
'Η ντροπή είναι στραμμένη προς αυτό που είμαι. Μπορεί να προκληθεί από διάφορα πράγματα – πράξεις [...] ή σκέψεις ή επιθυμίες ή τις αντιδράσεις των άλλων. Ακόμη και στην περίπτωση που αφορά μια πράξη, ίσως να χρειαστεί το δρων υποκείμενο να ανακαλύψει –και είναι μια δύσκολη ανακάλυψη– ποια είναι η πηγή της ντροπής: εάν εντοπίζεται στην πρόθεση, την πράξη ή το αποτέλεσμα. Κάποιος μπορεί να αισθάνεται ντροπή για μια επιστολή που έστειλε, επειδή είναι (και το γνωρίζει καθώς την έγραφε) μια επιπόλαιη και ανόητη απάντηση σε μια ασήμαντη ενόχληση· και η ντροπή αμβλύνεται, σε κάποιο βαθμό, εάν αποδειχθεί ότι η επιστολή ποτέ δεν έφτασε στον προορισμό της. Επειδή ακριβώς η ντροπή ενδέχεται να είναι ασαφής με έναν τέτοιο τρόπο, μπορούμε να προσπαθήσουμε να την κάνουμε ευκρινέστερη και να καταλάβουμε πώς μια συγκεκριμένη πράξη ή σκέψη στέκεται απέναντι στον εαυτό μας, σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που ρεαλιστικά θέλουμε να είναι ο εαυτός μας. Εάν φτάσουμε στο σημείο να καταλαβαίνουμε τη ντροπή μας, ίσως να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε καλύτερα και την ενοχή μας. Οι δομές του συναισθήματος της ντροπής μάς δίνουν τη δυνατότητα να ελέγξουμε την ενοχή και να μάθουμε από αυτή, επειδή μας δίνουν μια εικόνα της ηθικής ταυτότητας κάποιου, σε σχέση με την οποία έχει νόημα η ενοχή. Η ντροπή μπορεί να κατανοήσει την ενοχή, αλλά η ενοχή δεν μπορεί να κατανοήσει τον εαυτό της.
Αυτό φαίνεται καθαρά από την επισήμανση που έκανα παραπάνω, ότι δηλαδή η ενοχή, στον βαθμό που την απασχολούν τα θύματα, δεν περιορίζεται αναγκαστικά ή ανοιχτά στις εσκεμμένες πράξεις. Μπορεί να αισθάνομαι, και δικαίως, ότι τα θύματα, έχουν μια απαίτηση από εμένα, και ότι ο θυμός και τα βάσανά τους στρέφονται σ’ εμένα, ακόμη και αν η πράξη μου ήταν ακούσια. Ωστόσο, οι ιδέες της νεωτερικής ηθικότητας επιμένουν ταυτόχρονα στο προβάδισμα της ενοχής, στη στροφή προς τα θύματα και στον ορθολογικό περιορισμό της στο εκούσιο. Καταβάλλει δε ιδιαίτερα επίπονες προσπάθειες να επιμείνει σε όλα αυτά ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα, εάν θέλαμε να κατανοήσουμε γιατί θα μπορούσε να είναι σημαντικό για μας να προχωρήσουμε στη διάκριση ανάμεσα στις βλάβες που προξενούμε εκούσια και σε εκείνες που προξενούμε ακούσια, θα είχαμε ελπίδες να το πετύχουμε μόνο εάν διερωτόμασταν ποια είδη αποτυχιών ή ανεπαρκειών συνιστούν την πηγή της βλάβης, και τι σημαίνουν αυτές οι αποτυχίες στο πλαίσιο της δικής μας ζωής και της ζωής των άλλων. Αυτή είναι η επικράτεια της ντροπής· μόνο εάν προχωρήσουμε προς τα εκεί, θα μπορέσουμε να διαφωτιστούμε κάπως όσον αφορά μία από τις βασικές μέριμνες της ηθικότητας που επικεντρώνεται στην ενοχή.
Για τη νεωτερική ηθική συνείδηση, η ενοχή μοιάζει να είναι ένα ηθικό συναίσθημα πιο ξεκάθαρο από τη ντροπή. Μπορεί να φαίνεται έτσι, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο επειδή, έτσι όπως παρουσιάζεται, είναι πιο απομονωμένη απ’ ό,τι είναι η ντροπή από άλλα στοιχεία της εικόνας που έχει κάποιος για το εγώ του, από τις υπόλοιπες επιθυμίες και ανάγκες του, και επειδή αφήνει εκτός πολλά στοιχεία ακόμη και από την ηθική συνείδησή του. Μπορεί να στρέφει κάποιον προς εκείνους που υπέστησαν ζημιά ή αδικία και να απαιτεί επανόρθωση απλώς στο όνομα αυτού που τους συνέβη. Δεν μπορεί όμως από μόνη της να βοηθήσει κάποιον να κατανοήσει τις σχέσεις του με αυτά τα συμβάντα ή να ανοικοδομήσει το εγώ που έκανε αυτά τα πράγματα και τον κόσμο μέσα στον οποίο πρέπει να ζήσει αυτό το εγώ. Μόνο η ντροπή μπορεί να το κάνει αυτό, επειδή ενσωματώνει ιδέες αυτού που είναι κάποιος και του πώς σχετίζεται με τους άλλους.'
Μπέρναρντ Ουίλιαμς, Αιδώς και ανάγκη: Ατομική Βούληση, Πράξη και Ευθύνη στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Βάρβαρα Σπυροπούλου, εκδ. Αλεξάνδρεια
