
'Ο Νάγκουζα δεν προσδοκούσε παρά ένα πράγμα: να κάνει ωραίο καιρό τη μέρα του θανάτου του. Γιατί, αντιθέτως με τους αλαζόνες πολεμικούς αρχηγούς που δεν διανοούνται να εγκαταλείψουν αυτόν τον κόσμο χωρίς να παρασύρουν τους φανατικούς οπαδούς τους μαζί τους, σκεφτόταν με ευχαρίστηση ότι η ζωή θα συνεχιζόταν χωρίς αυτόν. Μετά από έναν ύστατο περίπατο (και αν τα πόδια του αρνούνταν να τον κρατήσουν, δε θα τον πείραζε να θυμάται κάποιον ιδανικό περίπατο, αντλώντας από τις αναμνήσεις του), θα εγκατέλειπε τη ζωή όπως εγκταλείπει κανείς ένα κήπο, ένα ναό ή μια βιβλιοθήκη, χωρίς να αναστατώσει τη συνήθη και ήσυχη πορεία των πραγμάτων, ώστε σχεδόν να μη γίνει αντιληπτός ο θάνατός του που δεν θα πρέπει να κάνει περισσότερο θόρυβο από όσο ένα έντομο που πέφτει από ένα κλαδάκι. Ήλπιζε ότι η Δυτική Αγορά, μπροστά από την οποία περνούσε εκείνη τη στιγμή το φορητό κάθισμα, θα συνέχιζε να αντηχεί από το τύμπανο των μπαμπού τα οποία χτυπούσαν με φρενίτιδα οι έμποροι για να θυμίσουν στην πελατεία ότι η φωτιά είχε σκορπίσει σαν σμήνος σπουργιτιών.
Προσευχόταν λοιπόν ώστε η ημέρα της κηδείας του να είναι ηλιόλουστη, με τα πουλιά να παίζουν στο υγρό μισοσκόταδο ενός μικρού δάσους. Τα πουλιά δεν παίζουν βεβαίως, δεν έχουν χρόνο γι’ αυτό, οφείλουν να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους, αλλά ο Νάγκουζα υπολόγιζε ότι θα του απέμενε αρκετή φαντασία τη στιγμή του θανάτου του για να φανταστεί ένα σμήνος από γαλάζιους μυφοχάφτες να κυνηγιούνται ανάμεσα στα μπαμπού βγάζοντας την αργή και τόσο μελαγχολική κραυγή τους — τέλεια κραυγή για να συνοδεύσει την επιθανάτια αγωνία του τελευταίου διευθυντή της Υπηρεσίας Κήπων και Λιμνών.'
'— Αυτή η μυρωδιά, του απάντησε ο Νάγκουζα, μου θυμίζει τη μυρωδιά του πάρα πολύ πλυμένου ρυζιού, πολύ βρασμένου σε δυνατή φωτιά, και τη μυρωδιά μεταξωτής τουαλέτας που μια αφηρημένη υπηρέτρια ξέχασε κάτω από τη βροχή και που τώρα είναι οριστικά κατεστραμμένη, και πιο πολύ από όλα μου θυμίζει τη ναυτία, την ομορφιά που έχει αποσυντεθεί, κι ύστερα τον θάνατο των πουλιών — αλλά όλα αυτά είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα, έτσι δεν είναι;
— Μπα! ο θάνατος ενός πουλιού δεν είναι τίποτα, είπε ο Κουσακάμπε που του άρεσε ιδιαιτέρως το κυνήγι και έδινε και την τελευταία ρανίδα του αίματός του για να συντηρεί γι’ αυτόν τον σκοπό μια φωλιά γερακιών που οι ένοικοί της, καθώς δεν τους φρόντιζε και δεν τους τάιζε καλά, πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλον.
— Νομίζεις, Ατσουχίτο ; Εγώ νομίζω πως δεν υπάρχει τίποτα που να εκφράζει πιο καλά την ιδέα της θλίψης απ’ όσο ένα πουλί με κρύα και άκαμπτα φτερά.'
Ντιντιέ Ντεκουάν, Η Υπηρεσία Κήπων και Λιμνών, μτφρ. Ιφιγένεια Μπουτουροπούλου, εκδ. Στερέωμα
