προγραφές

Εξώφυλλο: Γιόκο Ογκάουα, Ο Παράμεσος

'Συνήθως καθόμασταν στὸ χεῖλος τῆς μπανιέρας καὶ φλυαρούσαμε γιὰ τό ’να καὶ γιὰ τ’ ἄλλο. Ἐνῶ κουβεντιάζουμε, τὸ χρῶμα τοῦ οὐρανοῦ ποὺ καθρεφτιζόταν στὸ φεγγίτη ἄλλαζε προοδευτικὰ καὶ ἔπεφτε ἡ νύχτα. Τότε ἐκεῖνος ἀνέβαζε τὸ διακόπτη στὸν ἠλεκτρικὸ πίνακα καὶ ἄναβε τὸ φῶς.
Μόλις ἄναβε, ἡ ἀτμόσφαιρα στὸ δωμάτιο τοῦ μπάνιου ἄλλαζε πάλι. Ὁ πορτοκαλὴς φωτισμὸς ἦταν ἐξαιρετικὰ ἀδύναμος ὥστε νὰ φωτίσει πλήρως τὴ μεγάλη ἔκταση τοῦ χώρου τῶν λουτρῶν, καὶ ἔτσι οἱ γωνίες παρέμεναν στὸ ἡμίφως, ἐνῶ τὰ πλακάκια στὸν πάτο τῆς μπανιέρας ἀνάδιναν μιὰ λάμψη. Πάνω στὸ γαλακτῶδες τζάμι ἕπεφτε ἡ σκιὰ τῆς βλάστησης τοῦ ἐσωτερικοῦ κήπου ποὺ τρέμιζε ἐλαφρὰ μὲ τὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου.
-Εἶναι παράξενο νὰ φαντάζεται κανεὶς αὐτὸν τὸ χῶρο ὅπως ἦταν κάποτε, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν πραγματικὰ μιὰ αἶθουσα λουτρῶν, εἶπε ὁ κύριος Ντεσιμάρου. Ὅλα ἦταν βυθισμένα στὴν ὁμίχλη τῶν ἀτμῶν, τὰ τζάμια ἦταν ὑγρὰ ἀπὸ σταγονίδια νεροῦ, ἡ μπανιέρα γεμάτη ζεστὰ νερά. Παντοῦ ἀντηχοῦσαν γέλια, νερὰ ποὺ ἔτρεχαν, ἦχοι ἀπὸ σαπουνοθῆκες ποὺ ἔπεφταν, καὶ μπροστὰ στὶς βρύσες κορίτσια, ἀμέτρητα κορίτσια νὰ πλένουν τὸ κορμί τους τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο. Ἐπιπλέον, ὅλα γυμνά.
-Καὶ ἀνάμεσά τους οἱ κυρίες τῶν δωματίων 309 καὶ 223.
-Ἔτσι. Ὄχι ὅμως τόσο γερασμένες. Εἶχαν καὶ οἱ δυό τους περίπου τὴν ἴδια ἡλικία μ’ ἐσᾶς σήμερα. Ἡ μία πλένει μὲ μεγάλη φροντίδα τὰ χέρια της. Ἔχει βάλει ἄφθονο σαπούνι καὶ τρίβει τὰ δάχτυλα ἕνα ἕνα μέχρι νὰ τὰ κάνει νὰ ἀστράφτουν. Στὴν ἄλλη εἶναι ὁ λαιμός. Εἶναι ξεθεωμένη ἀπ’ τὸ νὰ μιλάει ὅλη μέρα ἀκατάπαυστα στὸ τηλέφωνο καὶ τώρα ζεσταίνει τὸ λαιμό της κάτω ἀπ’ τὸ ντούς.
-Δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω πὼς αὐτὴ ἡ ἐποχὴ ὑπῆρξε πραγματικά.
-Τώρα ὅλα εἶναι στεγνά. Δὲν ἔχει μείνει ἴχνος σταγόνας κι ὁ ἀφρὸς χάθηκε κι αὐτός. Τὰ δάχτυλα τῆς πιανίστριας καὶ ἡ φωνὴ τῆς τηλεφωνήτριας ἔχουν γεράσει καὶ δὲν ἔχει μείνει ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ μᾶς τοὺς δύο.'

Γιόκο Ογκάουα, Ο Παράμεσος, μτφρ. Πέτρος Ευαγγελίδης, εκδ. Άγρα

·

↑