
'ὦ ψυχά, πῶς σιγάσω;
πῶς δὲ σκοτίας ἀναφήνω
εὐνάς, αἰδοῦς δ’ ἀπολειφθῶ;
τί γὰρ ἐμπόδιον κώλυμ’ ἔτι μοι;
πρὸς τίν’ ἀγῶνας τιθέμεσθ’ ἀρετῆς;
οὐ πόσις ἡμῶν προδότης γέγονεν,
στέρομαι δ’ οἴκων, στέρομαι παίδων,
φροῦδαι δ’ ἐλπίδες, ἃς διαθέσθαι
χρῄζουσα καλῶς οὐκ ἐδυνήθην,
σιγῶσα γάμους,
σιγῶσα τόκους πολυκλαύτους;
ἀλλ’ οὐ τὸ Διὸς πολύαστρον ἕδος
καὶ τὴν ἐπ’ ἐμοῖς σκοπέλοισι θεὰν
λίμνης τ’ ἐνύδρου Τριτωνιάδος
πότνιαν ἀκτάν,
οὐκέτι κρύψω λέχος, ὡς στέρνων
ἀπονησαμένη ῥᾴων ἔσομαι.
στάζουσι κόραι δακρύοισιν ἐμαί,
ψυχὴ δ’ ἀλγεῖ κακοβουλευθεῖσ’
ἔκ τ’ ἀνθρώπων ἔκ τ’ ἀθανάτων,
οὓς ἀποδείξω
λέκτρων προδότας ἀχαρίστους.
ὦ τᾶς ἑπταφθόγγου μέλπων
κιθάρας ἐνοπάν, ἅτ’ ἀγραύλοις
κέρασιν ἐν ἀψύχοις ἀχεῖ
μουσᾶν ὕμνους εὐαχήτους,
σοὶ μομφάν, ὦ Λατοῦς παῖ,
πρὸς τάνδ' αὐγὰν αὐδάσω.
ἦλθές μοι χρυσῷ χαίταν
μαρμαίρων, εὖτ’ ἐς κόλπους
κρόκεα πέταλα φάρεσιν ἔδρεπον,
ἀνθίζειν χρυσανταυγῆ·
λευκοῖς δ’ ἐμφὺς καρποῖσιν
χειρῶν εἰς ἄντρου κοίτας
κραυγὰν Ὦ μᾶτέρ μ’ αὐδῶσαν
θεὸς ὁμευνέτας
ἆγες ἀναιδείᾳ
Κύπριδι χάριν πράσσων.
τίκτω δ’ ἁ δύστανός σοι
κοῦρον, τὸν φρίκᾳ ματρὸς
εἰς εὐνὰν βάλλω τὰν σάν,
ἵνα με λέχεσι μελέαν μελέοις
ἐζεύξω τὰν δύστανον.
οἴμοι μοι· καὶ νῦν ἔρρει
πτανοῖς ἁρπασθεὶς θοίνα
παῖς μοι . . . καὶ σός, τλάμων·
σὺ δὲ κιθάρᾳ κλάζεις
παιᾶνας μέλπων.
ὠή,
τὸν Λατοῦς αὐδῶ,
ὅστ’ ὀμφὰν κληροῖς
πρὸς χρυσέους θάκους
καὶ γαίας μεσσήρεις ἕδρας,
εἰς οὖς αὐδὰν καρύξω·
Ἰὼ κακὸς εὐνάτωρ,
ὃς τῷ μὲν ἐμῷ νυμφεύτᾳ
χάριν οὐ προλαβὼν
παῖδ’ εἰς οἴκους οἰκίζεις·
ὁ δ’ ἐμὸς γενέτας καὶ σός γ’, ἀμαθής,
οἰωνοῖς ἔρρει συλαθείς,
σπάργανα ματέρος ἐξαλλάξας.
