
'Η αλλαγή του ονόματος ενός κρατικού συμβόλου ιστορικά έχει γίνει δύο φορές. Η πρώτη φορά αφορά στην Ελλάδα. Ο Όθων έφερε τον τίτλο «Βασιλεύς της Ελλάδος». Όταν ανήλθε στον θρόνο ο Γεώργιος Α΄, ακολουθώντας το αντίστοιχο παράδειγμα του Λουδοβίκου-Φιλίππου της Γαλλίας, θέλησε να ονομασθεί «Βασιλεύς των Ελλήνων - Roi de Grecs». Η Πύλη δήλωσε ότι δεν θα μπορούσε να δεχθεί τη νέα ονομασία, διότι θεωρούσε ότι στον όρο Έλληνες-Grecs περιλαμβάνονταν και οι ελληνικής εθνικότητας Οθωμανοί υπήκοοι. Τελικώς, ο Γεώργιος Α΄ υποχρεώθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να χρησιμοποιεί στα γαλλικά τον όρο «Roi des Hellènes». Στην ελληνική του μετάφραση δεν υπήρχε βεβαίως διαφορά εν σχέσει προς την αρχικώς επιλεγείσα ονομασία. Ο όρος όμως Hellènes θεωρήθηκε ότι περιόριζε την εξουσία του Γεωργίου στους υπηκόους του ελληνικού βασιλείου, ούτως ώστε να ικανοποιηθεί η Πύλη.
Η δεύτερη περίπτωση αφορά στην Αυστρία. Τον Νοέμβριο του 1918 και εν μέσω της διαλύσεως της Αυστροουγγαρίας, οι βουλευτές των γερμανόφωνων περιοχών της αυτοκρατορίας κήρυξαν τη δημιουργία της «Γερμανικής Αυτοκρατορίας» [Deutsch-Österreich]. Ακολούθως, το άρθρο 61 του γερμανικού Συντάγματος της Βαϊμάρης του Ιουλίου του 1919 ονόμαζε το κράτος «Γερμανική Αυστρία» και αναφερόταν στη δυνατότητα ένωσής του με τη γερμανική κοινοπολιτεία. Οι συμμαχικές δυνάμεις αντέδρασαν έντονα. Επέβαλαν στη Γερμανία να ανακοινώσει το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ότι το άρθρο 61 του Συντάγματος είναι τελείως άκυρο. Παράλληλα, με τη Συνθήκη του Αγίου Γερμανού (Σεπτέμβριος 1919), ορίσθηκε ρητώς ότι το όνομα του νέου κράτους είναι «Αυστρία». Το άρθρο 88 της Συνθήκης απαγόρευε οποιαδήποτε αλλαγή του καθεστώτος ανεξαρτησίας του νέου κράτους χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών.
Αντιθέτως, η Βρετανία δεν υπήρξε εξ ίσου επιτυχής στη διαμάχη που έχει με την Ιρλανδία σχετικώς με το όνομα που χρησιμοποιεί η τελευταία. Το 1922, είκοσι έξι κομητείες του νησιού της Ιρλανδίας ίδρυσαν το «Ιρλανδικό Ελεύθερο Κράτος» [Irish Free State]. Το 1937, το κράτος μετονομάσθηκε σε «Έιρε» και στα αγγλικά σε «Ιρλανδία». Το «Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας της Ιρλανδίας και των Βρετανικών Κτήσεων πέραν των Θαλασσών», όπως ήταν τότε ο πλήρης τίτλος, θεώρησε ότι το όνομα Ιρλανδία συνιστούσε ευθεία απειλή του νέου κράτους ως προς το έδαφος της Βορείου Ιρλανδίας. Κατόπιν τούτου, ουδέποτε απεκάλεσε το γειτονικό κράτος «Ιρλανδία», αλλά επέλεξε να το αποκαλεί «Έιρε». Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ηνωμένο Βασίλειο άλλαξε το όνομά του σε «Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας». Παράλληλα, επέλεξε να χρησιμοποιεί τον όρο «Δημοκρατία της Ιρλανδίας» για να αποκαλεί το έτερο κράτος. Η ίδια η Ιρλανδία συνέχισε να χρησιμοποιεί παντού τον όρο «Ιρλανδία». Μόλις το 1998, με τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής, η Βρετανία δέχθηκε να υπογράψει συμφωνία όπου η κυβέρνηση της άλλης πλευράς αποκαλείται «κυβέρνηση της Ιρλανδίας». Παράλληλα, η Ιρλανδία διευκρίνισε ρητώς ότι δεν έχει εδαφικές βλέψεις στο έδαφος της Βορείου Ιρλανδίας. Το θέμα επανήλθε στην επιφάνεια μετά το Brexit και το καθεστώς των συνόρων που θα υπάρχει ανάμεσα σε Ηνωμένο Βασίλειο και Ιρλανδία.
Από τα τρία προαναφερόμενα παραδείγματα προκύπτει με σαφήνεια ότι η αλλαγή του ονόματος ενός κράτους δεν είναι κάτι το συνηθισμένο. Στην πιο τρανταχτή προηγούμενη περίπτωση, συνέβη από τις νικήτριες δυνάμεις της Αντάντ αμέσως μετά το τέλος ενός καταστροφικού πολέμου. Η Βρετανία δεν είχε την ίδια επιτυχία με την Ιρλανδία. Δυστυχώς, η αντικειμενικά μεγάλη ελληνική επιτυχία αυτοαναιρέθηκε από την αναγνώριση «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής ιθαγένειας».'
'Erga omnes είναι ένας λατινικός όρος που χρησιμοποιείται στο Διεθνές Δίκαιο και σημαίνει «έναντι όλων» ή «για όλες τις χρήσεις». Ως όρος υιοθετήθηκε από την ελληνική πλευρά τη δεκαετία του 2000 και ακούσθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική Βουλή το 2007 κατά τις προγραμματικές δηλώσεις της τότε κυβερνήσεως. Προήλθε από τις προτάσεις Νίμιτς το 2005. Η λογική του erga omnes τότε ήταν ότι η ΠΓΔΜ θα υιοθετήσει ένα όνομα (ο Νίμιτς είχε προτείνει το όνομα Republika Makedonija-Skopjie) που θα χρησιμοποιείται για κάθε διεθνή χρήση, δηλαδή και στον ΟΗΕ και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς και στο επίπεδο των διμερών σχέσεων της ΠΓΔΜ με άλλα κράτη. Το συνταγματικό όνομα της ΠΓΔΜ θα συνέχιζε να χρησιμοποιείται αποκλειστικώς στο εσωτερικό της, που εσήμαινε ότι δεν απαιτείτο συνταγματική αλλαγή. Η θέση της τότε ελληνικής κυβερνήσεως ήταν ότι «η πρόταση δεν ικανοποιεί πλήρως τις ελληνικές θέσεις, αλλά θα ήμασταν έτοιμοι να την αποδεχθούμε ως βάση για μια λύση».
Είναι γεγονός ότι με τη Συμφωνία των Πρεσπών η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατόρθωσε να κάνει τη χρήση της σύνθετης ονομασίας erga omnes όχι μόνον στις διεθνείς σχέσεις της ΠΓΔΜ, αλλά και στο εσωτερικό της, υποχρεώνοντας την τελευταία να προβεί σε συνταγματικές τροποποιήσεις. Αυτό είναι κάτι που δεν είχαν επιτύχει κατά τις διαπραγματεύσεις οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις και δεν είναι και σαφές εάν το επεδίωκαν. Πρόκειται όμως για μία λύση erga omnes;
Μετά το 1991, η προσοχή και οι προσπάθειες της Ελλάδας επικεντρώθηκαν στο θέμα του ονόματος της χώρας. Το όνομα της χώρας δεν είναι ανεξάρτητο από το όνομα του σλαβικού λαού που κατοικεί σε αυτή τη χώρα. Εδώ το Μακεδονικό έχει δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος, που εξάπτει τα πάθη και στο οποίο δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στην Ελλάδα, αφορά στην παραχάραξη της ιστορίας. Η απαίτηση των Σλαβομακεδόνων να διεκδικούν τον Μέγα Αλέξανδρο και το ελληνικό ιστορικό παρελθόν είναι προκλητική, διότι είναι τόσο ανεδαφική. Η έξαρση των παθών γύρω από ένα ιστορικό θέμα δεν πρέπει να εκπλήσσει. Αντίστοιχα βλέπουμε μεταξύ Ισραηλινών και Αράβων σχετικώς με την Ιερουσαλήμ.
Το άλλο σκέλος, που παραμελούμε (και εν πολλοίς αγνοούμε), είναι αυτό που σχετίζεται με το ιδεολόγημα του «μακεδονισμού», που παράγει αστάθεια στα Βαλκάνια. Από τη δεκαετία του 1930, η Κομμουνιστική Διεθνής μίλησε για το «μακεδονικό έθνος» που τριχοτομήθηκε μεταξύ Γιουγκοσλαβίας, Ελλάδας και Βουλγαρίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αρκετοί, εάν όχι οι περισσότεροι, Σλαβομακεδόνες αυτοπροσδιορίζονταν ως Βούλγαροι. Η προσπάθεια για δημιουργία ξεχωριστού έθνους ξεκινά τότε και κορυφώνεται στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο μετά το 1944. Η αντίληψη του διαμελισμένου «μακεδονικού έθνους» προϋπήρξε της δημιουργίας της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» στην τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία το 1944, αλλά και της ανεξαρτησίας της χώρας το 1991. Το διαμελισμένο έθνος μέσω της χρήσεως του προσδιορισμού «μακεδονικού» αναζητεί αλύτρωτους αδελφούς στα γειτονικά τμήματα της γεωγραφικής Μακεδονίας που πρέπει να ελευθερώσει. Δεν είναι μόνον το όνομα «Μακεδονία» όχημα της διεκδικήσεως. Αντίστοιχα τέτοια οχήματα είναι και οι επιθετικοί προσδιορισμοί «Μακεδόνας» ή «μακεδονικός» και η μονοπώλησή τους από τους κατοίκους της ΠΓΔΜ.
Κατά συνέπειτα, το erga omnes χάνεται κατ’ ουσίαν όταν η Ελλάδα ρητώς αναγνωρίζει με τη Συμφωνία των Πρεσπών ότι άλλο είναι το όνομα του κράτους: «Βόρεια Μακεδονία», άλλο είναι το όνομα των πολιτών: «Μακεδόνες / πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας», και άλλο είναι το όνομα της γλώσσας: «μακεδονική». Η αναφορά στον όρο erga omnes καθίσταται χωρίς αντίκρισμα.'
Άγγελος Συρίγος & Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Η Συμφωνία των Πρεσπών και το Μακεδονικό, εκδ. Πατάκη
