προγραφές

Εξώφυλλο: Μαίρη Μπερντ, SPQR: Ιστορία της Αρχαίας Ρώμης

'Με δεδομένο το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στους έχοντες και στους μη έχοντες στον ρωμαϊκό κόσμο, γιατί δεν υπήρχαν πιο ανοιχτές κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις; Πως γίνεται και στην πόλη της Ρώμης ο αυτοκράτορας και μερικές χιλιάδες πλούσιοι, συν το δουλικό τους προσωπικό, μονοπωλούσαν στρέμματα ολόκληρα γης, με ατελείωτα αρχοντικά και με μεγάλα άλση αναψυχής γύρω από τις παρυφές της πόλης, όταν σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι στριμώχνονταν στον χώρο που απόμενε; Γιατί, για να το πούμε με τους όρους του παραμυθιού, δεν ξεσηκώνονταν τα χελιδόνια ενάντια στα φίδια;
Μια απάντηση είναι ότι ίσως υπήρχαν περισσότερες συγκρούσεις απ’ όσες έχουν καταγραφεί, ακόμη και αν ήταν κυρίως ανταρτοπόλεμος παρά μια καθαρή εξέγερση: κλούβια αβγά που τα σφεντόνιζαν προς τις κουρτίνες των λεντικών που περνούσαν πάρα συντονισμένες έφοδοι ενάντια στις πύλες του αυτοκρατορικού παλατιού. Οι Ρωμαίοι συγγραφείς δεν πολυασχολούνταν με τα μέτρια επίπεδα αναταραχής. Αλλά οι αυτοκράτορες σίγουρα ανησυχούσαν για το πως θα τους υποδέχονταν όταν πήγαιναν στους δημόσιους αγώνες και θεάματα. Και παρόλο που η δημόσια τάξη δεν καταλύθηκε επανειλημμένα υπό την ηγεσία των αυτοκρατόρων, όπως είχε συμβεί κατά τις συγκρούσεις της ύστερης Πολιτείας, υπάρχουν τεκμήρια για περιστασιακές βίαιες εκρήξεις στη Ρώμη και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας. Η βασική αιτία για ήταν τα προβλήματα στον επισιτισμό. Το 51 μ.Χ. ο Κλαύδιος έγινε δεκτός με ρίψεις ψωμιού στο Φόρουμ (περίεργο όπλο σε μια κατάσταση ελλείψεις τροφίμων, θα μου πείτε) και χρειάστηκε να φυγαδευτεί στο παλάτι από μια πίσω πόρτα. Τον ίδιο περίπου καιρό, στην Άσπενδο, στη Μικρά Ασία, ένας τοπικός αξιωματούχος γλίτωσε παρά τρίχα από το να τον κάψουν ζωντανό όταν ένα οργισμένο πλήθος διαμαρτυρήθηκε επειδή γαιοκτήμονες είχαν κλειδώσει τα σιτηρά τους, σκοπεύοντας να τα εξαγάγουν. Τα τρόφιμα όμως δεν ήταν το μόνο ζήτημα.
Το 61 μ.Χ. ένας από τους κορυφαίους συγκλητικούς δολοφονήθηκε από έναν δούλο του και η σύγκλητος αποφάσισε να ακολουθήσει τους παραδοσιακούς κανόνες για να τέτοιο έγκλημα, που έλεγαν ότι όλοι δούλοι του θύματος έπρεπε να θανατωθούν, πέρα από τον ίδιο τον ένοχο (η απειλή μιας τέτοιας τιμωρίας θα οποίος υποτίθεται τους δούλους να αλληλοκαρφώνονται). Σε αυτή την περίπτωση ήταν τετρακόσιοι όλοι μαζί, όλοι αθώοι. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους αγανακτισμένος με την αυστηρότητα του προτεινόμενου μέτρου και σε μια ένδειξη αλληλεγγύης ανάμεσα στους δούλους και στον ελεύθερο πληθυσμό, που πολλοί ήταν οι ίδιοι πάλι δούλοι. Παρά το ότι όμως αρκετή συγκλητικοί πήραν το μέρος των αγανακτισμένων, ο αυτοκράτορας Νέρωνας κάλεσε τον στρατό για να μην υπάρξουν φασαρίες και διέταξε να εκτελεστεί η απόφαση.
Μια άλλη απάντηση είναι ότι, παρά τις μεγάλες ανισότητες πλούτου, την περιφρόνηση της ελίτ για τους λιγότερο τυχερούς και τα δύο μέτρα και δύο σταθμά που κυριαρχούσαν, υπήρχαν μεγαλύτερες πολιτισμικές επικαλύψεις ανάμεσα στους πλούσιους και τουλάχιστον τους «μεσαίους» της Ρώμης, ή εκείνους που ζουν στους κάτω ορόφους των πολυκατοικιών, απ’ όσο φανταζόμαστε. Ξύστε την επιφάνεια και οι δύο κουλτούρες αποδεικνύονται πιο διαπερατές απ’ όσο φαίνεται αρχικά· τα χελιδόνια δεν διαφέρουν πάντοτε τόσο δραστικά από τα φίδια.