μισεῖ σ’ ἁ Δᾶλος καὶ δάφνας
ἔρνεα φοίνικα παρ’ ἁβροκόμαν,
ἔνθα λοχεύματα σέμν’ ἐλοχεύσατο
Λατὼ Δίοισί σε καρποῖς.'
*
'Πώς να σωπάσω, ψυχή μου;
Τον κρυφό μου τον έρωτα
πώς να δείξω στο φως
τις ντροπές παρατώντας;
Τάχα τι’ εμποδίζει;
Με ποιον τώρα σ’ αγώνα αρετής να παλέψω;
Δε με πρόδωσ’ ο άντρας μου;
Το σπίτι μου χάνω, το τέκνο μου χάνω
κι οι ελπίδες μου πάνε,
που δεν μπόρεσα, καθώς το ποθούσα,
να ’χουν τέλος καλό, γιατί κράτησα
μυστική την πολύκλαυτη γέννα μου.
Όχι πια, μα του Δία τον πολύαστρο θρόνο,
και μα τη θεά που αφεντέυει
στης πατρίδας το βράχο,
και την άγια αμμουδιά της Τριτώνειας λίμνης,
δε θα κρύψω το γάμο μου
κι απ’ τα στήθη μου διώχνοντας
το βάρος, θα νιώσω καλύτερα.
Στάζουν δάκρυα τα μάτια μου
κι η ψυχή μου πονάει, που όλοι
το κακό της θέλησαν θνητοί
κι οι αθάνατοι ακόμη, που τώρα
φανερά θα τους δείξω προδότες
της αγάπης κι αχάριστους.
Γιε της Λητώς που τραγούδια
στην εφτάχορδη πλέκεις τη λύρα,
όταν κάνεις τα κέρατα τ’ άψυχα
να σκορπάνε γλυκόλαλους ύμνους
στις Μούσες, μονάχα για σένα
κατηγόριες θα πω τώρα ξάστερες.
Ήρθες σε μένα ξαστράφτοντας
με τα ξανθά σου μαλλιά, καθώς μάζευα
στην αγκαλιά μου λουλούδια κροκάτα,
χρυσαφένια, να στολίσω τα πέπλα μου·
βαστώντας ακίνητα πάνω στο χώμα
της σπηλιάς τα λευκά μου τα χέρια,
και καθώς «ω μανούλα» ξεφώνιζα,
δίχως ντροπή να πλαγιάσω με ξέσυρες
μαζί σου, θεός κι ερωμένος, το θέλημα
της Κύπριδας κάνοντας.
Και σου γέννησα η δύστυχη αγόρι,
που απ’ το φόβο της μάνας μου το ’βαλα
στο κλινάρι σου εκεί, που τη δόλια
με το άτιμό σου αγκάλιασμα τότε
γυναίκα σου, αλίμονο, μ’ έκανες.
Τώρα χάθηκε ο δύσμοιρος γιος μου
και γιος σου, τα όρνια τον ξέσκισαν·
μα εσύ με τη λύρα σου παίζεις
τραγουδώντας παιάνες.
Ωή,
γιε της Λητώς, σου φωνάζω,
που απάνω στους ολόχρυσους θρόνους,
στης γης το μεσόμφαλο,
τις μαντείες με κλήρο μοιράζεις,
μακάρι να φτάσει στ’ αυτιά σου η φωνή μου.
Ωή,
ο πικρός μου ερωμένος εσύ,
που για χάρη του αντρός μου, χωρίς
από κείνον αντίχαρη να ’χεις,
στο σπίτι μου βάζεις το γιο του·
μα το δικό μου και δικό σου παιδί,
πάει ανέγνωρο, τα όρνια το πήραν
μακριά από της μάνας τα σπάργανα.
Δε σε στέργει κι η Δήλος, τα φύλλα
σε μισούνε τη δάφνης
στο λεπτόκλωνο φοίνικα δίπλα,
που σ’ αυτόν ακουμπώντας σε γέννησεν
η Λητώ, γιο του Δία.'
Ευριπίδης, Ίων, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος
