προγραφές

'Και τράβηξε ακόμη πιο πίσω, μέσα από χρόνια και αιώνες, ερπετικών εποχών. Και τώρα ήταν ένα πλάσμα που σερνόταν στη λάσπη, μην έχοντας ακόμα μάθει να στοχάζεται, να ονειρεύεται και να δημιουργεί. Κι έφτασε κάποτε μια εποχή όταν δεν υπήρχε καν ήπειρος αλλά μονάχα ένας απέραντος, χαώδης βάλτος, μια θάλασσα από βούρκο δίχως όρια ή ορίζοντα, που ανάβραζε με τα τυφλά στροβιλίσματα όμορφων υδρατμών.
Εκεί, στις γκρίζες απαρχές της Γης, ανάμεσα στους βούρκους και στους αχνούς, αναπαυόταν η άμορφη ρίζα του [...]. Ακέφαλος, δίχως όργανα ή μέλη, ενώ από τις γλειώδεις του πλευρές ξεκολλούσαν σαν αργό, ασταμάτητο φυλλοβόλημα, οι αμοιβαδοειεδείς μορφές που ήταν και τα αρχέτυπα της γήινης ζωής. Ήταν φρικαλέος, αν υπήρχε κάτι για να συλλάβει τη φρίκη του· και σιχαμερός, αν υπήρχε κάτι για να νιώσει την αηδία. Ολόγυρά του, ξαπλωτές ή γερτές στο βούρκο, υπήρχαν σκόρπιες οι τεράστιες πλάκες από την αστρική πέτρα που είχαν χαραγμένη πάνω τους την ασύλληπτη σοφία των προκοσμικών θεών.'

* * *

'Οι πρησμένοι, παραχορταριασμένοι μίσχοι και τα κλαδιά του λικνίζονταν απαλά, και το τεράστιο λουλούδι τον κοίταζε διαρκώς με λαγνεία, με τη βέβηλη παρωδία ενός ανθρώπινου προσώπου. Νόμιζε ότι άκουγε ένα σιγανό τραγουδιστό ήχο, απερίγραπτα γλυκό, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει αν έβγαινε από το φυτό ή αν ήταν μια απλή παραίσθηση των εξαντλημένων του αισθήσεων.
Οι αργοκίνητες ώρες κυλούσαν, κι ένας άγριος ήλιος έχυνε κάτω τις αχτίδες του σαν αναλυτό μολύβι από κάποιο τιτάνιο δοχείο βασανιστηρίων. Το μυαλό του ήταν αποχαυνωμένο από την αδυναμία και τη φορτωμένη με δυσοσμία κουφόβραση, αλλά δεν μπορούσε να χαλαρώσει την ακαμψία της στάσης του. Το λικνιζόμενο τερατώδες φυτό δεν παρουσίαζε καμία αλλαγή και φαινόταν να έχει φτάσει σε πλήρη ανάπτυξη πάνω από το κεφάλι του θύματός του.'

* * *

'Σε εκείνα τα όνειρα, αργά και ανεπαίσθητα, αφήνοντας πίσω και τα τελευταία ίχνη του ανθρώπινου εαυτού του, έφτασε να ταυτίζεται και να γίνεται ένα με τα τυφλά πλάσματα που τον περιτριγύριζαν. Ζούσε και κινιόταν όπως εκείνα, σε βαθιά σπήλαια, βαδίζοντας στους δρόμους της νύχτας. Και ταυτόχρονα -σαν να είχε γίνει αποδεκτός ύστερα από εκείνη τη συμμετοχή στην αποτρόπαιη ιεροτελεστία- είχε μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο: σε μια Οντότητα δίχως όνομα που βασίλευε στα τυφλά όντα και ήταν κάτι που κατοικούσε στα αρχαία σαπισμένα νερά, στα ανήλιαγα βάθη, και που έβγαινε κατά καιρούς για να βρει την ακατανόμαστη τροφή του. Σ’ εκείνη τη διπλή του υπόσταση, χόρταινε την πείνα του σε τυφλά φαγοπότια - καταβρόχθιζε, αλλά και τον καταβρόχθιζαν. Με όλα αυτά είχε άμεση σχέση, σαν συνδετικό στοιχείο της ενότητας, εκείνο το είδωλο· αλλά μονάχα από άποψη αφής και όχι σαν οπτικός δεσμός. Γιατί πουθενά δεν υπήρχε φως, ούτε καν σαν ανάμνηση.'

Κλαρκ Άστον Σμιθ, από τα διηγήματα 'Ούμπο-Σάθλα', 'Ο Σπόρος από το Μαυσωλείο' και 'Ο Κάτοικος της Αβύσσου' κατά σειρά της ανθολογίας Ο Κάτοικος της Αβύσσου & Άλλες Ιστορίες, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

·

↑