[…]Τα συννεφάκια με τα λόγια στα καπηλειά και τα έξυπνα γραμμένα επιτύμβια (που μερικές φορές είναι έμμετρα, με όλους τους περίπλοκους κανόνες του έμετρου λόγου στα λατινικά) υποδηλώνουν έναν κόσμο όπου η γνώση γραφής και ανάγνωσης θεωρούνταν δεδομένη. Έχουν γίνει ατελείωτες άκαρπες συζητήσεις τα τελευταία χρόνια γύρω από το πόσοι ακριβώς κάτοικοι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν εγγράμματοι. Αν πιάσουμε όλο τον ρωμαϊκό κόσμο, ύπαιθρο και πόλεις, ο αριθμός πρέπει να ήταν πολύ χαμηλός, σαφώς κάτω από το είκοσι τοις εκατό των ενηλίκων αντρών. Θα ήταν όμως πολύ υψηλότερο στις αστικές κοινότητες, όπου πολύ μικρέμποροι, τεχνίτες και δούλοι θα χρειάζονταν ένα βασικό επίπεδο γραμματικών και αριθμητικών γνώσεων για να λειτουργήσουν σωστά στη δουλειά τους (να παίρνουν τις παραγγελίες, να μετρούν τα χρήματα, να οργανώνουν τις παραδόσεις και λοιπά). Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι η «λειτουργική εγγραμματοσύνη» αυτού του είδους έδινε ακόμα και στους «μεσαίους» ανθρώπους ένα κάποιο μερίδιο σ’ αυτό που θα θεωρούσαμε ως υψηλή κλασική κουλτούρα.
Υπάρχουν πάνω από πενήντα παραθέματα της ποίησης του Βιργίλου γραμμένα σαν γκράφιτι στους τοίχους της Πομπηίας. Αυτό σίγουρα δεν σημαίνει ότι η Αινειάδα ή τα άλλα του ποιήματα διαβάζονταν ευρέως στην ολότητά τους. Τα περισσότερα παραθέματα είναι από τις πρώτες λέξεις του πρώτου βιβλίου της Αινειάδας («Arma virumque cano», «Τ’ άρματα και τον άντρα τραγουδώ») ή από τις πρώτες λέξεις του δεύτερου βιβλίου («Conticuere omnes», «Σώπασαν όλοι») – στίχοι που ίσως είχαν γίνει τόσο τετριμμένα τσιτάτα όσο το «Να ζει κανείς ή να μη ζει». Επίσης, πολλά από αυτά μπορεί να ήταν από πλούσιους νεαρούς, για τους οποίους ο Βιργίλιος τον σχολικό βιβλίο· είναι άτοπο να φανταζόμαστε μονάχα τους στόχους να γράφουν στους τοίχους. Ούτε όμως θα έστεκε να αποδώσουμε όλα αυτά τα γκράφιτι σε πλούσια άτομα.
Υπάρχουν λοιπόν σημάδια ότι έστω και σε μικρές δόσεις η ποίηση του Βιργίλιου ήταν ένα κοινό πολιτισμικό αγαθό που μπορούσαν να το παραθέτουν, να το διασκευάζουν, ακόμα και να το χρησιμοποιούν για αστεία και παιχνίδια. Την πρόσοψη ενός πλυντηρίου-καθαριστηρίου της Πομπηίας διακοσμούσε μια σκηνή παρμένη από την ιστορία της Αινειάδας, που έδειχνε τον ήρωα έννοια να οδηγεί τον πατέρα και τον γιο του μακριά από τα ερείπια της Τροίας, στον δρόμο προς την ίδρυση της νέας Τροίας στην Ιταλία. Παραδίπλα ένας χαραταζτής έγραψε με ορνιθοσκαλίσματα, παρωδώντας τον διάσημο πρώτο στίχο του έπους, «Fullone ululamque cano, non arma virumque» – «Τους γναφείς και την κουκουβάγια τραγουδώ, όχι τ’ άρματα και τον άντρα» (αναφερόμενος στο πουλί που ήταν η επαγγελματική μασκότ του κλάδου του καθαρισμού υφασμάτων). Δεν πρόκειται βέβαια για υψηλή κουλτούρα, αλλά δείχνει ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς ανάμεσα στον κόσμο της αγοράς και στον κόσμο της κλασσικής λογοτεχνίας.'

 

Μαίρη Μπερντ, SPQR: Ιστορία της Αρχαίας Ρώμης, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, εκδ. Αλεξάνδρεια

·

↑