προγραφές

Εξώφυλλο: Μάρτιν Χάιντεγκερ, Επιστολή για τον Ανθρωπισμό

'Ἡ ἔκ-σταση δέν μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ παρά μόνο στήν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή στόν ἀνθρώπινο τρόπο «νά εἶναι»· γιατί μόνον ὁ ἄνθρωπος, ἀπό ὅσο γνωρίζουμε, εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένος με τό πεπρωμένο τῆς ἔκ-στασης. Γιά τοῦτο καί εἶναι ἀδύνατο νά νοηθεῖ ἡ ἔκ-σταση ὡς ἕνα ἰδιαίτερο εἶδος ἀνάμεσα σέ ἄλλα εἴδη ζωντανῶν πλασμάτων, ὑπό τόν ὅρο, βέβαια, ὅτι ὁ προορισμός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά σκέπτεται τήν οὐσία τοῦ Εἶναι καί ὄχι νά ἐπινοεῖ θεωρίες γιά τή φύση καί τήν ἱστορία τῆς σύστασής του [ἐνν. τοῦ ἀνθρώπου] καί τῶν πολυποίκιλων δραστηριοτήτων του. Ἔτσι, ἀκόμη κι αὐτό πού ἀποδίδουμε στόν ἄνθρωπο ὡς animalitas, ἀντιπαραβάλλοντάς τον μέ τό «ζῶο», ἔχει τό θεμέλιό του στην οὐσία τῆς ἔκ-στασης. Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου διαφέρει οὐσιωδῶς ἀπὸ ἕνα ζωϊκό ὀργανισμό. Ἡ πλάνη τοῦ βιολογισμοῦ δέν αἴρεται ὅμως μέ τό νά προσθέτουμε στό ἀνθρώπινο σῶμα τήν ψυχή καί στην ψυχή τό πνεῦμα καί στό πνεῦμα τό ὑπαρξιακό στοιχεῖο καί μέ τό νά πλέκουμε μεγαλύτερα ἀπό ὅ,τι μέχρι τώρα ἐγκώμια στό πνεύμα, για νά ἀφήσουμε τελικά νά βυθιστοῦν ὅλα ἐκ νέου στό βίωμα τῆς ζωῆς, μέ τήν προειδοποιητική διαβεβαίωση πώς ἡ σκέψη καταστρέφει με τίς ἄκαμπτες ἔννοιές της τό ρεῦμα τῆς ζωῆς καί πώς ἡ σκέψη τοῦ Εἶναι παραμορφώνει τήν ὕπαρξη. Ἡ φυσιολογία καί ἡ ὀργανική χημεία μποροῦν βέβαια νά ἐρευνήσουν με φυσικοεπιστημονικές μεθόδους τον ἄνθρωπο ὡς ὀργανισμό, ἀλλὰ τοῦτο δέν ἀποδεικνύει ὅτι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου συνίσταται σέ αὐτό τό «ὀργανικό στοιχείο», δηλαδή στό ἐπιστημονικά ἐξηγημένο σῶμα. Τοῦτο εἶναι ἐξίσου ἀναληθές ὅσο καί ἡ ἄποψη ὅτι στην ἀτομική ἐνέργεια περιέχεται ἡ οὐσία τῆς φύσης. Ἀπεναντίας, εἶναι πολύ πιθανόν ὅτι τό πρόσωπο πού δείχνει ἡ φύση, ὅταν κυριαρχεῖται ἀπό τόν ἄνθρωπο μέ τή βοήθεια τῆς τεχνικῆς, ἀποκρύπτει τήν οὐσία της. Ὅσο κι ἄν ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου δέν συνίσταται στό νά εἶναι ζωικός ὀργανισμός, μολοταῦτα ἕνας τέτοιος ἀνεπαρκής καθορισμός τοῦ ἀνθρώπου δέν μπορεῖ νά ἐξαλειφθεῖ καί νά ἀντισταθμιστεῖ μέ τό νά προικίσουμε τον ἄνθρωπο μέ ἀθάνατη ψυχή ἤ μέ τήν ἱκανότητα τοῦ λόγου ἤ μέ τό χαρακτήρα ἑνός προσώπου. Κάθε φορά ἀντιπαρερχόμαστε τήν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, καί μάλιστα στό ὄνομα τοῦ ἴδιου μεταφυσικοῦ προτάγματος.
Ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος εἶναι, δηλαδή στην παραδοσιακή γλώσσα τῆς μεταφυσικῆς ἡ «οὐσία» τοῦ ἀνθρώπου, ἐρείδεται στήν ἔκ-στασή του. Ἀλλὰ ἡ κατ’ αὐτόν τόν τρόπο νοούμενη ἔκ-σταση δέν εἶναι ταυτόσημη μέ τήν παραδοσιακή ἔννοια τῆς existentia πού σημαίνει πραγματικότητα, σέ ἀντίθεση προς τήν essentia πού σημαίνει δυνατότητα. Στό «Εἶναι καί Χρόνος» (σ. 42) βρίσκεται μέ πλάγια στοιχεῖα τυπωμένη ἡ πρόταση: «Ἡ “οὐσία” τοῦ ὧδε-εἶναι ἔγκειται στήν ὕπαρξή του». Ἐδῶ δέν πρόκειται γιά μιά ἀντιπαράθεση ἀνάμεσα σέ existentia καί essentia, ἀφοῦ τό ἐξεταζόμενο θέμα δέν εἶναι οἱ δυό αὐτοί μεταφυσικοί καθορισμοί τοῦ Εἶναι, καί πολύ περισσότερο ἡ σχέση τους. Ἀκόμη λιγότερο: ἡ πρόταση δέν περιέχει μιά καθολική ἀπόφανση γιά τό Dasein, καθόσον ἡ ὀνομασία αὐτή, ἡ ὁποία ἐμφανίστηκε τον 18ο αἰώνα για τή λέξη «ἀντικείμενο», ἔχει ὡς στόχο της νά ἐκφράσει τή μεταφυσική ἔννοια τῆς πραγματικότητας τοῦ πραγματικοῦ. Ἡ πρόταση λέει μᾶλλομ τοῦτο: ὁ ἄνθρωπος οὐσιώνεται ἔτσι ὥστε νά εἶναι τό «ὧδε», δηλαδή τό ξέφωτο τοῦ Εἶναι. Τοῦτο τό «Εἶναι» τοῦ ὧδε, καί μόνο τοῦτο, ἔχει τό θεμελιακό χαρακτηρηστικό τῆς Ἔκ-στασης, δηλαδή τοῦ ἐκστατικοῦ ἐνίστασθαι στην ἀλήθεια τοῦ Εἶναι. Ἡ ἐκστατική οὐσία τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται στήν ἔκσταση πού διαφέρει ἀπό τή μεταφυσικά νοούμενη existentia. Ἡ μεσαιωνική φιλοσοφία κατανοεῖ τήν existential ὡς actualitas. Ὁ Kant τήν παριστάνει ὡς τήν πραγματικότητα μέ τήν ἔννοια τῆς ἀντικειμενικότητας τῆς ἐμπειρίας. Ὁ Hegel ὁρίζει τήν existentia ὡς τήν αὐτογνωστική ἰδέα τῆς ἀπόλυτης ὑποκειμενικότητας. Ὁ Nietzsche τή συλλαμβάνει ὡς τήν αἰώνια ἐπιστροφή τοῦ ἴδιου. Τό ἐρώτημα, ἐάν πράγματι εἶναι δυνατό νά νοηθεῖ ἱκανοποιητικά τό Εἶναι τῆς πέτρας ἤ ἀκόμη ἡ ζωή ὡς τό Εἶναι τῶν φυτῶν καί τῶν ζώων μέ βάση τήν existentia στις μόνον ἐκ πρώτης ὄψεως διαφορετικές ἑρμηνεῖες της ὡς πραγματικότητας, θά τό ἀφήσουμε ἐδῶ ἀνοιχτό. Σέ κάθε περίπτωση τά ζωντανά πλάσματα εἶναι ἔτσι ὅπως εἶναι, χωρίς νά ἵστανται δυνάμει τοῦ ἴδιου τους τοῦ Εἶναι μέσα στην ἀλήθεια τοῦ Εἶναι καί χωρίς νά διαφυλάσσουν σέ ἕνα τέτοιο ἵστασθαι τήν οὐσιώδη φύση τοῦ Εἶναι τους. Ἀπό ὅλα τά ὅντα πού εἶναι, ἐνδεχομένως εἶναι τό ζωντανό πλάσμα τό πιο ἀκατανόητο γιά μᾶς, ἐπειδή ἀπό τή μιά πλευρά εἶναι κατά κάποιον τρόπο ὁ πλησιέστερος συγγενής μας καί ἀφετέρου ἐπειδή συγχρόνως τό χωρίζει μία ἄβυσσος ἀπό τήν ἐκ-στατική μας οὐσία. Ἀντίθετα, ἡ ουσία τῆς θεότητας μοιάζει νά μᾶς εἶναι πλησιέστερη ἀπό τήν παράξενη φύση τῶν ζωντανῶν-πλασμάτων, πλησιέστερη δηλαδή μέσα σέ μίαν οὐσιώδη ἀπόσταση πού ὅσο μακρινή κι ἄν εἶναι παραμένει οἰκεία στην ἐκστατική οὐσία μας παρά τήν ἀδιανότητη καί ἀβυσσαλέα σωματική συγγένεια μέ τό ζῶο. Τέτοιες σκέψεις φωτίζουν μ’ ἕνα ἀσυνήθιστο τρόπο τόν τρέχοντα καί συνεπῶς πάντοτε βεβιασμένο χαρακτηρισμό τοῦ ἀνθρώπου ὡς animal rationale. Ἐπειδή τά φυτά καί τά ζώα εἶναι στενά δεμένα μέ τό ἑκάστοτε περιβάλλον τους, ἀλλά ποτέ δέν εἶναι έλεύθερα τοποθετημένα στό ξέφωτο τοῦ Εἶναι –καί μόνο τοῦτο συνιστᾶ «κόσμο»– γι’ αὐτό τούς λείπει ἡ γλώσσα. Ἀλλά ὁ λόγος πού ζοῦν μετέωρα, χωρίς κόσμο, μέσα στό περιβάλλον τους δέν εἶναι ὅτι δέν τούς δόθηκε ἡ γλώσσα. Ἐν τούτοις, στη λέξη «περιβάλλον» συμπηκνώνεται ὅλη ἡ αἰνιγματικότητα τοῦ ζωντανοῦ πλάσματος. Ἡ γλώσσα στην οὐσία της δέν εἶναι οὔτε ἐξωτερίκευση ἑνός ὀργαμισμοῦ, οὔτε ἔκφραση ἑνός ζωντανοῦ πλάσματος. Γι’ αὐτό καί ἡ οὐσία της δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ὁρθά μέ ἄξονα τόν σημειακό της χαρακτήρα, ἀλλά πιθανόν οὔτε κάν μέ βάση τόν σημασιακό της χαρακτήρα. Ἡ γλώσσα εἶναι ἡ φωτίζουσα-καλύπτουσα ἔλευση τοῦ Εἶναι αὐτοῦ τούτου.'

Μάρτιν Χάιντεγκερ, Επιστολή για τον Ανθρωπισμό, μτφρ. Γιώργος Ξηροπαΐδης, εκδ. Ροές

·

↑