὰ τὸ ἀνατρέψει τελικά. Δὲν χωράει ἀμφιβολία, βέβαια, ὅτι περιεῖχε ἐδῶ κι ἐκεῖ ἔντονα στοιχεῖα ἀνορθολογισμοῦ· ἀλλὰ ἡ ἀρχαία Ἐλλὰδα τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου (τέλη τοῦ 8ου αἰώνα π.Χ.) ἤ ἀκόμα καὶ τῆς περιόδου ποὺ ἤθελε νὰ ἀπεικονίσει ὁ Ὅμηρος (ἄς ποῦμε τοῦ 13ου αἰώνα π.Χ.) δὲν ἦταν μὲ κανέναν τρόπο πραγματικὰ πρωτόγονη. Ἡ διοικητικὴ διόρθρωση τῆς τελευταίας καὶ ἡ λογοτεχνικὴ αἴσθηση καὶ ὀργάνωση τῆς πρώτης μαρτυροῦν ὅτι ἔχουμε ἤδη νὰ κάνουμε μὲ κοινωνίες ὅπου ὑπῆρχε λογικὴ καὶ ψυχολογικὴ ἐκλέπτυνση. Λόγου χάρη, ἡ ὁμηρικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν Ὀδυσσέα μᾶς παρουσιάαζει ἕναν ἄνθρωπο ἱκανὸ νὰ φιλοσοφεῖ —ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν διακρίνεται τόσο γιὰ τὴν «πανουργία» του ὅσο γιὰ τὴ δυνατότητά του νὰ ἀναλύει πολύπλοκες καταστάσεις καί, τελικά, νὰ κάνει ὀρθολογικὲς ἐπιλογές. Τὸ βλέπουμε αὐτὸ ὅταν ἐξετάζει τὶς διάφορες ἐναλλακτικὲς λύσεις ποὺ ἀνοίγονται μπροστά του καὶ τὶς ἐνδεχόμενες συνέπειές τους, καθὼς ξεμακραίνει ἀποθαρρυμένος ἀπὸ τὴ βραχώδη ἀκτὴ τῆς Σχερίας, στὸ ε τῆς Ὀδύσσειας. Ἡ σχέση του μὲ τοὺς θεοὺς καὶ τὶς θεές, ἀκόμα καὶ μὲ τὴν Ἀθηνᾶ, παίζει μᾶλλον δευτερεύοντα ρόλο στὶς περισσότερες ἀποφάσεις του καὶ στὴ συμπεριφορά του· εἶναι ἕνας ὀρθολογικὸς ἄνθρωπος, μὲ ὀξυμένη αἴσθηση γι’ αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ μετράει στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Μὲ πολὺ διαφορετικὸ τρόπο, καὶ ὁ Ἠσίοδος, ἐπίσης, ἄν καὶ φαινομενικὰ ἔδωσε μιὰ μυθικὴ καί, ἑπομένως, σὲ τελευταία ἀνάλυση ἀνορθολογικὴ εἰκόνα γιὰ τὸν κόσμο, κράτησε μιὰ ἐποικοδομητικὰ λογικὴ στάση, ταξινομώντας καὶ συνθέτοντας ἀφηγήσεις ἀπὸ διάφορες περιοχὲς καὶ τονίζοντας περισσότερο ὁρισμένα στοιχεῖα τους. Ἀλλὰ ἔκανε καὶ κάτι περισσότερο […]. Γιατὶ τὸ σχέδιό του νὰ συνθέσει μιὰ συστηματικὴ κοσμογονία καὶ θεογονία, καὶ κατόπιν νὰ ἐξετάσει τὴν κυριαρχία τῆς τάξης (ἤ τὴ διατάραξή της στὸν διαφοροποιημένο κόσμο, προϋποθέτει μιὰ σφαιρικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὸ ρόλο ποὺ παίζει ὁ ἄνθρωπος μέσα σ’ αὐτὸν). Ἄν αὐτὴ ἡ ἀντίληψη δὲν εἶναι φιλοσοφική, αὐτὸ ὀφείλεται μόνο στὴ συμβολικὴ γλώσσα τῶν μύθων στὴν ὁποία ἐκφράζεται καὶ (ὁμολογουμένως) συλλαμβάνεται ὥς ἕνα βαθμό. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο, οἱ μελετητὲς μπαίνουν καμιᾶ φορὰ στὸν πειρασμὸ νὰ θεωρήσουν τὸν Ἡσίοδο τὸν πρῶτο προσωκρατικὸ φιλόσοφο· ὅμως ἀνάμεσα σ’ αὐτὸν καὶ (λόγου χάρη) τὸν Ἀναξίμανδρο ὑπάρχει ἕνα πελώριο χάσμα, πού, ἄν δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ἀπόλυτα τὴ φύση του, πρέπει ὡστόσο νὰ πάρουμε ἔστω μιὰ ἰδέα της.
Γιατὶ ἡ μετάβαση ἀπὸ τοὺς μύθους στὴ φιλοσοφία, ἀπὸ τὸ μύθο στὸ λόγο ὅπως τὸ διατυπώνουν μερικοὶ, εἲναι πολὺ πιὸ ἐπαναστατικὴ ἀπὸ ὅσο συνεπάγεται μιὰ ἁπλὴ διαδικασία ἀποπροσωποίησης ἤ ἀπομυθολογοποίησης, ποὺ νοεῖται εἴτε ὡς ἀπόρριψη τῆς ἀλληγορίας εἴτε ὡς ἕνα εἶδος ἀποκρυπτογράφησής της· εἶναι ἀκόμα πιὸ ἐπαναστατικὴ καὶ ἀπὸ ὅσο θὰ συνεπαγόταν (ἄν ἡ ἰδέα αὐτὴ δὲν εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἐξωφρενική) μιὰ σχεδὸν μυστηριακὴ μεταλλαγὴ στοὺς τρόπους σκέψης, στὴν ἴδια τὴ λειτουργία τῆς νόησης. Γιατὶ στὴν πραγματικότητα συνεπιφέρει καὶ μαζὶ προϋποθέτει ἀλλαγὲς ποὺ ἔχουν πολιτικό, κοινωνικὶ καὶ θρησκευτικὸ χαρακτήρα, ὅχι ἁπλῶς διανοητικό· άλλαγὲς ποὺ σημαίνουν τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν κλειστὴ παραδοσιακὴ κοινωνία (ποὺ, στὴν ἀρχετυπικῆ μορφή της, εἶναι ἕνα σημαντικὸ ὅργανο σταθερότητας καὶ ἀνάλυσης) καὶ τὴν ἐξέλιξη πρὸς μιὰ ἀνοιχτὴ κοινωνία, ὅπου οἱ ἀξίες τοῦ παρελθόντος γίνονται σχετικὰ ἀσήμαντες καὶ ὅπου μποροῦν νὰ διαμορφωθοῦν πραγματικὰ πρωτότυπες ἰδέες γιὰ τὴν ἴδια τὴν κοινωνία καὶ γιὰ τὸν διευρυμένο περίγυρό της.
Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀλλαγὴ ἔγινε στὴν Ἑλλὰδα ἀνάμεσα στὸν 9ο καὶ τὸν 60 αἰώνα π.Χ. —μιὰ ἀλλαγὴ πού, ὁπωσδήποτε, περιπλέχθηκε ἀπὸ τὸν ἀργὸ ρυθμὸ μὲ τὸν ὁποῖο διαδόθηκε σ’ αὐτὴ τὴ χὠρα ὁ γραπτὸς λόγος. Ἡ ἐξέλιξη τῆς πόλεως ἀπὸ παλιότερες ἀριστοκρατικὲς δομές, μαζὶ μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῶν ἐπαφῶν μὲ ξένους λαοὺς καὶ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ἄλλαξαν τὴν ἡσιόδεια ἀντίληψη γιὰ τὴν κοινωνία καὶ ἔκαναν τὰ παλιὰ θεϊκὰ καὶ ἡρωικὰ ἀρχέτυπα νὰ φαίνονται ξεπερασμένα καὶ (ἄν δὲν προστατεύονταν ἄμεσα ἀπὸ τὴ θρησκευτικὴ λατρεία) ἀδιάφορα. Ἀναμφίβολα, πολλὰ ἀπὸ τὰ ἡμιορθολογικὰ στοιχεῖα τῆς ὁμηρικῆς παράδοσης ἐπιβίωσαν, ὅπως καὶ ἡ ταξινομικὴ τάση τοῦ Ἡσίοδου· ἀλλὰ στὶς κοσμοπολιτικὲς κοινωνίες τῆς Ἰωνίας (καὶ ἰδιαίτερα τῆς Μιλήτου), ποὺ ἀγαποῦσαν καὶ εὐνοοῦσαν τὴ θεωρητικὴ σκέψη, ἀπέκτησαν ἐντονότερο χαρακτήρα και, χωρὶς νὰ ἔρθουν σὲ ἄμεση σύγκρουση μὲ τοὺς μύθους καὶ τὴ θρησκεία, προσαρμόστηκαν σὲ ἕνα πλατύτερο καὶ ἀντικειμενικότερο κοσμοείδωλο.'
G. S. Kirk, J. E. Raven & M, Schofield, Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
